Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γλυκύς , εία, ύ γλυ-κύς επίθ. {γλυκ-έος | -είς (ουδ. -έα), -έων∙ γλυκύτ-ερος, -ατος} (λόγ.): γλυκός: ιχθυοπονία ~έων υδάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκύς βραστός: (για ελληνικό καφέ) με ποσότητα ζάχαρης διπλάσια σε σχέση με αυτή του καφέ· πολύ γλυκός. [< αρχ. γλυκύς]