Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • γκίνια γκί-νια ουσ. (θηλ.): (κυρ. στα τυχερά παιχνίδια) κακοτυχία, γρουσουζιά: ρεκόρ/σερί απίστευτης ~ιας. Έχω μεγάλη ~ σήμερα (ΑΝΤ. ρέντα). Με κυνηγά η ~. ΣΥΝ. ατυχία (1), γκαντεμιά ΑΝΤ. τύχη (2) ● ΦΡ.: έσπασε η γκίνια (προφ.): σταμάτησε η κακοτυχία. [< γαλλ. guigne]