Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • γενέτειρα γε-νέ-τει-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ο τόπος γέννησης και καταγωγής: κοινή ~. επιστροφή στη ~. Πάτησε ξανά το χώμα της ~άς του. Εγκατέλειψε τη ~ά του. ΣΥΝ. ιδιαίτερη πατρίδα. ΑΝΤ. αλλοδαπή, ξένα.|| Τιμήθηκε από τη ~ά του.|| (ως επίθ.) ~ γη. ΣΥΝ. γενέθλια γη 2. (μτφ.) κοιτίδα, λίκνο, εστία: Η Ελλάδα είναι η ~ των Ολυμπιακών Αγώνων. 3. ΓΕΩΜ. γεωμετρικό στοιχείο (γραμμή, επιφάνεια, σημείο) του οποίου η κίνηση σχηματίζει γραμμή, επιφάνεια ή στερεό σώμα: ~ κυλίνδρου/κώνου. [< 1,2: μτγν. γενέτειρα 3: γαλλ. génératrice]