Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • γκόμενα γκό-με-να ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ερωτική σύντροφος· ερωμένη, φιλενάδα: η ~ά μου. Πβ. φίλη. 2. πολύ όμορφη, ελκυστική γυναίκα και κατ' επέκτ. κάθε γυναίκα: Είναι ωραία ~! Πβ. θεά, κόμματος, κούκλα, μανούλι.|| Τι λέει η ~! Βλ. χαζο~. ● Υποκ.: γκομενάκι (το) (νεαν. αργκό): πολύ όμορφη νέα κοπέλα και σπανιότ. ωραίο αγόρι. Πβ. πιπίνι., γκομενίτσα (η) & (σπανιότ.) γκομενούλα ● Μεγεθ.: γκομενάρα (η): Πβ. κορμ-, κουκλ-άρα. ● ΦΡ.: βγάζω/βρίσκω/πιάνω/ρίχνω γκόμενα/γκόμενο (προφ.): αποκτώ ερωτικό σύντροφο.
  • γκομενάκιας γκο-με-νά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): γκομενιάρης. Βλ. -άκιας.

-άκιας

-άκιας{-άκηδες}: παραγωγικό επίθημα αρσενικών ουσιαστικών με μειωτική συνήθ. σημασία: εξυπν~/τυχερ~.|| Γυαλ~/καλοπερασ~/μουστ~/μπαχαλ~/τσαντ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.