γλάστρα γλά-στρα ουσ. (θηλ.) {γλαστρ-ών} 1. δοχείο, συνήθ. πήλινο ή πλαστικό, το οποίο γεμίζεται με χώμα για να φυτευτεί καλλωπιστικό κυρ. φυτό· συνεκδ. το ίδιο το φυτό: κεραμική/κρεμαστή ~. ~ με βασιλικό/γαρδένια/φίκο. Το πιατάκι της ~ας. Μπαλκόνι με ~ες. Βλ. ζαρντινιέρα, κασπό.|| Οι ~ες ξεράθηκαν. Ποτίζω τις ~ες.2. (μτφ.-μειωτ.) για νεαρή, όμορφη γυναίκα που έχει κυρ. διακοσμητικό ρόλο σε εκδήλωση, συνήθ. τηλεοπτική εκπομπή· γενικότ. για πρόσωπο που δεν έχει ενεργή συμμετοχή σε κάποια δραστηριότητα: ~ σε τηλεπαιχνίδι. Κάνει τη ~. Βλ. κομπάρσος, μαϊντανός. ● Υποκ.: γλαστράκι (το): στη σημ. 1., γλαστρούλα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: μαζί με τον/κοντά στον βασιλικό/για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα βλ. βασιλικός [< 1: μεσν. γλάστρα 2: γαλλ. potiche]
βασιλικός
βασιλικόςβα-σι-λι-κός ουσ. (αρσ.) {πληθ. -οί (λαϊκό) βασιλικά (τα)}: ΒΟΤ. ποώδες, μονοετές καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Ocimum basilicum), με ελλειπτικά, έντονα μυρωδάτα φύλλα και μικρά άσπρα άνθη, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, την αρωματοποιία, την ποτοποιία: πλατύφυλλος/σγουρός ~. Σάλτσα με ντομάτα και ~ό (: με τα ψιλοκομμένα φύλλα του, βλ. πέστο). ● ΦΡ.: βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρωδιά την έχει (παροιμ.): τα χαρίσματα και η αξία κάποιου δεν χάνονται, όσα βάσανα και δοκιμασίες κι αν περάσει., μαζί με τον/κοντά στον βασιλικό/για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος ωφελείται λόγω της σχέσης του με άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει μεγαλύτερο κύρος. [< μεσν. βασιλικός, γαλλ. basilic, αγγλ. basil]
ζαρντινιέρα
ζαρντινιέραζαρ-ντι-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): κατασκευή κτιστή στο εξωτερικό βεράντας ή μπαλκονιού ή σε πεζοδρόμιο, στην οποία φυτεύονται καλλωπιστικά φυτά. Βλ. γλάστρα, κασπό, -ιέρα. [< γαλλ. jardinière]
κομπάρσος
κομπάρσοςκο-μπάρ-σος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κομπάρσα}: (σε τηλεοπτικό, κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο) βουβό συνήθ. πρόσωπο, το οποίο πλαισιώνει τους ηθοποιούς: πρωταγωνιστές και ~οι. Εμφανίζομαι/συμμετέχω σε ταινία ως ~. Κάνω τον ~ο. Βλ. γλάστρα, δευτεραγωνιστής, ήρωας, κασκαντέρ.|| (μτφ.) Ρόλος ~ου (: ασήμαντος, διακοσμητικός). Χώρα που έχει γίνει/καταντήσει ~ (πβ. ουραγός). [< ιταλ. comparsa, γαλλ. comparse]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.