Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • γηραιός , ά, ό γη-ραι-ός επίθ. (λόγ.): ηλικιωμένος, γέρος: ~ός: καθηγητής (πβ. γεραρός, σεβάσμιος). (ειρων.) ~ές κυρίες. Βλ. υπέργηρος. ● ΣΥΜΠΛ.: γηραιά Αλβιών/Αλβιόνα (επίσ.-συχνά ειρων.): η Μεγάλη Βρετανία., η γηραιά ήπειρος βλ. ήπειρος [< αρχ. γηραιός]

ήπειρος

ήπειρος[ἤπειρος] ή-πει-ρος ουσ. (θηλ.) {ηπείρ-ου | -ων}: ΓΕΩΓΡ. καθεμία από τις μεγάλες εκτάσεις ξηράς στην επιφάνεια της Γης που περιβάλλεται πλήρως ή μερικώς από ωκεανό: οι έξι ~οι: Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Αμερική, Ωκεανία, Ανταρκτική. ● ΣΥΜΠΛ.: η γηραιά ήπειρος (επίσ.): η Ευρώπη., η μαύρη ήπειρος: η Αφρική. [< αρχ. ἤπειρος, αγγλ.-γαλλ. continent]

υπέργηρος

υπέργηρος, η, ο [ὑπέργηρος] υ-πέρ-γη-ρος επίθ. (λόγ.): πολύ ηλικιωμένος· κατ' επέκτ. πολύ παλιός: ~η: γιαγιά. ~ο: ζευγάρι. (ως ουσ.) Διανέμεται φαγητό σε ~ους. Πβ. μαθουσάλας, υπερήλικος.|| (μτφ.) ~ο: πλοίο. [< αρχ. ὑπέργηρως, μτγν. ὑπέργηρος]