γκραν επίθ. {άκλ.} (προφ.): μεγάλος σε διαστάσεις ή σημασία· μεγαλειώδης, λαμπρός: ~ φαβορί (: το επικρατέστερο). ~ σουξέ/φινάλε. ● ΣΥΜΠΛ.: γκραν μετρ βλ. μετρ [< γαλλ. grand]
γκραν γκινιόλ γκραν γκι-νιόλ επίθ./ουσ. {άκλ.}: είδος της κινηματογραφικής ή της θεατρικής τέχνης που προκαλεί φρίκη· κατ' επέκτ. τρομακτικός, μακάβριος: ταινία ~. Το φιλμ περιλαμβάνει το ~, την κωμωδία και το μελόδραμα. Βλ. θρίλερ.|| (ως επίθ.) ~ ατμόσφαιρα (= ανατριχιαστική, φρικιαστική). Το φαινόμενο αποκτά ~ διαστάσεις. (σε αθλητικά κείμενα) Αγώνας/ματς/παιχνίδι/φινάλε ~ (: με σασπένς). Σε ~ εξελίχθηκε ο τελικός στο μπάσκετ. [< γαλλ. Grand-Guignol, παρισινό θέατρο (1897) με σχετικό ρεπερτόριο]
γκραν πρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. σειρά αγώνων που συνδέονται μεταξύ τους με κοινή βαθμολογία και κοινό έπαθλο και (καταχρ.) αγώνας αυτοκινήτων της φόρμουλα 1.[< γαλλ. Grand Prix de Paris, 1863]
γκραν σλαμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο τένις): νίκη αθλητή στα ετήσια τουρνουά της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, της Αυστραλίας και των Η.Π.Α.: τουρνουά ~. [< αγγλ. Grand Slam]
γκρανκάσα γκραν-κά-σα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. πολύ μεγάλο μπάσο τύμπανο. 2. (μτφ.-παλαιότ.-μειωτ.) παχύς άνθρωπος, κυρ. γυναίκα. [< ιταλ. grancassa]
θρίλερ
θρίλερθρί-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ταινία, θεατρικό ή λογοτεχνικό έργο με περιεχόμενο που χαρακτηρίζεται από έντονη δράση, μυστήριο και τρόμο: αστυνομικό/ατμοσφαιρικό/ερωτικό/κατασκοπευτικό/μεταφυσικό/ψυχολογικό (= ψυχο~) ~.2. (μτφ.) γεγονός που προκαλεί συναισθήματα αγωνίας ή φόβου: πολιτικό ~. Συνεχίζεται το ~ με τους ομήρους.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Απαγωγή/νίκη-~. [< αγγλ. thriller, γαλλ. ~, 1927]
μετρ
μετρουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. επαγγελματίας που θεωρείται δάσκαλος, αυθεντία στον τομέα του: ~ της κομμωτικής/της μόδας/της υψηλής ραπτικής (= μόδιστρος). Τα μυστικά της κουζίνας από τον ~ του είδους ... Πβ. μαέστρος, μάστορας.2. επικεφαλής προσωπικού ξενοδοχείου, εστιατορίου, κέντρου διασκέδασης. ● ΣΥΜΠΛ.: γκραν μετρ: ΑΘΛ. τίτλος σκακιστών διεθνούς επιπέδου και η αντίστοιχη κατηγορία: ~ ~ ανδρών/γυναικών.|| Σημείωσε νόρμα ~ ~. [< γαλλ. maître]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.