Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γλωσσολογία γλωσ-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΓΛΩΣΣ. επιστήμη που μελετά την ανθρώπινη γλώσσα, κυρ. ως προς τη δομή και τις λειτουργίες της, και ειδικότ. τις φυσικές γλώσσες· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα και το σχετικό βιβλίο: ανθρωπολογική/γνωσιακή/διαχρονική (: εξετάζει τη γλωσσική μεταβολή)/δικαστική (ή δικανική)/δομι(στι)κή (= δομισμός)/κριτική/μαθηματική/περιγραφική/συγχρονική (: μελετά τη δομή μιας γλώσσας σε δεδομένη χρονική περίοδο)/τυπολογική (: προσδιορισμός των κοινών χαρακτηριστικών διαφόρων γλωσσών ή γλωσσικών οικογενειών) ~. Βλ. βιο~, γραμματική, εθνο~, κειμενο~, κοινωνιο~, νευρο~, ψυχο~, διαλεκτο-, ετυμο-, λεξικο-, μορφο-, ονοματο-, σημασιο-, φωνο-λογία.|| Eργαστήριο/τομέας ~ας (: σε πανεπιστήμια). ● ΣΥΜΠΛ.: γενική/θεωρητική γλωσσολογία: κλάδος που έχει ως αντικείμενο θεωρητικά ζητήματα για τη δομή και τις λειτουργίες της γλώσσας καθώς και τη διατύπωση γενικών αρχών για τη μελέτη όλων των γλωσσών., εκπαιδευτική γλωσσολογία: διεπιστημονικός κλάδος που μελετά την εφαρμογή των ερευνητικών εργαλείων της γλωσσολογίας και άλλων κλάδων των κοινωνικών επιστημών σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα., εφαρμοσμένη γλωσσολογία: εφαρμογή μεθόδων και πορισμάτων της θεωρητικής γλωσσολογίας στην επίλυση πρακτικών προβλημάτων σε διάφορους τομείς, όπως στον τομέα της διδασκαλίας της γλώσσας στην εκπαίδευση. [< αγγλ. applied linguistics], λειτουργική γλωσσολογία: θεωρία που συλλαμβάνει την έννοια της γλώσσας ως όργανο κοινωνικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων και εξετάζει τις επικοινωνιακές λειτουργίες που επιτελούν τα διάφορα γλωσσικά στοιχεία. Βλ. λειτουργισμός. [< γαλλ. linguistique fonctionnelle], υπολογιστική γλωσσολογία: διεπιστημονικός κλάδος που επιχειρεί την ανάλυση της ανθρώπινης γλώσσας (επισημείωση κειμένων, δημιουργία σωμάτων κειμένων, αυτόματη μετάφραση) με τη χρήση υπολογιστών. Βλ. γλωσσική τεχνολογία. [< αγγλ. computational linguistics, 1961], ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία βλ. ιστορικοσυγκριτικός [< πβ. μτγν. γλωσσολογία ‘φλυαρία’, γαλλ. linguistique, αγγλ. linguistics]

ιστορικοσυγκριτικός

ιστορικοσυγκριτικός, ή, ό [ἱστορικοσυγκριτικός] ι-στο-ρι-κο-συ-γκρι-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία: ~ή: γραμματική/μέθοδος/προσέγγιση. Πβ. διαχρονικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία: κλάδος που μελετά τις εθνικές γλώσσες διαχρονικά και σε σχέση με την προέλευσή τους, την ιστορία τους και τις μεταξύ τους σχέσεις. [< γερμ. historisch-vergleichende (Methode)]

λειτουργισμός

λειτουργισμόςλει-τουρ-γι-σμός ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. φονξιοναλισμός 1. επιστημονική θεωρία με εφαρμογές στην κοινωνιολογία και τη γλωσσολογία, που υποστηρίζει την αλληλεπίδραση των επιμέρους στοιχείων ή φαινομένων σε ένα ευρύτερο, συνθετότερο σύνολο μέσω των λειτουργιών που επιτελούν: δομικός ~. Βλ. στρουκτουραλισμός. 2. ΑΡΧΙΤ. λειτουργικότητα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. fonctionnalisme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.