Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γουστέρα γου-στέ-ρα ουσ. (θηλ.) & γκουστέρα: ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία διαφόρων ειδών μεγαλόσωμης, συνήθ. πράσινης σαύρας. Βλ. σαμιαμίδι. ● Υποκ.: γουστερίτσα (η) [< σλαβ. gùšter]

σαμιαμίδι

σαμιαμίδισα-μια-μί-δι ουσ. (ουδ.) & σαμιαμίθι 1. ΖΩΟΛ. μικρόσωμη και πολύ ευκίνητη σαύρα (επιστ. ονομασ. Hemidactylus turcicus). Πβ. γκέκο. ΣΥΝ. μολυντήρι 2. (μτφ.-προφ.) μικροκαμωμένος και σβέλτος άνθρωπος, συνήθ. παιδί: Αυτό το ~ σε νίκησε; Βλ. -ίδι. ● Υποκ.: σαμιαμιδάκι (το) [< μεσν. σαμιαμίθι(ν) < σαμιαμίθιον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.