Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γαριδάκι γα-ρι-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. (υποκ.) μικρή γαρίδα: (ΜΑΓΕΙΡ.) τηγανητό ~. 2. είδος δολώματος για εξόντωση τρωκτικών. ● γαριδάκια (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μακρόστενες, ημικυκλικές ή κυκλικές μπουκίτσες από καλαμποκάλευρο, οι οποίες πωλούνται σε σακουλάκι ως αλμυρό σνακ: ~ με γεύση πάπρικα/τυρί. Βλ. πατατάκια, τζανκ φουντ. || ~ συσκευασίας από φελιζόλ (για την πλήρωση των κενών).

πατατάκια

πατατάκιαπα-τα-τά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πατατάκι}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολύ λεπτές, αλατισμένες και τηγανισμένες ή ψητές φέτες πατάτας που πωλούνται συνήθ. σε σακουλάκια: κυματιστά ~. ~ με (γεύση) ξίδι/πάπρικα/ρίγανη.|| (συνεκδ.) Πάρε μου δύο ~ (: δύο σακουλάκια με ~). Βλ. γαριδάκια. ΣΥΝ. τσιπς (1)