Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • γεώδης , ης, ες γε-ώ-δης επίθ. {γεώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} & γαιώδης (λόγ.) 1. που προέρχεται από το έδαφος (της Γης)· που αποτελείται από χώμα: ~η: ορυκτά/υλικά. Πβ. εδαφικός, χωμάτινος. 2. (σπάν.) που έχει το χρώμα του χώματος· γήινος. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: γεώδες (το): ΟΡΥΚΤ. πέτρωμα με κοιλότητες μέσα στις οποίες έχουν σχηματιστεί κρύσταλλοι. [< γαλλ. géode] [< αρχ. γεώδης]

-ώδης

-ώδης, ης, ες (λόγ.) επίθημα επιθέτων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. χαρακτηρίζεται ή αποτελείται, συνήθ. σε μεγάλο βαθμό, από αυτό που δηλώνει το επίθετο: αιματ~/θορυβ~/θυελλ~/σαρκ~.|| Δενδρ~/ελ~/θαμν~. 2. (μειωτ.) έχει την ιδιότητα που εκφράζει το πρώτο μέρος της λέξης: νηπι~/παιδαρι~. 3. αναδίδει μυρωδιά: δυσ~/ευ~.