Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • γολέτα γο-λέ-τα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. ιστιοφόρο πλοίο μεσαίου μεγέθους με δύο κατάρτια: Πβ. σκούνα. Βλ. μπρατσέρα, μπρίκι, τρεχαντήρι, -έτα. [< βεν. goleta]

μπρατσέρα

μπρατσέραμπρα-τσέ-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) βρατσέρα (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. ιστιοφόρο μικρού εκτοπίσματος με δύο συνήθ. κατάρτια. [< βεν. brazzera]