Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γαστριμαργικός , ή, ό γα-στρι-μαρ-γι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που σχετίζεται με τη γαστριμαργία και γενικότ. τη διατροφή: ~ή: εμπειρία/πανδαισία. ~ές: απολαύσεις/δημιουργίες/συνήθειες. ~ά: γούστα. Βλ. γαστρονομικός. [< μτγν. γαστριμαργικός]

γαστρονομικός

γαστρονομικός, ή, ό γα-στρο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γαστρονομία: ~ός: οδηγός (βλ. τσελεμεντές)/πολιτισμός. ~ή: κουλτούρα/παράδοση. ~ές: απολαύσεις/προκλήσεις. Πβ. γκουρμέ. ● ΣΥΜΠΛ.: γαστρονομικός τουρισμός: που έχει ως κίνητρο την απόκτηση γαστρονομικών εμπειριών και την ανακάλυψη των εδεσμάτων και των διατροφικών συνηθειών μιας περιοχής. Βλ. οινοτουρισμός. [< γαλλ. gastronomique, αγγλ. gastronomic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.