Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • γλιστρίδα γλι-στρί-δα ουσ. (θηλ.) & γλυστρίδα: ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Portulaca oleracea), τα φύλλα και ο βλαστός του οποίου τρώγονται συνήθ. ωμά σε σαλάτες: ~ και κάππαρη. ΣΥΝ. αντράκλα ● ΦΡ.: έφαγε γλιστρίδα (προφ.): για κάποιον που μιλά ακατάπαυστα, τον διακρίνει ακατάσχετη πολυλογία: Καλά, γλιστρίδα έφαγες και δεν έχεις βάλει γλώσσα μέσα; ΣΥΝ. η γλώσσα του/της πάει ροδάνι [< μεσν. γλυστρίδα]