Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γκίνια γκί-νια ουσ. (θηλ.): (κυρ. στα τυχερά παιχνίδια) κακοτυχία, γρουσουζιά: ρεκόρ/σερί απίστευτης ~ιας. Έχω μεγάλη ~ σήμερα (ΑΝΤ. ρέντα). Με κυνηγά η ~. ΣΥΝ. ατυχία (1), γκαντεμιά ΑΝΤ. τύχη (2) ● ΦΡ.: έσπασε η γκίνια (προφ.): σταμάτησε η κακοτυχία. [< γαλλ. guigne]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.