Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γνώρισμα γνώ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {γνωρίσμ-ατα}: ιδιαίτερο στοιχείο που διακρίνει κάποιον ή κάτι: γενικό/κοινό/ξεχωριστό/τυπικό ~. Τα ~ατα του χαρακτήρα ενός ατόμου. Το ήπιο κλίμα αποτελεί χαρακτηριστικό ~ της περιοχής. Πβ. διακριτικό, ιδιότητα, χαρακτηριστικό. [< αρχ. γνώρισμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.