Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 36 εγγραφές  [1-20]


  • γλυκό γλυ-κό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΖΑΧΑΡ. παρασκεύασμα με φυσική ή/και συνθετική γλυκαντική ουσία: παραδοσιακά/σοκολατένια/σπιτικά/τοπικά/χειροποίητα ~ά. Αγαπημένο/νόστιμο ~. ~ά (του) ψυγείου. ~ με αγνά υλικά/καρύδια/μέλι/φρούτα. ~ για/ως επιδόρπιο. Κουταλάκι/πιατάκι του ~ού. Συνταγές/φύλλο κρούστας για ~ά. Κουτί (με) ~ά. Δένει/κρυώνει το ~. Ψήνω το ~. Δοκιμάζω/κερνώ/προσφέρω/τρατάρω (ένα) ~. ~ά και αρτοσκευάσματα. Κάνει/φτιάχνει ωραία ~ά. Το ~ με λίγωσε. Τα ~ά παχαίνουν. Πβ. γλύκισμα. Βλ. αμυγδαλωτό, κέικ, πάστα, τούρτα. ● Υποκ.: γλυκάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκά (του) ταψιού: σιροπιαστά, συνήθ. με φύλλο, που ψήνονται στον φούρνο. Βλ. γαλακτομπούρεκο, καζάν ντιπί, κανταΐφι, μπακλαβάς, ραβανί, σαραγλί., γλυκό του κουταλιού: γλύκισμα από φρούτα και σπανιότ. άνθη ή λαχανικά, που έχουν βράσει με ζάχαρη και έχουν σιροπιάσει, το οποίο σερβίρεται με μικρό κουτάλι σε πιατάκι: ~ ~ βύσσινο/κεράσι/κυδώνι/περγαμόντο/σύκο/τριαντάφυλλο. Βλ. νεραντζάκι. ● ΦΡ.: ήρθε κι έδεσε (το γλυκό)/δένει το γλυκό βλ. έρχομαι [< μεσν. γλυκός]
  • γλυκο<sup>1</sup>- & γλυκό- & γλυκύ- & γλυκ- α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία 1. του γλυκού στη γεύση και κατ' επέκτ. του ευχάριστου: ~πατάτα. Γλυκό-ξινος/~πικρος/~ριζα. Γλυκ-ανάλατος.|| Γλυκό-ηχος/~λαλος/~πιοτος. 2. (μτφ.) της ηπιότητας, της τρυφερότητας, της αγάπης ή της ερωτικής διάθεσης: γλυκο-χαράζει.|| Γλυκο-αίματος/~μίλητος/~φιλώ. Γλυκο-κοιτάζω. Γλυκό-λογα.|| Γλυκ-ύτητα.
  • γλυκο<sup>2</sup>- & γλυκ- & γλυκοζ- (επιστ.): α' συνθετικό λέξεων, κυρ. όρων της βιοχημείας, με αναφορά συνήθ. στη γλυκόζη: γλυκο-γόνο/~κορτικοειδή/~σίδες.|| Γλυκ-αγόνη/~άνη/~ίδια. Υπο-γλυκ-αιμία.|| Γλυκοζ-ουρία.
  • γλυκοαίματος , η, ο γλυ-κο-αί-μα-τος επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) που έχει γλυκό αίμα· (κυρ.-κατ' επέκτ.) ελκυστικός, αξιαγάπητος: Τα κουνούπια προτιμούν τους ~ους.
  • γλυκοασπάζομαι γλυ-κο-α-σπά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο στο α' πρόσ. ενεστ.} (λόγ.): γλυκοφιλώ: Σας ~.
  • γλυκογόνο γλυ-κο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. πολυσακχαρίτης ο οποίος αποτελεί τη μορφή με την οποία αποθηκεύεται η γλυκόζη στους ζωικούς ιστούς: ηπατικό/μυϊκό ~. ΣΥΝ. ζωικό άμυλο. Βλ. υδατάνθρακες. [< γαλλ. glycogène, αγγλ. glycogen]
  • γλυκοζαμίνη γλυ-κο-ζα-μί-νη ουσ. (θηλ.) & γλυκοσαμίνη: ΒΙΟΧ. αμινοξύ παράγωγο της γλυκόζης (σύμβ. C6H13NO5)που απαντά κυρ. σε ζωντανούς συνδετικούς ιστούς και σε ορισμένα φυτικά κυτταρικά τοιχώματα: υδροχλωρική ~. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. glucosamine]
  • γλυκόζη γλυ-κό-ζη ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΧ. μονοσακχαρίτης (C6H12O6) ο οποίος εντοπίζεται στα τρόφιμα, κυρ. σε φρούτα, και αποτελεί την κύρια πηγή ενέργειας για τους ζωντανούς οργανισμούς: η ~ του αίματος (= σάκχαρο). Βλ. μανν-, φρουκτ-όζη. ΣΥΝ. δεξτρόζη, σταφυλοσάκχαρο 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γλυκαντική ουσία η οποία παράγεται από άμυλο, κυρ. καλαμποκιού: σιρόπι ~ης. [< γαλλ.-αγγλ. glucose]
  • γλυκοζίτης γλυ-κο-ζί-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. καθεμιά από τις γλυκοσίδες που το σάκχαρό τους είναι η γλυκόζη. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ.-αγγλ. glucoside]
  • γλυκοζουρία γλυ-κο-ζου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση του σακχάρου στα ούρα: νεφρική ~. Βλ. διαβήτης, -ουρία. ΣΥΝ. σακχαρουρία [< γαλλ. glycosurie, αγγλ. glycosuria]
  • γλυκόηχος , η, ο γλυ-κό-η-χος επίθ. (λογοτ.): που ηχεί ευχάριστα, που έχει γλυκό ήχο: ~η: καμπάνα. ~ο: κελάηδισμα. Πβ. γλυκόλαλος. Βλ. άηχος.
  • γλυκοκοιτάζω & γλυκοκοιτώ [γλυκοκοιτῶ] γλυ-κο-κοι-τά-ζω ρ. (μτβ.) {γλυκοκοίτα-ξε} ΣΥΝ. καλοβλέπω, καλοκοιτάζω 1. κοιτάζω κάποιον ερωτικά, κάνω τα γλυκά μάτια: Τη ~ει. 2. εποφθαλμιώ: ~ει τη θέση του διευθυντή.
  • γλυκοκορτικοειδή [γλυκοκορτικοειδῆ] γλυ-κο-κορ-τι-κο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γλυκοκορτικοειδές}: ΒΙΟΧ. κορτικοστεροειδή που συμμετέχουν στον μεταβολισμό κυρ. υδατανθράκων, πρωτεϊνών και λιπών και χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική ως αντιφλεγμονώδη, αντιαλλεργικά ή ανοσοκατασταλτικά. Βλ. κορτιζ-όνη, -όλη, κορτικοστερόνη, υδροκορτιζόνη. [< αγγλ. glucocorticoids, 1950]
  • γλυκόλαλος , η, ο γλυ-κό-λα-λος επίθ. (λογοτ.): που έχει γλυκό, μελωδικό ήχο ή φωνή: ~η: φλογέρα. ~ο: αηδόνι. Πβ. γλυκόηχος. Βλ. άλαλος. [< μεσν. γλυκόλαλος]
  • γλυκόλη γλυ-κό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ονομασία των κορεσμένων δισθενών αλκοολών: αιθυλενική ~. ~ προπυλενίου. Βλ. -όλη. [< γαλλ.-αγγλ. glycol]
  • γλυκολικός , ή, ό επίθ.: ΧΗΜ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκολικό οξύ: διαφανής κρυσταλλική ένωση (C2H4O3) που βρίσκεται κυρ. στα άγουρα σταφύλια και τα ζαχαρότευτλα, με ευρεία χρήση στη φαρμακευτική και την κοσμετολογία [< αγγλ. glycolic acid]
  • γλυκόλογα γλυ-κό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γλυκόλογο}: γλυκά και τρυφερά λόγια, κυρ. ερωτικά: Της μιλούσε με ~. Δεν μου έχει πει ούτε ένα ~ο! Πβ. ερωτόλογα. ΣΥΝ. τρυφερόλογα ΑΝΤ. πικρόλογα
  • γλυκόλυση γλυ-κό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μεταβολική διαδικασία που συνίσταται στη διάσπαση της γλυκόζης από τη δράση ενζύμων: (αν)αερόβια ~. Βλ. καταβολισμός. [< γαλλ. glycolyse, αγγλ. glycolysis]
  • γλυκομίλητος , η, ο γλυ-κο-μί-λη-τος επίθ.: που μιλά ευγενικά και ήπια: ~ος: υπάλληλος. Πβ. ευπροσήγορος, μειλίχιος. Βλ. α-, λιγο-μίλητος.
  • γλυκομιλώ [γλυκομιλῶ] γλυ-κο-μι-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γλυκομιλ-άς κ. (σπάν.) -είς ... | γλυκομίλ-ησα} & γλυκομιλάω: μιλώ ευγενικά και ήπια.

α- & αν-

α- & αν-& ά- & άν- & ανή-: πρόθημα λέξεων που δηλώνει έλλειψη, στέρηση (στερητικό άλφα): ά-οπλος/~υπνος. Α-όρατος/~κατανόητος. Αν-εκτίμητος/~εξάρτητος/~υπόφορος. Ανή-μπορος. Βλ. ανε- & ανέ-.

άηχος

άηχος, η, ο [ἄηχος] ά-η-χος επίθ.: που δεν έχει ή δεν παράγει ήχο: ~η: φωνή. ~ο: κλάμα (ΣΥΝ. βουβό). ~α: βήματα. Πβ. αθόρυβος, σιωπηλός. ΑΝΤ. ηχηρός (2) ● επίρρ.: άηχα ● ΣΥΜΠΛ.: άηχα σύμφωνα & (σπάν.) άηχοι φθόγγοι: ΓΡΑΜΜ. που αρθρώνονται χωρίς να τίθενται σε παλμική κίνηση οι φωνητικές χορδές: Στα ~ ~ ανήκουν τα κλειστά [p], [t], [k] και τα εξακολουθητικά [f], [θ], [x], [s]. ΑΝΤ. ηχηρά σύμφωνα [< γαλλ. consonnes sourdes] [< μτγν. ἄηχος]

άλαλος

άλαλος, η, ο [ἄλαλος] ά-λα-λος επίθ.: που δεν μπορεί να μιλήσει και κατ' επέκτ. που δεν μπορεί ή δεν θέλει να εκφραστεί ή χάνει τη μιλιά του λόγω έντονου συναισθήματος: Το παιδί του είναι ~ο (= βουβό, μουγγό) εκ γενετής. Βλ. κωφάλαλος.|| (λογοτ.) ~η: πένα/σκέψη.|| Στεκόταν συγκλονισμένος και ~ θαυμάζοντας τη θέα. Τι μου λες; έχω μείνει ~η! Πβ. άναυδος, άφωνος, εμβρόντητος, ενεός. ● ΦΡ.: άλαλα τα χείλη των ασεβών βλ. χείλος [< αρχ. ἄλαλος]

γαλακτομπούρεκο

γαλακτομπούρεκογα-λα-κτο-μπού-ρε-κο ουσ. (ουδ.) & (προφ.) γαλατομπούρεκο: ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό ταψιού με στρώσεις φύλλου κρούστας και γέμιση κρέμας (από γάλα, σιμιγδάλι, ζάχαρη και αβγά). Βλ. γαλατόπιτα, μπακλαβάς.

έρχομαι

έρχομαι[ἔρχομαι] έρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {ερχόμουν, ήρθα (επίσ.) ήλθα, έρθω (επίσ.) έλθω κ. προφ. 'ρθω κ. 'ρθώ, προστ. έλα, ελάτε, (μτχ.) ερχ-όμενος} 1. πηγαίνω, φτάνω σε έναν τόπο, χώρο ή σημείο· πλησιάζω κάπου ή κάποιον, επιστρέφω, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, συχνάζω: ~ από μακριά. ~εται από στιγμή σε στιγμή. Ήρθαν αεροπορικώς. Θα έρθουν πριν από/μετά το καλοκαίρι. Τα αποδημητικά πουλιά ~ονται από τις βόρειες χώρες. Το τρένο ~εται τα ξημερώματα. Έλα εδώ/μέσα (πβ. κόπιασε, πέρασε)! Έλα κοντά μου/μαζί μου (πβ. συνοδεύω). ~ σε ένα λεπτό. Τον είδα να ~εται τρέχοντας (ΑΝΤ. φεύγω). ~όμενοι/καθώς έρχεστε από το λιμάνι, στρίψτε δεξιά. Έρχεσαι (: είσαι καθ' οδόν); ~όταν προς το μέρος μου. Έλα να φάμε μαζί αύριο (= σε προσκαλώ). Να μας έρχεσαι (= επισκέπτεσαι)! Ήρθε να με δει. Ήρθε στον ύπνο μου (= τον ονειρεύτηκα). Δεν ήρθε για καλό. Όταν έρθει, τα ξαναλέμε. Βλ. εισ~, εξ~, ξανα~, προ~, προσ~.|| Μου ήρθε (= έλαβα) ένα γράμμα/μήνυμα. Ήρθαν τα χρήματα. 2. (+ σε + ουσ., η σύναψη ισοδυναμεί με ρήμα ομόρριζο με το ουσ., ως απολεξικοποιημένο ρήμα) περιέρχομαι, καταλήγω σε μια κατάσταση: ~ σε αντίθεση (= αντιτίθεμαι)/αντιπαράθεση (= αντιπαρατίθεμαι)/διαπραγματεύσεις (= διαπραγματεύομαι)/διάσταση/επικοινωνία (= επικοινωνώ)/σύγκρουση (= συγκρούομαι)/συμβιβασμό (= συμβιβάζομαι)/συμφωνία (= συμφωνώ)/συνεννόηση (= συνεννοούμαι) με κάποιον. ~ σε κέφι. Ήρθε σε (ανοιχτή) ρήξη με το κατεστημένο της εποχής. Ήλθαν σε βοήθεια όσων τους είχαν ανάγκη (= βοήθησαν).|| ~ (= περνώ) στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας. Ας έλθουμε στο θέμα/ζήτημα που μας αφορά (= ας ασχοληθούμε με). 3. (συνήθ. + τακτ. αριθμητ.) καταλαμβάνω ορισμένη θέση, κατατάσσομαι αξιολογικά, αναδεικνύομαι: Ήρθαν (= βγήκαν) δεύτεροι/έκτοι στον διαγωνισμό/στο πρωτάθλημα. Οι δύο ομάδες ήρθαν ισόπαλες. Βλ. αν~.|| Πιο σημαντική είναι η θεραπεία και μετά ~ονται η φροντίδα και η υποστήριξη.έρχεται (προφ.) 1. (για γεγονός, φαινόμενο, κατάσταση) πλησιάζει, επίκειται ή συμβαίνει, γίνεται: ~ βροχή/(κυριολ. κ. μτφ.) θύελλα/καταιγίδα/κρίση/μπόρα. Στο τέλος ~ ο θάνατος (= επέρχεται). Μετά την ακμή ~ (= ακολουθεί, έπεται) η παρακμή. ~ονται αυξήσεις/γιορτές/εκλογές/εκπτώσεις. ~ονται δύσκολοι καιροί. Θα έρθουν καλύτερες/χειρότερες μέρες για όλους. Ήρθε (= έφτασε) ο καιρός/η στιγμή να αντιδράσουμε. Ήρθε η σειρά μας. Η απόφασή μας ήρθε φυσικά κι αβίαστα. 2. (+ από) (για πράγμα, φυσικό φαινόμενο ή κατάσταση) προέρχεται, έχει την αφετηρία του, προκύπτει: Ο θόρυβος/η σκόνη ~ από το διπλανό διαμέρισμα. Οι πρώτες πληροφορίες για την πόλη ~ονται (= πηγάζουν) από τη ρωμαϊκή εποχή. Ιδεολογικά κινήματα που ήρθαν από τη δύση. Πβ. απορρέω. 3. (προηγείται προσ. αντων. σε γεν.) αισθάνομαι, σκέφτομαι ή μου συμβαίνει κάτι: Μου ~ονται όλα ανάποδα/βολικά/δεξιά. Με το που τους είδε, της ήρθαν δάκρυα στα μάτια (= δάκρυσε). Του ήρθε βήχας/εμετός (= έκανε εμετό)/ζαλάδα (= ζαλίστηκε)/λιποθυμία (= λιποθύμησε). Της ήρθε όρεξη για σοκολάτα. Κάνει/λέει ό,τι του ~ (= του κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό), του καπνίζει). Μου ήρθε μια ιδέα.|| (οικ.-ειρων.) Θέλατε και πρωτάθλημα τρομάρα να σας έρθει! 4. (για ρούχο ή οτιδήποτε συμπληρώνει την εμφάνιση ενός ατόμου) εφαρμόζει, ταιριάζει: Το παντελόνι/φόρεμα του/της ~ (= πέφτει) κοντό/μακρύ/στενό. Βλ. πηγαίνει. 5. για δήλωση ιδιότητας, συνήθ. κόστους: Δεν θα το αγοράσω, μου ~ κάπως ακριβό. Πβ. κοστίζει. 6. (προηγείται προσ. αντων. σε γεν.) για δήλωση του ορίου, επιπέδου στο οποίο φτάνει κάτι: Το νερό της ~όταν ως/ίσαμε το γόνατο/τη μέση. ● Μτχ.: ερχόμενος , η, ο 1. ο αμέσως επόμενος: Οι ~ες γενιές (= επερχόμενες, μελλοντικές, μεταγενέστερες. ΑΝΤ. προγενέστερες). Η δίκη θα αρχίσει την ~η Δευτέρα (= προσεχή. ΑΝΤ. περασμένη, προηγούμενη). Βλ. εξ~. 2. που κινείται προς το μέρος κάποιου: τα ~α αυτοκίνητα. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (σπανιότ.-λόγ., με κεφαλ. το αρχικό Ε) που προσδοκάται ο ερχομός του: Ευλογημένος ο ~. ● ΦΡ.: (κάτι) πάει κι έρχεται (μτφ.-προφ.): που μπορεί κανείς να το ανεχθεί, δεχτεί: Αυτό ~ ~., αν είναι να 'ρθει, θε να 'ρθεί, (αλλιώς θα προσπεράσει) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι αν είναι πεπρωμένο να συμβεί κάτι, θα συμβεί: Μην αγχώνεσαι να βρεις σύντροφο, ~ ~., έρχεται από το μέλλον (μτφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι πρωτοπόρος ή κάτι καινοτόμο: Ιδέα/κίνημα/σχεδιασμός που ~ ~., έρχεται από το παρελθόν (μτφ.): ανήκει στο παρελθόν και επανέρχεται στο παρόν: Ανάμνηση/μόδα/μορφή/μυστικό που ~ ~., έρχεται στον κόσμο/στη ζωή (για πρόσ.): γεννιέται., έρχομαι στα λεφτά μου (προφ.): δεν έχω κέρδος ούτε απώλεια, συνήθ. από τυχερό παιχνίδι., έρχομαι στα λόγια (κάποιου) (προφ.): συμφωνώ μαζί του, αναφέρω τα λόγια του, με τα οποία μπορεί να διαφωνούσα παλιότερα: Να λοιπόν που τώρα ~εσαι ~ μου., ήρθε κι έδεσε (το γλυκό)/δένει το γλυκό & (σπάν.) δένει το σιρόπι (μτφ.-προφ.): για σύμπτωση, συνδυασμό, συνήθ. αρνητικών στοιχείων, παραγόντων, γεγονότων ή για ανθρώπους που ταιριάζουν: Κάτι οι ανούσιοι διάλογοι, κάτι το κακό σενάριο, ~ έδεσε το γλυκό! Η παρουσία του ~ έδεσε με όλο αυτό το κλίμα της γιορτής!|| Όχι ότι φταίει κανείς για τις σχέσεις μας, απλά δεν δένει ~!, καλώς ήρθες/ήρθατε & καλωσήρθες/καλωσήρθατε (προφ.): τυπικός χαιρετισμός για την υποδοχή επισκέπτη ή φιλοξενούμενου: -~ ~ατε! -Καλώς σας βρήκαμε! (βλ. καλώς τα δέχτηκες) ~ ~ες στην παρέα μας! ~ατε στον δικτυακό τόπο/στην ιστοσελίδα μας!|| (ως ουσ.) Ας πιούμε ένα κρασί για το ~ ~. Με το ~ ~ες άρχισε τη γκρίνια (= αμέσως· πβ. με το καλημέρα). ΣΥΝ. καλώς όρισες/ορίσατε, μου έρχεται/μου 'ρχεται να ...: νιώθω έντονα την ανάγκη ή την επιθυμία να κάνω κάτι: Όταν το σκέφτηκα, μου ήρθε να βάλω τα γέλια.|| (εμφατ.) Έτσι ~ ~ τα παρατήσω όλα., μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη {συνήθ. στον αόρ.}: σκέφτομαι ή θυμάμαι κάποιον ή κάτι: Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε ~ είναι ... Τι σας φέρνει στο νου η λέξη ...; Πβ. έρχεται (κάτι) στο κεφάλι μου.|| Ήρθαν ~ μας παλιές αναμνήσεις. Σε έφερα ~ μου, όπως ήσουν τότε (πβ. αναπολώ)., όσα έρθουν κι όσα πάνε/όσα πάνε κι όσα έρθουν (προφ.): δεν με νοιάζει τι πρόκειται να συμβεί: Κάνω τα στραβά μάτια, ~ ~. Πβ. δε βαριέσαι, ό,τι βρέξει ας κατεβάσει., πάει κι έρχεται 1. πηγαινοέρχεται, υπάρχει κινητικότητα: Κόσμος ~ ~. Καράβια/τρένα πάνε κι έρχονται. 2. πηγαίνει πέρα-δώθε: Το εκκρεμές ~ ~. 3. για να δηλωθεί αποδοχή, ανοχή μιας κατάστασης, ενός γεγονότος: Αν το διαζύγιο είναι συναινετικό, ~ ~. 4. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) γίνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό: Οι εκπλήξεις/τα κεράσματα/οι συζητήσεις πάνε κι έρχονται (= δίνουν και παίρνουν)! [< μεσν. υπάγω και έρχομαι] , (μου) έρχεται μία η άλλη βλ. ένας, μία/μια, ένα, (το γήρας) ου γαρ έρχεται μόνον βλ. ου, ανακατωμένος/ανακατεμένος ο ερχόμενος βλ. ανακατεμένος, από κει που ήρθε/'ρθε βλ. εκεί, από την Πόλη έρχομαι και στην κορ(υ)φή κανέλα βλ. κανέλα, βγαίνει/βρίσκεται/εμφανίζεται/έρχεται στο προσκήνιο βλ. προσκήνιο, βγαίνει/έρχεται στην επιφάνεια βλ. επιφάνεια, έγινε/γίνεται το έλα να δεις βλ. γίνομαι, είδα τον ουρανό/μου ήρθε/μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι βλ. ουρανός, είμαι/έρχομαι στα πράγματα βλ. πράγμα, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα 'ρθεις βλ. είμαι, έλα, παππού/παππούλη (μου), να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά/τ' αμπέλια σου βλ. παππούς, έλα/καλώς ήρθες στο κλαμπ βλ. κλαμπ, έρχεται (κάτι) στο κεφάλι μου βλ. κεφάλι, έρχεται και παρέρχεται βλ. παρέρχομαι, έρχεται στα χέρια μου βλ. χέρι, έρχεται/πάει/πέφτει/ταιριάζει γάντι/κουτί βλ. γάντι, έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) βλ. γάμος, έρχομαι στα ίσα μου βλ. ίσα1, έρχομαι στα σύγκαλά/στα λογικά μου βλ. σύγκαλα, έρχομαι/είμαι/βρίσκομαι σε επαφή (με κάποιον/κάτι) βλ. επαφή, έρχομαι/μπαίνω στη θέση του βλ. θέση, έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον βλ. μούρη, έρχομαι/φέρνω (κάτι) πάτσι και πόστα βλ. πάτσι, έφαγα/μου 'ρθε/μου 'πεσε κεραμίδα (στο κεφάλι) βλ. κεραμίδα, ήλθε, είδε και απήλθε βλ. απέρχομαι, ήρθα για να μείνω βλ. μένω, ήρθαν τ' άγρια να διώξουν τα ήμερα βλ. άγριος, ήρθαν/πιάστηκαν στα λόγια βλ. λόγια, ήρθαν/πιάστηκαν στα χέρια βλ. χέρι, ήρθε/έφτασε το τέλος (κάποιου/του κόσμου) βλ. τέλος, ήρθε/σήμανε η ώρα βλ. ώρα, καλομελέτα κι έρχεται! βλ. καλομελετώ, μου ήρθε λουκούμι βλ. λουκούμι, μου ήρθε/'ρθε κόλπος/ταμπλάς βλ. κόλπος2, μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι βλ. αηδόνι, μπαίνω/έρχομαι στη ζωή κάποιου βλ. μπαίνω, ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω βλ. κόσμος, όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν/γύριζα/γυρνούσα βλ. πηγαίνω & πάω, πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι βλ. γωνία, πήγαινε-έλα βλ. πηγαίνω & πάω, πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της βλ. καρδιά, τα καλύτερα έρχονται! βλ. καλύτερος, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) βλ. στόμα, τρώγοντας ανοίγει/έρχεται η όρεξη βλ. τρώω, φέρνω/έρχονται τα πάνω κάτω βλ. πάνω & επάνω ● βλ. έλα [< αρχ. ἔρχομαι, γαλλ. venir, αγγλ. come, γερμ. kommen]

-ίνη

-ίνη: επίθημα δάνειων όρων για τη δήλωση χημικής, φαρμακευτικής ουσίας: βαζελ~/βαλ~/βιταμ~/γλουτολ~/θρεον~/ισολευκ~/ιστιδ~/λευκ~/λυσ~/μεθειον~/ναφθαλ~/νικοτ~/πενικιλ~/φαινυλαλαν~/χυμοθρυψ~. Πρωτε-ΐνη. Πβ. -ίνα2.

-ίτης<sup>2</sup>

-ίτης<sup>2</sup>: επίθημα για την απόδοση ξένων όρων, ιδ. ορυκτών: βωξ~/γραν~/γραφ~/δολομ~/λιγν~.

καταβολισμός

καταβολισμόςκα-τα-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. φάση του μεταβολισμού, κατά την οποία οι σύνθετες ουσίες διασπώνται σε απλούστερες, απελευθερώνοντας ενέργεια: ~ γλυκόζης/λιπαρών οξέων/πρωτεϊνών/υδατανθράκων. Προϊόν ~ού (βλ. άζωτο). Αντιμετώπιση του μυϊκού ~ού. Βλ. αναβολισμός, -ισμός. [< γαλλ. catabolisme, αγγλ. catabolism]

νεραντζάκι

νεραντζάκινε-ρα-ντζά-κι ουσ. (ουδ.) & νερατζάκι 1. ΖΑΧΑΡ. γλυκό του κουταλιού από μικρά πράσινα νεράντζια. 2. μικρό νεράντζι. 3. ΒΟΤ. κοινή ονομασία του μανιταριού Cantharellus cibarius. Βλ. καλογεράκι.

-όλη

-όλη: επίθημα σε ενώσεις με μία ή περισσότερες ομάδες αλκαλικού υδροξειδίου: αιθαν~ (= οινόπνευμα, βλ. αιθυλικός)/μεθαν~ (= ξυλόπνευμα, βλ. μεθυλικός). Βενζ~/προπαν~/φαιν~. Βλ. -άνιο.

υδατάνθρακες

υδατάνθρακες[ὑδατάνθρακες] υ-δα-τάν-θρα-κες ουσ. (αρσ.) (οι): ΒΙΟΧ. οργανικές ενώσεις που σχηματίζονται στα φυτά κατά τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης από διοξείδιο του άνθρακα και νερό και αποτελούν βασική πηγή ενέργειας κάθε ζωντανού οργανισμού: απλοί (βλ. σάκχαρο)/σύνθετοι (βλ. άμυλο) ~. Βλ. μακροθρεπτικά συστατικά. ΣΥΝ. γλυκίδια [< γαλλ. hydrates de carbone]