Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γηραιός , ά, ό γη-ραι-ός επίθ. (λόγ.): ηλικιωμένος, γέρος: ~ός: καθηγητής (πβ. γεραρός, σεβάσμιος). (ειρων.) ~ές κυρίες. Βλ. υπέργηρος. ● ΣΥΜΠΛ.: γηραιά Αλβιών/Αλβιόνα (επίσ.-συχνά ειρων.): η Μεγάλη Βρετανία., η γηραιά ήπειρος βλ. ήπειρος [< αρχ. γηραιός]

ήπειρος

ήπειρος[ἤπειρος] ή-πει-ρος ουσ. (θηλ.) {ηπείρ-ου | -ων}: ΓΕΩΓΡ. καθεμία από τις μεγάλες εκτάσεις ξηράς στην επιφάνεια της Γης που περιβάλλεται πλήρως ή μερικώς από ωκεανό: οι έξι ~οι: Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Αμερική, Ωκεανία, Ανταρκτική. ● ΣΥΜΠΛ.: η γηραιά ήπειρος (επίσ.): η Ευρώπη., η μαύρη ήπειρος: η Αφρική. [< αρχ. ἤπειρος, αγγλ.-γαλλ. continent]

υπέργηρος

υπέργηρος, η, ο [ὑπέργηρος] υ-πέρ-γη-ρος επίθ. (λόγ.): πολύ ηλικιωμένος· κατ' επέκτ. πολύ παλιός: ~η: γιαγιά. ~ο: ζευγάρι. (ως ουσ.) Διανέμεται φαγητό σε ~ους. Πβ. μαθουσάλας, υπερήλικος.|| (μτφ.) ~ο: πλοίο. [< αρχ. ὑπέργηρως, μτγν. ὑπέργηρος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.