Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • γομφίος γομ-φί-ος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. καθένα από τα τρία πεπλατυσμένα οπίσθια δόντια της κάθε πλευράς των γνάθων (δώδεκα συνολικά). Βλ. κοπτήρας, κυνόδοντας, προγόμφιος, φρονιμίτης. ΣΥΝ. τραπεζίτης2 [< αρχ. γομφίος]

κοπτήρας

κοπτήραςκο-πτή-ρας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΑΝΑΤ. (στον άνθρωπο και τα άλλα θηλαστικά) καθένα από τα πεπλατυσμένα μπροστινά δόντια, τα οποία βρίσκονται ανά δύο στην άνω και κάτω γνάθο. Βλ. γομφίος, κυνόδοντας, τραπεζ-, φρονιμ-ίτης. ΣΥΝ. τομέας2 2. εργαλείο ή εξάρτημα κοπής: ανταλλακτικοί ~ες. Πβ. κοπτικό, κόφτης. Βλ. -τήρας. [< 1: γαλλ. incisive, γερμ. Schneidezahn]