Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • γενική γε-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ) & γενική πτώση: ΓΡΑΜΜ. μία από τις πλάγιες πτώσεις, που συνήθ. λειτουργεί ως ονοματικός ετερόπτωτος προσδιορισμός: ~ αντικειμενική ( "ο συγγραφέας του βιβλίου")/διαιρετική ("μεγάλο μέρος του πληθυσμού")/κτητική ("το σπίτι των γονιών μου")/συγκριτική ("είναι μεγαλύτερος του Γιάννη")/υποκειμενική ("δημιούργημα του καλλιτέχνη"). ~ ενικού/πληθυντικού. (Έμμεσο) αντικείμενο σε ~ ("Χάρισα του θείου ένα ρολόι"). Σύνταξη προθέσεων/εμπρόθετοι προσδιορισμοί με ~ ("επί της οδού", "αντί προλόγου").|| {σπάν. στον πληθ.} Nα χαρακτηρίσετε συντακτικώς τις ~ές του κειμένου. [< μτγν. γενική]