γοφός γο-φός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. το τμήμα του σώματος ανάμεσα στη μέση και τον μηρό που περιλαμβάνει την άρθρωση του μηριαίου οστού με τη λεκάνη: κάταγμα στον ~ό. Γυναικείοι/καλοσχηματισμένοι/στενοί ~οί. Κούνημα/λίκνισμα των ~ών. Πβ. ισχίο. Βλ. γλουτός.2. ΝΑΥΤ. (σπάν.) καθεμία από τις δύο κυρτές πλευρές της πρύμνης του πλοίου. Βλ. μάσκα, παρειά. [< αρχ. γόμφος]
γλουτός
γλουτόςγλου-τός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΑΝΑΤ. καθεμία από τις δύο σαρκώδεις προεξοχές στο κατώτερο τμήμα της ράχης, που σχηματίζονται από τους γλουτιαίους μυς και λιπώδη ιστό: αριστερός/δεξιός ~. Σμιλεμένοι/σφιχτοί/χαλαροί ~οί. Ανόρθωση/λίκνισμα των ~ών. Ασκήσεις που γυμνάζουν/συσφίγγουν τους ~ούς. Πβ. κωλομέρι, κώλος, οπίσθια, πισινός. Βλ. καπούλια. [< αρχ. γλουτός]
μάσκα
μάσκαμά-σκα ουσ. (θηλ.) {μασκών} 1. κάλυμμα ολόκληρου ή τμήματος του προσώπου που φοριέται για μεταμφίεση ή/και απόκρυψη της ταυτότητας, υπόδυση ρόλου, για τελετουργικούς σκοπούς ή για προστασία: αποκριάτικη/θεατρική/κωμική ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Νεκρική/χρυσή ~ (: ομοίωμα της μορφής του νεκρού· πβ. προσωπίδα). Ανθρωπόμορφες/ζωόμορφες ~ες (βλ. μουτσούνα).|| Ληστές με ~ες. Βλ. κουκούλα.|| (για το στόμα και τη μύτη) Αναπνευστική/ιατρική/χειρουργική ~. ~ κοινότητας/πολλαπλής χρήσης/σκόνης.|| (για τον κορονοϊό) ~ υψηλής αναπνευστικής προστασίας τύπου KN 95, FFP2 (: κωδικοί πιστοποίησης, στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη, αντίστοιχα).|| (για τα μάτια ή/και τη μύτη) ~ κατάδυσης/σκι. ~ σιλικόνης. Αγωνίστηκε με προστατευτική ~ στη μύτη.|| (για τα μάτια) ~ ύπνου (: για να μην ενοχλεί το φως).2. είδος καλλυντικής κρέμας: αναζωογονητική/αντιρυτιδική/δροσιστική/ενυδατική/θρεπτική/κρεμώδης/συσφικτική/τονωτική ~. ~ ματιών/ποδιών/προσώπου/σώματος. ~ καθαρισμού/ομορφιάς/τροφής (για μαλλιά). ~ πηλού. ~ από γιαούρτι. ~ με άργιλο. Απλώνω/αφαιρώ τη ~.3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επιφανειακή και παραπλανητική έκφραση, συμπεριφορά: (κάτω από τη) ~ της αδιαφορίας/καλοσύνης/υποκρισίας. Κρύβονται πίσω από μια ~. Πβ. λεοντή, προσωπείο.|| Το πρόσωπό της ήταν μια ανέκφραστη ~ (= αινιγματικό).4. τμήμα της πρόσοψης οχήματος, το οποίο στα αυτοκίνητα βρίσκεται ανάμεσα στα φώτα και συνήθ. φέρει το σήμα της μάρκας, ενώ στις μηχανές βρίσκεται στο ύψος του φαναριού: ανασχεδιασμένη/ενιαία/κυψελοειδής ~. ~ του ψυγείου. ~ με γρίλιες. Βλ. καπό.|| Καινούργια ~. Βλ. προφυλακτήρας.5. ΝΑΥΤ. καθεμία από τις δύο κυρτές πλευρές της πλώρης πλοίου. Βλ. γοφός, παρειά. ● μάσκες (οι): ΦΑΡΜΑΚ. απαγορευμένες ουσίες (π.χ. διουρητικά) που μπορούν να καλύψουν την παρουσία αναβολικών στον οργανισμό, επηρεάζοντας τα αποτελέσματα του αντιντόπινγκ κοντρόλ. ΣΥΝ. παράγοντες συγκάλυψης [< αγγλ. masking agents] ● Υποκ.: μασκάκι (το):1. μερική ή ολική τεχνητή οδοντοστοιχία. 2. κυρ. στη σημ. 4. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιασφυξιογόνα/αντιασφυξιογόνος μάσκα & μάσκα αερίων βλ. αντιασφυξιογόνος, μάσκα οξυγόνου βλ. οξυγόνο ● ΦΡ.: βγάζω τη μάσκα (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): αποκαλύπτω τον πραγματικό μου εαυτό: Έβγαλε ~ και έδειξε το ποιόν του., πέφτουν οι μάσκες & πέφτει το προσωπείο κάποιου (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): αποκαλύπτεται η αλήθεια: Έπεσαν ~ και καταλάβαμε τον πραγματικό τους σκοπό., φοράω (τη) μάσκα βλ. φορώ [< ιταλ. masca, γαλλ. masque]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.