Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γκριφόν γκρι-φόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. σκύλος με πλούσιο, μακρύ και σκληρό τρίχωμα, κυνηγετικής ή άλλης ράτσας: ~-κανίς. Βλ. ιχνηλάτης. [< γαλλ. griffon]

ιχνηλάτης

ιχνηλάτης[ἰχνηλάτης] ι-χνη-λά-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. κυνηγετικό σκυλί με ισχυρή όσφρηση που εντοπίζει κάποιον ή κάτι, αναζητώντας τα ίχνη του: ελληνικός ~ (= γκέκας). Πβ. ανιχνευτής, κυνηγόσκυλο, λαγωνικό. 2. (μτφ.) πρόσωπο που διερευνά κάτι με βάση στοιχεία και ενδείξεις: ο ιστορικός ως ~ του χρόνου. Βλ. -ηλάτης. [< μτγν. ἰχνηλάτης ‘αναζητητής’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.