Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • γενοκτονία γε-νο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.): έγκλημα που συνίσταται στη συστηματική, μαζική και εκτεταμένη εξόντωση φυλετικής, εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας. Βλ. διωγμός, εθνοκάθαρση, εκκαθαρίσεις, ολοκαύτωμα, -κτονία. [< αγγλ. genocide, 1944, γαλλ. génocide, 1945]

διωγμός

διωγμόςδι-ωγ-μός ουσ. (αρσ.): καταδίωξη ή αποπομπή ομάδας και σπανιότ. ατόμου· ειδικότ. συστηματική προσπάθεια αποδυνάμωσης ή και εξόντωσης: άγριος/ανελέητος ~. Θρησκευτικοί/μαζικοί ~οί. ~οί αντιφρονούντων/πολιτικών αντιπάλων (: διώξεις, βλ. εκτόπιση). Οι ~οί (σε βάρος/κατά) των ... (βλ. απέλαση, γενοκτονία, πολιτικό άσυλο). Βασανιστήρια/σφαγές και ~οί. Πβ. εκδίωξη, κατατρεγμός, πογκρόμ.|| ~ από την υπηρεσία. ● ΦΡ.: υπό διωγμό(ν) (λόγ.) & σε διωγμό: η ελευθερία λόγου/οι πεζοί/το πράσινο ~ ~. [< αρχ. διωγμός]