Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γκουακαμόλε γκουα-κα-μό-λε ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.} & γουακαμόλε: ΜΑΓΕΙΡ. μεξικανική παχύρρευστη σάλτσα που παρασκευάζεται κυρ. από αβοκάντο, πιπεριές τσίλι, κρεμμύδι, σκόρδο, χυμό λεμονιού, αλάτι, πιπέρι και ενίοτε ντομάτα: ντιπ/σος ~. [< αγγλ. guacamole, 1920, γαλλ. ~, 1988]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.