Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 24 εγγραφές  [1-20]


  • γράμμα γράμ-μα ουσ. (ουδ.) {γράμμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κάθε σύμβολο του συστήματος γραφής μιας γλώσσας που παριστάνει έναν ή περισσότερους φθόγγους: άτονο/τονισμένο ~. Κεφαλαία (= μεγάλα)/πεζά (= μικρά, βλ. μικρογράμματος) ~ατα. Τα ~ατα του αλφάβητου (βλ. σύμφωνο, φωνήεν). Αντιστοίχιση/σειρά/σύμπλεγμα (πβ. δίψηφο)/συνδυασμός ~άτων. Το αρχικό ~ ονόματος (πβ. μονόγραμμα). Κωδικός που αποτελείται από ~ατα και αριθμούς (πβ. αλφαριθμητικός). Πβ. γράφημα. Βλ. σημαίνον.|| (συνήθ. στην ΤΥΠΟΓΡ.) Πρώτο ~ (= αρχίγραμμα). Έντονα/μαύρα/όρθια/πλάγια/υπογραμμισμένα ~ατα (= στοιχεία, χαρακτήρες). Αυτοκόλλητα ~ατα (βλ. λετρασέτ). Μέγεθος/μορφοποίηση/τύπος ~άτων (βλ. γραμματοσειρά). Διάστημα μεταξύ των ~άτων.|| (γραφικός χαρακτήρας:) ~ατα με ουρές (= καλλιγραφικά). Δεν βγάζω/δεν καταλαβαίνω τα ~ατά σου (βλ. κολλυβογράμματα). Κάνει ωραία/στρογγυλά ~ατα.|| Τα ~ατα μιας ταινίας/μιας τηλεοπτικής εκπομπής (: τίτλοι ή υπότιτλοι· βλ. ζενερίκ). Βλ. εικονό-, ιδεό-, ολό-γραμμα. 2. επιστολή: ανώνυμο/απειλητικό/αποχαιρετιστήριο/ενημερωτικό/ερωτικό/ευχαριστήριο/προσωπικό/συγκινητικό/συγχαρητήριο/συλλυπητήριο/χειρόγραφο ~. Aπλό/επείγον/συστημένο ~. ~ από/για/προς/σε κάποιον. Aποστολέας/παραλήπτης του ~ατος. Γράφω/διαβάζω/δίνω/έχω/παίρνω/στέλνω/ταχυδρομώ (ένα) ~. Απαντώ σε ένα ~. Ρίχνω το ~ στο γραμματοκιβώτιο.γράμματα (τα) 1. η λογοτεχνία και κατ' επέκτ. οι ανθρωπιστικές κυρ. επιστήμες: κλασικά (: αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, γραμματολογία)/νεοελληνικά ~. Άνθιση/πόλη των ~άτων. Η γιορτή των ~άτων (: των τριών Ιεραρχών). Η εμφάνιση/προσφορά ενός συγγραφέα στα ~. Διακρίθηκε στον χώρο των ~άτων. 2. γραφή και ανάγνωση και κατ' επέκτ. γνώσεις, σπουδές: Δεν ξέρει (πολλά) ~ (= είναι αγράμματος, αναλφάβητος).|| Τα πρώτα ~ (: στοιχειώδης εκπαίδευση). Έχει έφεση/κλίση στα ~. ● Υποκ.: γραμματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: Γράμματα και Τέχνες: πνευματικός πολιτισμός: βραβείο/κέντρο/λέσχη/σύνδεσμος/σχολή ~άτων και ~ών. Εθνικό αριστείο/Τάξη ~άτων και ~ών της Ακαδημίας Αθηνών. Προσωπικότητα των ~άτων και των ~ών., κενό/νεκρό γράμμα (μτφ.): (συνήθ. για αρχή, θεσμό, νόμο) που δεν εφαρμόζεται στην πράξη: Αρκετές από τις διακηρύξεις για τα δικαιώματα του παιδιού παραμένουν ~ ~. Βλ. ανενεργός. [< γαλλ. lettre morte] , το γράμμα/ (και) το πνεύμα του νόμου (μτφ.): η διατύπωση και όχι η ουσία του: Απόφαση σύμφωνη με ~ ~. Είναι προσκολλημένος στο ~ ~. Ακολουθώ/επιβάλλω/παρακάμπτω/τηρώ ~ ~., άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι βλ. άνθρωπος, ανοιχτή επιστολή βλ. επιστολή, εγκύκλιος παιδεία/εγκύκλιες σπουδές/εγκύκλια γράμματα βλ. εγκύκλιος, Ιερά Γράμματα βλ. ιερός, ψιλά γράμματα βλ. ψιλός ● ΦΡ.: (γράφω κάτι/κάτι γράφεται) με χρυσά γράμματα (στην ιστορία) & με ολόχρυσα γράμματα: για πρόσωπο ή γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό που αξίζει να μείνει στη μνήμη: Το όνομά του γράφτηκε με ~ ~ στις δέλτους/σελίδες της ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Πβ. χρυσές σελίδες., βουλωμένο γράμμα διαβάζεις (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος έχει διαίσθηση, αντιλαμβάνεται κάτι, χωρίς να έχει τα απαραίτητα στοιχεία: Καλά πώς το κατάλαβες; ~ ~! Βλ. ψυχανεμίζομαι., δεν (τα) παίρνει τα γράμματα & τα παίρνει τα γράμματα (προφ.): είναι κακός/καλός μαθητής στο σχολείο., κατά γράμμα: πιστά, με συνέπεια και ακρίβεια: Ακολούθησε ~ ~ τις οδηγίες/τις συμβουλές/τις υποδείξεις μου. Εκτελώ ~ ~ μια διαταγή/μια εντολή. Ερμηνεύω/εφαρμόζω ~ ~ τον νόμο/μια συμφωνία. Το πρόγραμμα της προπόνησης πρέπει να τηρείται ~ ~ (= σχολαστικά). Η λέξη ... σημαίνει ~ ~ ... Πβ. επακριβώς.|| (ως επίθ.) ~ ~ μετάφραση (= κατά λέξη, ακριβής. Πβ. αυτολεξεί)., κορόνα (ή) γράμματα: διαδικασία κατά την οποία κάποιος ρίχνει ψηλά ένα κέρμα, για να αποφασίσει τυχαία ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές δυνατότητες· το αντίστοιχο τυχερό παιχνίδι: Να το παίξουμε/να ρίξουμε ~ ~, για να αποφασίσουμε ποια ταινία θα δούμε., παίζω κάτι κορόνα (ή) γράμματα: αφήνω ή επιλέγω κάτι στην τύχη, ρισκάρω: ~ ~ τη ζωή μου/την καριέρα μου/το κεφάλι μου/το μέλλον μου. Πβ. ριψοκινδυνεύω., (τώρα στα γεράματα), μάθε γέρο γράμματα βλ. γεράματα, μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις βλ. δάσκαλος, δασκάλα [< αρχ. γράμμα]
  • γραμμάριο γραμ-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (συντομ. γρ., σύμβ. g): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της μάζας που αντιστοιχεί στο ένα χιλιοστό του κιλού: συσκευασία των πεντακοσίων ~ίων. Βλ. δράμι, λίβρα, μικρο~, νανο~, ουγγιά, χιλιό-, χιλιοστό-γραμμο. ● ΦΡ.: ούτε (ένα) γραμμάριο: καθόλου βάρος: Δεν έχω χάσει ~ ~ (: δεν έχω αδυνατίσει καθόλου)! Τρώει πολύ και δεν παίρνει ~ ~ (: δεν παχαίνει καθόλου). [< μτγν. γραμμάριον]
  • γραμματέας γραμ-μα-τέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αρσ. -α, αρσ. κ. θηλ. (λόγ.) -έως) | -είς, -έων} & (λόγ.) γραμματεύς 1. υπάλληλος υπεύθυνος για τη γραφική εργασία (αλληλογραφία, σύνταξη και πληκτρολόγηση κειμένων, πρακτικά, ραντεβού, τηλεφωνήματα) σε εταιρεία, υπηρεσία, οργανισμό: ιδιαιτέρα ~. ~ διεύθυνσης/διοίκησης. Η/ο ~ του πρύτανη/του υπουργού. Εκπαίδευση/σχολή ~έων. Βλ. γραφέας. 2. βαθμός υπαλληλικής ή άλλης ιεραρχίας: ~ (δημοτικής/τοπικής) οργάνωσης/συλλόγου/συμβουλίου. Α'/Β'/Γ' ~ πρεσβείας (βλ. ακόλουθος). Βλ. αρχι~. ● ΣΥΜΠΛ.: Γενικός (Γραμματέας) & (λόγ.) Γενικός Γραμματεύς (ακρ. ΓΓ): ανώτατο αξίωμα σε δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό, πολιτικό κόμμα, υπουργείο, οργάνωση, σωματείο: ~ ~ της Ακαδημίας Αθηνών/του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου/του ΝΑΤΟ/του ΟΗΕ. ~ ~ Αθλητισμού/Εμπορίου/Καταναλωτή/του Υπουργείου ... Αναπληρωτής ~ ~.|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ ~ της Κεντρικής Επιτροπής (: ο πρόεδρος κομμουνιστικού κόμματος)., ειδικός γραμματέας (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Ε, Γ): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κυβερνητικό όργανο με συντονιστική λειτουργία σε συγκεκριμένους τομείς της δημόσιας διοίκησης. ● ΦΡ.: γραμματείς και φαρισαίοι (μτφ.-ειρων.): για υποκριτές, ακραίους τυπολάτρες. [< αρχ. γραμματεύς, γαλλ. scribe, secrétaire]
  • γραμματεία γραμ-μα-τεί-α ουσ. (θηλ.) {γραμματειών} (κ. με κεφαλ. Γ) 1. τμήμα δημόσιας υπηρεσίας, οργανισμού ή επιχείρησης, υπεύθυνο για τη διεκπεραίωση γραφειοκρατικών υποθέσεων (παραλαβή, πληκτρολόγηση, πρωτοκόλληση, αρχειοθέτηση, αποστολή εγγράφων, χορήγηση πιστοποιητικών)· συνεκδ. ο χώρος στέγασης του αντίστοιχου τμήματος: η ~ της Σχολής. Βλ. τηλε~. 2. ΦΙΛΟΛ. το σύνολο των ειδών του γραπτού λόγου ενός έθνους ή μιας περιόδου: Αρχαία Ελληνική/Κλασική/Λατινική/Νεοελληνική ~. Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). Πβ. λογοτεχνία, φιλολογία. Βλ. γραμματολογία. ● ΣΥΜΠΛ.: Γενική Γραμματεία (ακρ. ΓΓ): διοικητικό όργανο κυρ. δημόσιου φορέα, οργανισμού ή κόμματος: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ ~ Αθλητισμού/Ισότητας/Πολιτικής Προστασίας.|| ~ ~ του ΟΗΕ. [< 1: μτγν. γραμματεία, γαλλ. secrétariat 2: γαλλ. littérature]
  • γραμματειακός , ή, ό γραμ-μα-τει-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη γραμματεία δημόσιας υπηρεσίας, οργανισμού ή επιχείρησης: ~ή: εξυπηρέτηση/(υπο)στήριξη. ~ό: προσωπικό. 2. ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στο σύνολο της γραπτής παραγωγής ενός λαού: ~ά: γένη/είδη. Πβ. λογοτεχν-, φιλολογ-ικός.
  • γραμματιζούμενος γραμ-μα-τι-ζού-με-νος επίθ./ουσ. (λαϊκό-συνήθ. ειρων.): γραμματισμένος.
  • γραμματική γραμ-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. το σύστημα των φωνητικών, φωνολογικών, μορφολογικών, συντακτικών και σημασιολογικών κανόνων μιας γλώσσας και γενικότ. κάθε θεωρητικό πρότυπο μελέτης και περιγραφής της δομής της: η ~ της Αγγλικής/Γαλλικής.|| Επικοινωνιακή/ιστορική/ιστορικοσυγκριτική/συγχρονική ~.|| (ΛΟΓΟΤ.) Ποιητική ~ (: των λογοτεχνικών κειμένων και ιδ. της ποίησης· βλ. ύφος). 2. (συνεκδ.) το εγχειρίδιο που περιγράφει τους σχετικούς κανόνες καθώς και το αντίστοιχο μάθημα στο σχολείο: Νεοελληνική ~. ~ για αρχάριους/προχωρημένους. Βλ. λεξικό.|| Ασκήσεις ~ής. Μαθαίνουμε ορθογραφία και ~. Έχει αδυναμίες στη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική-μετασχηματιστική γραμματική: θεωρία του Noam Chomsky, ερμηνευτικό μοντέλο της ικανότητας του ομιλητή μιας γλώσσας να σχηματίζει με έναν περιορισμένο αριθμό κανόνων, απεριόριστο αριθμό προτάσεων· περιγράφει τις διεργασίες που οδηγούν από τη βαθιά στην επιφανειακή δομή της γλώσσας. [< αγγλ. generative transformational grammar, 1959] , καθολική γραμματική: θεωρία που αναζητά ένα γενικό γραμματικό μοντέλο, στο οποίο ανάγονται οι δομές και οι κανονικότητες όλων των γλωσσών. [< αγγλ. universal grammar] , λειτουργική γραμματική: μελέτη της επικοινωνιακής λειτουργίας των λεξικών και γραμματικών στοιχείων μιας γλώσσας· γενικότ. η έμφαση στην πραγματολογική διάσταση της γλώσσας ως οργάνου κοινωνικής αλληλεπίδρασης. [< γαλλ. grammaire fonctionnelle] , παραδοσιακή γραμματική: το σύνολο των τάσεων και των μεθόδων σχετικά με τη μελέτη μιας γλώσσας πριν από την εδραίωση της γλωσσολογίας ως επιστήμης. Πβ. σχολική γραμματική., περιγραφική γραμματική: που περιγράφει συστηματικά τη δομή και τη λειτουργία των στοιχείων μιας γλώσσας, όπως αυτή μαρτυρείται σε δείγματα ομιλίας ή γραφής, χωρίς να ρυθμίζει τη χρήση της. [< γαλλ. grammaire descriptive ] , ρυθμιστική γραμματική (αρνητ. συνυποδ.): που επιδιώκει τη ρύθμιση της γλώσσας σύμφωνα με ορισμένα ιστορικά, λογικά και αισθητικά κριτήρια. [< γαλλ. grammaire normative] , σχολική γραμματική 1. αυτή που διδάσκεται στο σχολείο. 2. παραδοσιακή γραμματική., τυπική γραμματική: ΜΑΘ. αφηρημένη δομή που περιγράφει μια τυπική γλώσσα. Βλ. αλγόριθμος. [< αγγλ. formal grammar] [< αρχ. γραμματική (τέχνη)]
  • γραμματικοποίηση γραμ-μα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία γλωσσικής αλλαγής κατά την οποία λεξικές μονάδες αποκτούν σταδιακά γραμματική λειτουργία, ενώ, παράλληλα, χάνουν τη συντακτική, σημασιολογική και εν μέρει τη μορφολογική και φωνολογική τους αυτονομία (π.χ., ο δείκτης του μέλλ. "θα" προέρχεται από τη φράση "θέλω να", το ουσ. "χάρη" αποκτά σημασία πρόθεσης στη ΦΡ. "χάρη σε"). Βλ. λεξικοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. grammaticalisation, 1912, αγγλ. grammaticalization, 1955]
  • γραμματικός , ή, ό γραμ-μα-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. -ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με τη γραμματική: ~ός: έλεγχος. ~ή: λειτουργία (π.χ. των άρθρων, των συνδέσμων, των προθέσεων). ~ό: λάθος. ~οί: κανόνες/τύποι. ~ές: ασκήσεις/κλίσεις. ~ά: φαινόμενα. Οι ~ές πληροφορίες μιας λέξης (: γένος, αριθμός, πτώση, πρόσωπο, χρόνος, έγκλιση). Βλ. αντι~, συντακτικός. ● επίρρ.: γραμματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ ορθές/σωστές προτάσεις (= από ~ή άποψη). ● ΣΥΜΠΛ.: γραμματικές γνώσεις: μορφωτικό επίπεδο: βασικές/ελάχιστες/λίγες ~ ~. ~ ~ Δημοτικού/Γυμνασίου/Λυκείου., γραμματική δομή: σύνολο λέξεων (φράση, πρόταση) που σχηματίζεται σύμφωνα με τους κανόνες της γραμματικής μιας γλώσσας: αφηρημένες ~ές ~ές. [< αγγλ. grammatical structure] , γραμματική κατηγορία: το μέρος του λόγου στο οποίο ανήκει μια λέξη., γραμματικό γένος: το γένος ενός ουσιαστικού, όπως αυτό ορίζεται από τη γραμματική, σε αντιδιαστολή με το φυσικό γένος. [< αρχ. γραμματικός, αγγλ.-γαλλ. grammatical]
  • γραμματικός γραμ-μα-τι-κός ουσ. (αρσ.) 1. (κ. με κεφαλ. Γ) μελετητής αρχαίων κειμένων (κυρ. για τους φιλολόγους των ελληνιστικών χρόνων): οι Αλεξανδρινοί ~οί. Βλ. κριτικός, λόγιος, σχολιαστής. 2. (παλαιότ.-λαϊκό) γραμματέας: ~ της κοινότητας. [< μτγν. γραμματικός]
  • γραμματικοσυντακτικός , ή, ό γραμ-μα-τι-κο-συ-ντα-κτι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη γραμματική και το συντακτικό: ~ό: σύστημα (της γλώσσας). ~ά: φαινόμενα.
  • γραμματικότητα γραμ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. ορθότητα (λέξης, φράσης, πρότασης) ως προς τους γραμματικούς κανόνες. Βλ. αντιγραμματικός, -ότητα. [< πβ. γαλλ. grammaticalité, 1960, αγγλ. grammaticality, 1961]
  • γραμμάτιο γραμ-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΟΙΚΟΝ. αξιόγραφο που περιέχει υπόσχεση του εκδότη-οφειλέτη να πληρώσει στον δικαιούχο (λήπτη) συγκεκριμένο χρηματικό ποσό μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα: ανεξόφλητα/διαμαρτυρημένα/εισπρακτέα/πληρωτέα/προεξοφληθέντα ~α. ~ (προ)είσπραξης. ~ ετήσιας διάρκειας/ονομαστικής αξίας ... ευρώ. Τραπεζικά ~α. Υπέγραψε ~α, έβαλε ενέχυρα, υποθήκευσε το σπίτι του. Βλ. τραπεζο~. ● ΣΥΜΠΛ.: έντοκα γραμμάτια (του Ελληνικού Δημοσίου): ανώνυμος τίτλος ο οποίος εκδίδεται από το Δημόσιο για την κάλυψη αναγκών του (έλλειμμα) και στον οποίο περιέχεται η δέσμευση να καταβληθεί στον αγοραστή του το αρχικό ποσό με τόκο ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα. Βλ. δημόσιο δάνειο, ρέπος. [< γαλλ. bons du trésor] , γραμμάτιο/συναλλαγματική εις διαταγήν/σε διαταγή βλ. διαταγή [< πβ. μτγν. γραμμάτιον 'σύντομο γραπτό, συμβόλαιο', γαλλ. billet]
  • γραμματισμένος , η, ο γραμ-μα-τι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): μορφωμένος, σπουδασμένος. ΣΥΝ. γραμματιζούμενος, εγγράμματος ΑΝΤ. αγράμματος (2), αμόρφωτος [< μεσν. γραμματισμένος]
  • γραμματισμός γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & εγγραμματισμός. ΣΥΝ. αλφαβητισμός, εγγραμματοσύνη 1. η ικανότητα του ατόμου να λειτουργεί σε διάφορες συνθήκες επικοινωνίας, χρησιμοποιώντας τον προφορικό και γραπτό λόγο, καθώς και μη γλωσσικά κείμενα: γλωσσικός/ηλεκτρονικός/κοινωνικός/κριτικός/μαθηματικός/περιβαλλοντικός/πληροφορικός/σχολικός/τεχνολογικός/ψηφιακός ~. Πβ. πολυ~. 2. ικανότητα γραφής και ανάγνωσης. Βλ. ανα~, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αναδυόμενος γραμματισμός: ΠΑΙΔΑΓ. γνώση ανάγνωσης και γραφής που αποκτάται κατά την προσχολική ηλικία. Βλ. αναδυόμενη γραφή. [< αγγλ. emergent literacy] , οπτικός γραμματισμός & οπτικός αλφαβητισμός: ΠΑΙΔΑΓ. ικανότητα κατανόησης της εικόνας, των οπτικών μέσων και του τρόπου λειτουργίας τους. Βλ. πολυτροπικότητα. [< αγγλ. visual literacy, 1971] [< αγγλ. literacy]
  • γραμματο- & γραμματό- : α' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά στα γράμματα του αλφαβήτου, τις επιστολές ή τα λογοτεχνικά κείμενα μιας περιόδου: γραμματο-σειρά.|| Γραμματο-θυρίδα/~κιβώτιο. Γραμματό-σημο.|| Γραμματο-λογία.
  • γραμματοθυρίδα γραμ-μα-το-θυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ταχυδρομική θυρίδα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονική θυρίδα. ΣΥΝ. γραμματοκιβώτιο (3) [< 1: γαλλ. boîte postale 2: αγγλ. mailbox]
  • γραμματοκιβώτιο γραμ-μα-το-κι-βώ-τι-ο ουσ. (ουδ.) 1. μικρό κουτί στην είσοδο κατοικιών ή κτιρίων όπου ρίχνει ο ταχυδρόμος την αλληλογραφία. 2. μεγάλο, συνήθ. μεταλλικό, κουτί με σχισμή, τοποθετημένο σε δημόσιους χώρους, ιδ. έξω από ταχυδρομεία, μέσα στο οποίο μπορεί ο αποστολέας να ρίξει επιστολές ή έντυπα, προκειμένου να ταχυδρομηθούν. 3. ΠΛΗΡΟΦ. αρχείο αποτελούμενο από έναν ή περισσότερους φακέλους ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. ΣΥΝ. γραμματοθυρίδα (2), θυρίδα (3) [< 1,2: γαλλ. boîte aux lettres, γερμ. Briefkasten 3: αγγλ. mailbox]
  • γραμματοκομιστής γραμ-μα-το-κο-μι-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): (μτφ.-ειρων.) πρόσωπο που γνωστοποιεί τις αξιώσεις, εντολές, επιθυμίες τρίτων, συνήθ. ανωτέρων: ~ των κυβερνητικών εντολών. Δεν πρόκειται να γίνει ~ των αιτημάτων τους. Βλ. εντεταλμένος, εντολοδόχος. [< μτγν. γραμματοκομιστής]
  • γραμματολογία γραμ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΦΙΛΟΛ. κλάδος που μελετά τη γένεση και εξέλιξη των ειδών του γραπτού λόγου, κυρ. της λογοτεχνικής παραγωγής, ενός έθνους συνολικά ή σε μια ιστορική περίοδο· ιστορία της λογοτεχνίας και συνεκδ. το αντίστοιχο σύγγραμμα: Αρχαία/Νέα Ελληνική ~. ~ και θεωρία της λογοτεχνίας. Βλ. γραμματεία, -λογία. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκριτική γραμματολογία: συγκριτική μελέτη της γραμματείας δύο ή περισσότερων γλωσσών, λαών ή πολιτισμών. [< γαλλ. littérature comparée] [< γερμ. Literatur(geschichte), γαλλ. littérature]

αλγόριθμος

αλγόριθμος[ἀλγόριθμος] αλ-γό-ριθ-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. σύνολο σαφών ενεργειών ή κανόνων, ικανών και αναγκαίων για την επίλυση προβλημάτων, μετά από επεξεργασία των δεδομένων στοιχείων: άπειροι/πεπερασμένοι ~οι. ~ κρυπτογράφησης/ταξινόμησης. 2. ΠΛΗΡΟΦ. λογική σειρά πράξεων, καθορισμένων βήμα προς βήμα και εκτελέσιμων σε πεπερασμένο χρόνο από το υπολογιστικό σύστημα, με στόχο την επίλυση ενός προβλήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: άπληστος αλγόριθμος βλ. άπληστος [< γαλλ. algorithme, αγγλ. algorithm, 1926]

ανενεργός

ανενεργός, ή/ός, ό [ἀνενεργός] α-νε-νερ-γός επίθ. 1. που δεν έχει ενεργοποιηθεί ή δεν ισχύει, δεν λειτουργεί, δεν χρησιμοποιείται: ~ός: λογαριασμός/νόμος. ~ή: γραμμή (τηλεφώνου). ~ές: συνδέσεις. (Κάτι) καθίσταται/(παρα)μένει ~ό (πβ. αναποτελεσματικό, ανίσχυρο. ΑΝΤ. αποτελεσματικό, δραστικό).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: ιστοσελίδα. ~ό: παράθυρο. ΑΝΤ. ενεργοποιημένος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: ιός. ~ή/ός: νόσος (: που δεν παρουσιάζει συμπτώματα). ΑΝΤ. ενεργός (2) 2. (για πρόσ.) που δεν δραστηριοποιείται, δεν κάνει ή δεν χρησιμοποιεί κάτι, αδρανής: ~ός: σύλλογος. ~οί: συνδρομητές. ~ά: μέλη (ΑΝΤ. ενεργά). ● ΣΥΜΠΛ.: ανενεργός χρόνος: ΟΙΚΟΝ. κατά τον οποίο ένας εργαζόμενος ή ένα μηχάνημα δεν δουλεύει ή δεν μπορεί να δουλέψει: μέγιστος επιτρεπόμενος ~ ~. [< αγγλ. ineffective time] , ανενεργό ηφαίστειο βλ. ηφαίστειο [< γαλλ. inactif, αγγλ. inactive, πβ. μτγν. ἀνενεργής]

άνθρωπος

άνθρωπος[ἄνθρωπος] άν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) {ανθρώπ-ου | -ων} & (λαϊκό) άθρωπος 1. ΒΙΟΛ. ον αρσενικού ή θηλυκού γένους, το πιο εξελιγμένο ανάμεσα στα πρωτεύοντα θηλαστικά της Γης, με κύρια γνωρίσματα την όρθια στάση, τη λογική σκέψη και τον έναρθρο λόγο· ο άνθρωπος ως κοινωνικό ον, ως δημιουργός πολιτισμού· (περιληπτ.) το ανθρώπινο γένος, η ανθρωπότητα, συχνά σε σχέση με ορισμένη χρονική περίοδο: ~ και ζώα/τεχνολογία/φύση. Η υγεία/φυσιολογία του ~ου. Για την ασφάλεια/στην υπηρεσία του ~ου. Αλληλεπίδραση ~ου-ηλεκτρονικού υπολογιστή.|| Τα δημιουργήματα/η εξελικτική πορεία/η ιστορία του ~ου.|| Ο ~ της Αναγέννησης.|| (Οι διάφοροι πρόγονοι του σύγχρονου ~ου:) οι πρώτοι ~οι (πβ. αυστραλοπίθηκος, πιθηκ~). Ο ~ των σπηλαίων. Ο επιδέξιος ~ (homo habilis). Ο όρθιος ~ (homo erectus).|| (στον πληθ. το σύνολο των ~ων:) Οι ~οι γερνούν. Βλ. ανθρωπάκι, ανθρωπάκος, ανθρωπάριο, Θε~, προ~, συν~, υπ~, υπερ~, χιον~, χόμο. 2. συγκεκριμένη ανθρώπινη ύπαρξη (συνήθ. ως προς τις ιδιαίτερες σωματικές, πνευματικές, ψυχικές ή άλλες της ιδιότητες), άτομο, πρόσωπο: αισιόδοξος/έξυπνος/κακός/καλός/λογικός/νέος/σκληρός/τίμιος/υγιής/χαρούμενος ~. Θέλω να γίνω καλύτερος ~ (: για τον χαρακτήρα κάποιου). Τι ~ είναι; Γιατί του μιλάς έτσι του ~ου; Νέο κρούσμα του ιού/της νόσου ... σε ~ο. Ερωτεύτηκε λάθος ~ο. Έχω (δικό μου) ~ο στο ... (πβ. έμπιστος). Οι απλοί, καθημερινοί ~οι. Είμαστε πολιτισμένοι ~οι. Δεν πρέπει να χαθούν άλλοι ~οι (= ανθρώπινες ζωές).|| (που διακρίνεται για το ήθος, τα ψυχικά του χαρίσματα:) Πάνω από όλα είναι ~. Αν θέλεις να λέγεσαι ~ ... Αυτός δεν είναι ~ (βλ. αγρι~, απ~, παλι~). Βλ. αχυρ~, φιλ~.|| (με αδυναμίες, πάθη:) Μην ξεχνάς ότι ~ είμαι και εγώ.|| (η προσωπική ζωή σε αντιδιαστολή προς το επάγγελμα, το έργο:) Σαν καλλιτέχνης και σαν ~.|| (επιτατ.) Πού να τρέχω τώρα γέρος ~; Δεν ντρέπεσαι παντρεμένος ~ να ξενυχτάς;|| (για πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες:) Ψάχνω ~ο να βάψει το σπίτι (= κάποιον).|| Δεν συναντήσαμε ~ο (: ψυχή ζώσα). Δεν ήρθε ~ (= κανείς) στην εκδήλωση.|| Ο Θεός έγινε ~ (πβ. ενανθρώπηση). 3. για να δηλωθεί ότι κάποιος αναπτύσσει ορισμένη δραστηριότητα, έχει μια ιδιότητα, ανήκει σε κάποιο χώρο ή συχνάζει κάπου: (+ γεν.) ~ της θάλασσας (πβ. ναυτικός)/του θεάτρου (πβ. θεατρ~)/του Θεού (πβ. θρήσκος)/του λαού/της νύχτας/της πιάτσας/του σπιτιού (πβ. σπιτόγατος)/της τέχνης. ~οι της δράσης/του περιθωρίου/του ποδοσφαίρου.|| Δεν είναι ~ που εμπιστεύεται εύκολα κάποιον. 4. πρόσωπο που ανήκει στον κύκλο κάποιου· μέλος, στέλεχος ή υπάλληλος: Είναι ~ του κόμματος/της κυβέρνησης. Πβ. όργανο. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι & άνθρωποι του πνεύματος {σπανιότ. στον εν. άνθρωπος}: όσοι ασχολούνται με τα γράμματα, τις επιστήμες ή την τέχνη· διανοούμενοι, λόγιοι: Η εκπομπή φιλοξενεί ~ους των γραμμάτων και των τεχνών. Πβ. διανόηση, ιντελιγκέντσια, πνευματική ηγεσία. Βλ. ταγός.[< γαλλ. les gens de lettres] , άνθρωπος του Νεάντερταλ (homo neanderthalensis): ΑΝΘΡΩΠ. υποείδος του σοφού-νοήμονα ανθρώπου (homo sapiens) που έζησε μεταξύ 100.000-40.000 π.Χ., κυρ. στην Ευρώπη και την Ασία: απολιθωμένο κρανίο του ~ου του ~., ο Υιός του Ανθρώπου/του Θεού: ΘΕΟΛ. ο Χριστός., ανθρώπινος παράγοντας/παράγων βλ. παράγοντας, άνθρωπος-σάντουιτς βλ. σάντουιτς, άνθρωπος της δουλειάς βλ. δουλειά, άνθρωπος του κόσμου βλ. κόσμος, ανώτερος άνθρωπος βλ. ανώτερος, καινός άνθρωπος βλ. καινός, σκεπτόμενος άνθρωπος/σκεπτόμενο ον βλ. σκεπτόμενος, τα ανθρώπινα δικαιώματα/τα δικαιώματα του ανθρώπου βλ. δικαίωμα ● ΦΡ.: άνθρωπέ μου & άνθρωπε του θεού: (συνήθ. σε ερωτήσεις) για να εκφραστεί αγανάκτηση, απορία ή δυσάρεστη συνήθ. έκπληξη: Μα (καλά) τι λες/τι ρωτάς ~ ~; Είσαι/πας καλά ~ ~; Τι θες, ~ ~, τέτοια ώρα; Τι κάνεις εκεί, ~ ~; Μη φωνάζεις έτσι, ~ ~!, από άνθρωπο σε άνθρωπο 1. για ό,τι μεταδίδεται, μεταβιβάζεται από το ένα πρόσωπο στο άλλο. 2. σε σύγκριση: Το DNA διαφέρει ~ ~., γίνομαι άλλος άνθρωπος: αλλάζω εντελώς ως προς τη συμπεριφορά, τον χαρακτήρα ή/και την εξωτερική μου εμφάνιση, συνήθ. προς το καλύτερο: Έχασε είκοσι κιλά και έγινε ~.|| (σπανιότ. προς το χειρότερο:) Μετά το ατύχημα έγινε ~., γίνομαι άνθρωπος/κάνω κάποιον άνθρωπο (μτφ.): αποκτώ ή κάνω κάποιον να αποκτήσει συμπεριφορά κυρ. ή εξωτερική εμφάνιση, όπως ορίζεται από τις κοινωνικές συμβάσεις: Ε, δεν ~εσαι ~ με τίποτα! Κουρεύτηκες και έγινες ~!|| Μην ξεχνάς ότι εγώ σε έκανα ~ο!, ίδε/ιδού ο άνθρωπος: (ΚΔ) (να ο άνθρωπος) (εμφατ.) λέγεται απαξιωτικά για αισχρό άνθρωπο, κυρ. για τις πράξεις του., ο άνθρωπός μου 1. πρόσωπο έμπιστο, συγγενικό ή με το οποίο κάποιος έχει στενές σχέσεις· (ειδικότ.) ο(/η) ερωτικός(/ή) σύντροφος ή ο(/η) σύζυγος: Έχασαν τον ~ό τους. Θα είμαι πάντα ~ σου. 2. το άτομο που θέλει, αναζητά κάποιος: (Δεν) είμαι ~ σου. Αναμφίβολα είναι ~ μας., σαν άνθρωπος: όπως αξίζει, αρμόζει, ταιριάζει στους ανθρώπους ή τους χαρακτηρίζει: Ζει/πέθανε ~ ~ (πβ. αξιοπρεπώς).|| ~ ~ κι εγώ έχω ελαττώματα., σαν ένας άνθρωπος: ενωμένοι, όλοι μαζί: Το πλήθος ~ ~ ξεσηκώθηκε και φώναξε., τα λάθη είναι ανθρώπινα/άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε & τα λάθη είναι για τους ανθρώπους: για να δηλωθεί ότι ο άνθρωπος έχει ελαττώματα, πάθη: Να θυμάσαι πάντα ότι ~ ~., τι σου είναι ο άνθρωπος!: για να εκφραστεί έκπληξη, θαυμασμός για τα ανθρώπινα έργα ή λόγια ή για να τονιστεί η ασημαντότητα της ανθρώπινης ύπαρξης: ~ ~! Ένα τίποτα. Βλ. τι σου είναι ο κόσμος!, άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει βλ. βουλή, άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο βλ. απελέκητος, άνθρωπος της οικογένειας βλ. οικογένεια, άνθρωπος των άκρων βλ. άκρο, ενώπιον Θεού και ανθρώπων βλ. ενώπιον, καλέ μου άνθρωπε! βλ. καλός, μια σπιθαμή άνθρωπος βλ. σπιθαμή, ο άνθρωπος για τον άνθρωπο (είναι) λύκος βλ. λύκος, ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση βλ. κατάλληλος [< αρχ. ἄνθρωπος, γαλλ. homme, αγγλ. man, γερμ. Mensch]

αντιγραμματικός

αντιγραμματικός, ή, ό [ἀντιγραμματικός] α-ντι-γραμ-μα-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που δεν είναι γραμματικά αποδεκτός: ~ός: τύπος. ~ή: δομή/πρόταση (π.χ. *Ο Γιώργος ήρθε αύριο. Βλ. μη αποδεκτή πρόταση). [< αγγλ. ungrammatical, γαλλ. agrammatical, 1929]

γεράματα

γεράματαγε-ρά-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): γηρατειά: Είχε καλά ~. Έζησε μέχρι/ως τα βαθιά ~. ΣΥΝ. γήρας ● ΦΡ.: (τον) πήραν τα γεράματα: άρχισε να γερνά: Δεν σε πήραν και τα ~!, (τώρα στα γεράματα), μάθε γέρο γράμματα (παροιμ.): είναι δύσκολο σε μεγάλη ηλικία να αποκτήσει κάποιος γνώσεις ή δεξιότητες ή γενικότ. να αλλάξει τρόπο ζωής. [< μεσν. γηράματα]

γραμματεία

γραμματείαγραμ-μα-τεί-α ουσ. (θηλ.) {γραμματειών} (κ. με κεφαλ. Γ) 1. τμήμα δημόσιας υπηρεσίας, οργανισμού ή επιχείρησης, υπεύθυνο για τη διεκπεραίωση γραφειοκρατικών υποθέσεων (παραλαβή, πληκτρολόγηση, πρωτοκόλληση, αρχειοθέτηση, αποστολή εγγράφων, χορήγηση πιστοποιητικών)· συνεκδ. ο χώρος στέγασης του αντίστοιχου τμήματος: η ~ της Σχολής. Βλ. τηλε~. 2. ΦΙΛΟΛ. το σύνολο των ειδών του γραπτού λόγου ενός έθνους ή μιας περιόδου: Αρχαία Ελληνική/Κλασική/Λατινική/Νεοελληνική ~. Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). Πβ. λογοτεχνία, φιλολογία. Βλ. γραμματολογία. ● ΣΥΜΠΛ.: Γενική Γραμματεία (ακρ. ΓΓ): διοικητικό όργανο κυρ. δημόσιου φορέα, οργανισμού ή κόμματος: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ ~ Αθλητισμού/Ισότητας/Πολιτικής Προστασίας.|| ~ ~ του ΟΗΕ. [< 1: μτγν. γραμματεία, γαλλ. secrétariat 2: γαλλ. littérature]

γραμματολογία

γραμματολογίαγραμ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΦΙΛΟΛ. κλάδος που μελετά τη γένεση και εξέλιξη των ειδών του γραπτού λόγου, κυρ. της λογοτεχνικής παραγωγής, ενός έθνους συνολικά ή σε μια ιστορική περίοδο· ιστορία της λογοτεχνίας και συνεκδ. το αντίστοιχο σύγγραμμα: Αρχαία/Νέα Ελληνική ~. ~ και θεωρία της λογοτεχνίας. Βλ. γραμματεία, -λογία. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκριτική γραμματολογία: συγκριτική μελέτη της γραμματείας δύο ή περισσότερων γλωσσών, λαών ή πολιτισμών. [< γαλλ. littérature comparée] [< γερμ. Literatur(geschichte), γαλλ. littérature]

γραφέας

γραφέαςγρα-φέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {γραφέ-α (λόγ.) -ως | -είς, -έων} ΣΥΝ. γραφιάς 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (παλαιότ.) υπάλληλος που διεκπεραίωνε γραφικές εργασίες: ~ Α'/Β'. Βλ. αντι~, απο~, εγ~, κλητήρας. 2. ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης επιφορτισμένος με τη διεκπεραίωση εργασίας γραφείου. [< αρχ. γραφεύς ‘γραμματέας, αντιγραφέας, συγγραφέας, ζωγράφος’]

Δημόσιο

Δημόσιοβλ. δημόσιος

διαταγή

διαταγήδι-α-τα-γή ουσ. (θηλ.): εντολή από ανώτερη προς υφιστάμενη Αρχή, της οποίας η εκτέλεση είναι υποχρεωτική· συνεκδ. το σχετικό έγγραφο: αυστηρή/γραπτή/εμπιστευτική/παράνομη/προφορική/ρητή ~. Εγκύκλιος-~. Ήρθε ~. Έλαβε τη/έχει/πήρε τη ~ (= τον διέταξαν) να ... (Ενεργώ) σύμφωνα με τη ~/(λόγ.) κατά διαταγή(ν) κάποιου.|| Στάλθηκε ειδική ~ προς όλα τα αρμόδια όργανα.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του διοικητή. ~ επιχειρήσεων. Ο στρατιώτης υπάκουσε στις ~ές των ανωτέρων του. Πβ. προσταγή. Βλ. ντιρεκτίβα, οδηγία. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμάτιο/συναλλαγματική εις διαταγήν/σε διαταγή: ΟΙΚΟΝ. έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα άτομο (εκδότη) προς άλλο άτομο (αποδέκτη) για να πληρώσει ορισμένο χρηματικό ποσό σε διαταγή τρίτου (δικαιούχου)., ημερήσια διαταγή: ΣΤΡΑΤ. ειδικό βιβλίο επιτελείου ή μονάδας στο οποίο καταχωρούνται οι αποφάσεις της στρατιωτικής διοίκησης· συνεκδ. κάθε επίσημη στρατιωτική ανακοίνωση. || ~ ~ του Υπουργού Άμυνας. Βλ. ημερήσια διάταξη., εντολή/διαταγή πληρωμής βλ. εντολή ● ΦΡ.: (είμαι) στις διαταγές/υπό τις διαταγές & (λόγ.) υπό τας διαταγάς (κάποιου): είμαι υπό την εξουσία του: Η στρατιωτική δύναμη είναι/τελεί υπό τις ~ές του Συμβουλίου Ασφαλείας/του ΟΗΕ., βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα (προφ.): για απόφαση που πρέπει να εφαρμοστεί αμέσως και χωρίς αντιρρήσεις., στις διαταγές σας! (συχνά ειρων.): για δήλωση υπακοής., μέχρι νεοτέρας/νεωτέρας (διαταγής) βλ. νεότερος [< μτγν. διαταγή, γαλλ. ordre]

δράμι

δράμιδρά-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-συχνά σε αρνητ. εκφορά) για κάτι που υπάρχει σε ελάχιστο βαθμό: (Δεν έχει ούτε) ένα ~ (: έναν κόκκο) ανθρωπιάς/σεβασμού/ωριμότητας. ~ μυαλό δεν του έμεινε (πβ. κουκούτσι). ΣΥΝ. ίχνος (3), στάλα, σταλιά 2. (παλαιότ.) μονάδα βάρους ισοδύναμη με το ένα τετρακοσιοστό της οκάς (περ. 3,2 γραμμάρια). [< μεσν. δράμι(ον)]

εγκύκλιος

εγκύκλιος[ἐγκύκλιος] ε-γκύ-κλι-ος ουσ. (θηλ.) {εγκυκλί-ου}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επίσημο έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει οδηγίες για την ερμηνεία και εφαρμογή διαταγμάτων, κανονισμών, νόμων και την αντιμετώπιση ορισμένων προβλημάτων και κοινοποιείται από μία ανώτερη Αρχή ή υπηρεσία στις υφιστάμενές της: διευκρινιστική/εκλογική/ενημερωτική/επείγουσα/ερμηνευτική/πρόσφατη/συμπληρωματική/σχετική/υπουργική ~. ~ αποσπάσεων/διορισμών/μεταθέσεων. Δημοσίευση/τροποποίηση της ~ου. Έχει εκδοθεί ~. Η ~ (απ)εστάλη προς όλα τα υπουργεία.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Πατριαρχική/ποιμαντορική ~. ~ της (Διαρκούς) Ιεράς Συνόδου.|| (ως επίθ.) ~ος: διαταγή. ~ες: οδηγίες. (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: επιστολή. ~α: σημειώματα. [< μτγν. ἐγκύκλιος (ἐπιστολή), γαλλ. circulaire (administrative)]

εικονο- & εικονό-

εικονο- & εικονό-: α' συνθετικό ουσιαστικών, επιθέτων ή ρημάτων που αναφέρονται στο εικόνισμα ή την εικόνα: εικονο-στάσιο. Εικονό-γραμμα.|| Εικονο-λατρικός.|| Εικονο-γραφώ.

εντεταλμένος

εντεταλμένος, η, ο [ἐντεταλμένος] ε-ντε-ταλ-μέ-νος επίθ. (επίσ.): που έχει αναλάβει να εκτελέσει μια εντολή ή να φέρει σε πέρας μια αποστολή: ~ος: εκπρόσωπος/ερευνητής (βλ. δόκιμος). ~η: επιτροπή.|| (ως ουσ., συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ε) Ειδικός ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/των ΗΠΑ (πβ. απεσταλμένος, εκπρόσωπος). ~ διδασκαλίας (στη βαθμίδα του Λέκτορα/στο Πανεπιστήμιο). Πβ. αρμόδιος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: επιτήρηση/υπηρεσία (= ανατεθείσα). ● βλ. εντέλλομαι [< αρχ. ἐντεταλμένος]

επιστολή

επιστολή[ἐπιστολή] ε-πι-στο-λή ουσ. (θηλ.) 1. γραπτό κείμενο που απευθύνεται σε παραλήπτη (πρόσωπο ή οργανισμό) και συνήθ. αποστέλλεται τοποθετημένο μέσα σε φάκελο: ανώνυμη/απαντητική/απειλητική/διορθωτική/ενυπόγραφη/επίσημη/ερωτική/ευχαριστήρια/ομαδική/πολυσέλιδη/προειδοποιητική/προσωπική/συγχαρητήρια/συλλυπητήρια/τυπική ~. Απλή/(κατ)επείγουσα/συστημένη ~ (: μέσω ταχυδρομείου). ~ διαμαρτυρίας/παραίτησης. ~ πωλήσεων (: σε πιθανούς αγοραστές). ~-καταγγελία. Σύνταξη/σχέδιο/υπόδειγμα ~ής. Κοινοποίηση ~ής. ~ές αναγνωστών (: συνήθ. σε εφημερίδες και περιοδικά). Το απόρρητο των ~ών. Πβ. γράμμα. 2. πραγματεία με συμβουλευτικό, παραινετικό χαρακτήρα: οι ~ές του αποστόλου Παύλου. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή επιστολή & ανοιχτό γράμμα: κείμενο που δημοσιεύεται στον Τύπο, απευθύνεται κυρ. σε δημόσιο πρόσωπο ή επίσημο φορέα και συνήθ. ασκεί κριτική ενώπιον της κοινής γνώμης: ~ ~ πολιτών. ~ ~ προς τον Πρωθυπουργό., εγκύκλιος επιστολή: ΕΚΚΛΗΣ. που αποστέλλεται από συνόδους ή επισκόπους προς τον κλήρο., συνοδευτική επιστολή: που συνοδεύει βιογραφικό σημείωμα: πρότυπο ~ής ~ής. [< αγγλ. cover/covering letter] , συστατική επιστολή: που αποστέλλεται σε πανεπιστήμιο ή εργοδότη, για να επιβεβαιωθεί η αξία, η ικανότητα και γενικότ. τα προσόντα υποψηφίου: ~ ~ (καθηγητή) για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. [< αρχ. συστατική ἐπιστολή, γαλλ. lettre de recommandation] , εγγυητική επιστολή βλ. εγγυητικός [< αρχ. ἐπιστολή, γαλλ. lettre, αγγλ. letter]

ιερός

ιερός, ή/(λόγ.) ά, ό [ἱερός] ι-ε-ρός επίθ. 1. (συχνά με κεφαλ. Ι) που αναφέρεται στον Θεό, στα θεία, στη θρησκεία ή που έχει μεγάλη θρησκευτική σημασία: ~ός: μήνας/ναός/τόπος (βλ. προσκύνημα)/ύμνος/χορός. ~ή: ακολουθία/εικόνα/κοινότητα/λειτουργία (= Θεία)/Μονή/μορφή/πηγή (= αγίασμα)/προσευχή/συγκίνηση/σύναξη. ~ό: ανάγνωσμα/ένδυμα/λείψανο/μυστήριο/νησί. ~ές: τελετές. ~ά: άμφια. Η ~ά Αρχιεπισκοπή/Μητρόπολη. Βλ. πανίερος.|| (για Άγιο, συνήθ. λόγιο) Ο ~ Αυγουστίνος/Φώτιος.|| Τα ~ά ζώα αρχαίων πολιτισμών. 2. που του οφείλουμε σεβασμό, γιατί έχει μεγάλη ηθική αξία και σημασία: ~ός: αγώνας/θεσμός/όρκος/σκοπός. ~ή: αποστολή/γη/ιδέα/μνήμη/προσφορά/υποχρέωση/φλόγα. ~ό: καθήκον/όνομα/πρόσωπο/σύμβολο/χρέος. ~ά: χώματα (= άγια). Πβ. αξιοσέβαστος, σεβαστός. ΑΝΤ. ανίερος 3. ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κοντά στο ιερό οστό: ~ός: σπόνδυλος. ~ή: αρτηρία/μοίρα. ~ά: τρήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: Ιερά Γράμματα: ΘΕΟΛ. η Αγία Γραφή. Πβ. Βίβλος., ιερά νόσος (ευφημ.-παλαιότ.): επιληψία., Ιερά Σύνοδος: ΕΚΚΛΗΣ. το ανώτατο διοικητικό όργανο κάθε αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας., ιερή τέχνη: που υπηρετεί τη θρησκευτική λατρεία: η ~ ~ της αγιογραφίας., Ιερό Βιβλίο/Κείμενο: ΘΡΗΣΚ. γραπτό, συνήθ. παλαιό έργο, που θεωρείται θεόπνευστο και αποτελεί τη βάση της πίστης και της λατρευτικής ζωής σε μια θρησκεία: τα ~ά ~α του Χριστιανισμού (πβ. Αγία Γραφή).|| Τα ~ά ~α του Ινδουισμού (πβ. Βέδες)/Ιουδαϊσμού (πβ. Ταλμούδ, Τορά)/Μουσουλμανισμού (πβ. Κοράνι). ΣΥΝ. Ιερές Γραφές, ιερό οστό & (λόγ.) ιερό οστούν: ΑΝΑΤ. τριγωνικό οστό που βρίσκεται στο κάτω άκρο της σπονδυλικής στήλης. Βλ. κόκκυγας., ιερός/θρησκευτικός πόλεμος: που γίνεται στο όνομα μιας θρησκείας. Βλ. σταυροφορία, τζιχάντ., [< γαλλ. guerre sainte], (Ιερά) Σύνοψη βλ. σύνοψη, Διαρκής Iερά Σύνοδος βλ. σύνοδος, θείος/ιερός νόμος βλ. νόμος, Ιερά Εξέταση βλ. εξέταση, ιερά σινδόνη βλ. σινδόνη, ιερά σκεύη βλ. σκεύος, ιερά τέρατα βλ. τέρας, Ιερά/Ιερή Παράδοση βλ. παράδοση, Ιερές Γραφές βλ. γραφή, ιερή αγελάδα βλ. αγελάδα, ιερή αποδημία βλ. αποδημία, ιερή πόλη βλ. πόλη, ιερό άλσος βλ. άλσος, ιερό τοτέμ βλ. τοτέμ, Ιερό/Άγιο Βήμα βλ. βήμα, ιεροί/θείοι κανόνες βλ. κανόνας, ιερός χώρος βλ. χώρος, ο Ιερός Βράχος βλ. βράχος ● ΦΡ.: δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο: δεν σέβεται τίποτα, δεν έχει ηθικούς φραγμούς, είναι αδίστακτος, αχρείος., σε ό,τι έχω ιερό: (σε όρκο): Σας τ' ορκίζομαι ~ ~, δεν έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο., τα ιερά και τα όσια: το σύνολο των αξιών και γενικότ. ό,τι πιο ιερό έχει κάποιος: ~ ~ της πατρίδας/πίστης/φυλής. Βεβηλώνω/θίγω/προσβάλλω ~ ~ κάποιου. Πβ. θεία (τα). ● βλ. ιερό [< αρχ. ἱερός]

κριτικός

κριτικός, ή, ό κρι-τι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από τάση προσεκτικής και σε βάθος εξέτασης και αξιολόγησης, εύρεσης λαθών και παραλείψεων και τελικής διατύπωσης προσωπικών και εμπεριστατωμένων απόψεων και κρίσεων: ~ός: νους. ~ή: ανάλυση/δεξιότητα/εξέταση/ικανότητα/παρουσίαση. ~ό: μυαλό/πνεύμα. ~ή και αναλυτική σκέψη. Αντιμετώπισε το θέμα με ~ή διάθεση. Βλ. ανα~, κατα~, μετα~, συγ~. 2. που έχει ως αντικείμενο την κριτική, κυρ. πνευματικού έργου: ~ό: άρθρο/δοκίμιο/σημείωμα. || Η ~ή θεωρία. ● Ουσ.: κριτικός (ο/η): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την κριτική καλλιτεχνικών έργων: ~ βιβλίου (= βιβλιο~)/θεάτρου/κινηματογράφου (= σινε~)/λογοτεχνίας/μουσικής (= μουσικο~)/τέχνης (= τεχνο~)/τηλεόρασης (= τηλε~)/χορού. ● επίρρ.: κριτικά ● ΣΥΜΠΛ.: κριτική επιτροπή: το σύνολο των κριτών κυρ. σε διαγωνισμό ή τηλεπαιχνίδι: ~ ~ της (τηλεοπτικής) εκπομπής/του σόου/του φεστιβάλ. Η απόφαση/τα μέλη/ο πρόεδρος/η σύνθεση της ~ής ~ής. Η ~ ~ απαρτίζεται/αποτελείται από ..., κριτική έκδοση βλ. έκδοση, κριτική σκέψη βλ. σκέψη, κριτική του κειμένου βλ. κείμενο, κριτικό υπόμνημα βλ. υπόμνημα, κριτικός αναγνώστης βλ. αναγνώστης [< αρχ. κριτικός ‘ικανός να (δια)κρίνει’, γαλλ. critique, αγγλ. critical, γερμ. kritisch]

λεξικό

λεξικόλε-ξι-κό ουσ. (ουδ.) 1. βιβλίο με λέξεις, ταξινομημένες σε αλφαβητική συνήθ. σειρά, που μπορεί να συνοδεύονται από το ερμήνευμά τους, σχετικές εκφράσεις, ποικίλες πληροφορίες αναφορικά με τη γραμματική, την προφορά, την ετυμολογία, τη σύνταξη, τη χρήση, ή/και τη μετάφρασή τους σε μία ή περισσότερες γλώσσες ή οι οποίες ανήκουν σε συγκεκριμένο θεματικό πεδίο: εννοιολογικό (= αντιλεξικό)/επίτομο/ερμηνευτικό/ετυμολογικό/εύχρηστο/γενικό/ιστορικό/ορθογραφικό/πολύτομο/φιλοσοφικό/χρηστικό ~. ~ αντιθέτων/ανωμάλων ρημάτων/της αργκό/της ελληνικής νοηματικής γλώσσας/κοινωνιολογίας/μαθηματικών/μουσικής/ορολογίας (π.χ. φυσικών επιστημών)/παραγώγων/προφοράς/συμβόλων/συνωνύμων. ~ ιατρικών/νομικών/οικονομικών/τεχνικών όρων. Δίγλωσσα ~ά (π.χ. ελληνογαλλικό/αγγλογερμανικό ~). Ειδικά ~ά (π.χ. ~ της Πληροφορικής). Εικονογραφημένο θεματικό ~ (π.χ. για τους υπολογιστές). ~ για αρχάριους/μαθητές. Έντυπα/διαδικτυακά/ηλεκτρονικά ~ά. Βιογραφικά/ξενόγλωσσα ~ά. Λήμματα/ορισμοί/συντάκτες ~ού. ~ σε σιντί. Αξιοποίηση/χρήση ~ών στη διδασκαλία. Συμβουλεύομαι ένα ~. Ψάχνω μια λέξη στο ~. Αυτή η λέξη δεν υπάρχει στο/δεν την έχει το ~. Μεταφράζω με τη βοήθεια του ~ού. Βλ. γλωσσάριο, ευρετήριο, θησαυρός. 2. (σπάν.) λεξιλόγιο. 3. ΠΛΗΡΟΦ. λίστα των συμβολικών ονομάτων που ορίζονται σε ένα πρόγραμμα, η οποία περιέχει πληροφορίες για τη σημασία τους, τις τιμές και τις μεταξύ τους σχέσεις: ~ δεδομένων. Βλ. μεταδεδομένα. ● ΣΥΜΠΛ.: νοητικό λεξικό: ΓΛΩΣΣ. οργανωμένο σύνολο λέξεων που είναι αποθηκευμένες στον νου του ομιλητή μιας γλώσσας. [< αγγλ. mental lexicon] , αντίστροφο λεξικό βλ. αντίστροφος, εγκυκλοπαιδικό λεξικό βλ. εγκυκλοπαιδικός [< 1,2: μτγν. λεξικόν 'συναγωγή λέξεων συγγραφέα ή συγγραφέων', γαλλ. dictionnaire, lexique 3: αγγλ. dictionary, 1957, lexicon]

λεξικοποίηση

λεξικοποίησηλε-ξι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία μετατροπής ενός στοιχείου ή μιας φράσης σε ενιαίο λεξικό στοιχείο: π.χ. ΕΣΥ (ακρ.), τα ξέρει όλα (= ξερόλας). Βλ. γραμματικοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. lexicalisation, 1927, αγγλ. lexicalization, 1949]

πολυτροπικότητα

πολυτροπικότηταπο-λυ-τρο-πι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): μορφή παρουσίασης κειμένου που περιλαμβάνει και συνδυάζει περισσότερους από έναν σημειωτικούς τρόπους: η ~ των κειμένων. Βλ. -ότητα, πολυγραμματισμός. [< αγγλ. multimodality, 1932]

σημαίνον

σημαίνον[σημαῖνον] ση-μαί-νον ουσ. (ουδ.) {σημαίν-οντος, -οντα | -όντων}: ΓΛΩΣΣ. η μορφή του γλωσσικού σημείου, σε αντιδιαστολή με το σημαινόμενο· η ακουστική του εικόνα: Στο γλωσσικό σημείο "νερό", ~ είναι το ακουστικό ίνδαλμα [nero].|| (κατ' επέκτ.) Τα ~οντα ενός κειμένου (: τα εκφραστικά μέσα). Βλ. σημαίνει. [< μτγν. τό σημαῖνον, γαλλ. signifiant, 1910]

σύμφωνο

σύμφωνοσύμ-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} 1. ΓΛΩΣΣ. φθόγγος που δημιουργείται από φραγμό ή στένεμα στη φωνητική οδό, έτσι ώστε η ροή του αέρα να εμποδίζεται ολικώς ή μερικώς· συνεκδ. το αντίστοιχο γράμμα του αλφαβήτου: (διάκριση ως προς τον τρόπο άρθρωσης:) άηχα (π, τ, κ, φ ...)/ηχηρά (μπ, ντ, γκ, γ ...)/κλειστά (π, τ, κ ...) (πβ. στιγμιαία)/παλλόμενα (ρ)/πλευρικά (λ) (πβ. υγρά)/ρινικά (μ, ν) (πβ. έρρινα)/τριβόμενα (β, χ, ζ ...) (πβ. διαρκή, εξακολουθητικά) ~α.|| (Διάκριση ως προς τον τόπο άρθρωσης:) Διχειλικά/μεσοδοντικά/ουρανικά/συριστικά/χειλοδοντικά/υπερωικά ~α. Τελικά ~α (ς, ν). 2. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. επίσημη συμφωνία μεταξύ κρατών, διεθνών οργανισμών: άτυπο/διακρατικό/διεθνές/εμπορικό/ιδιωτικό (πβ. συμβόλαιο) ~. ~ ειρήνης (πβ. συνθήκη)/μη επιθέσεως/σταθερότητας (βλ. ΣΣΑ)/συνεργασίας/τιμής/φιλίας. Αναθεώρηση/εφαρμογή/παραβίαση/σύναψη ~ώνου.|| Σχέδιο/υπογραφή ~ώνου. Βλ. προ~, προικο~, συμφωνητικό. ● ΣΥΜΠΛ.: οικουμενικό σύμφωνο βλ. οικουμενικός, πάθη συμφώνων/φωνηέντων βλ. πάθος, σύμφωνο (ελεύθερης) συμβίωσης βλ. συμβίωση [< 1: μτγν. σύμφωνον 2: γαλλ. accord]

ψιλός

ψιλός, ή, ό ψι-λός επίθ. 1. (για πράγμα) που έχει ελάχιστο πάχος, που είναι εξαιρετικά λεπτός: ~ή: βέργα/γραμμή/κλωστή/λαμαρίνα/λίμα/μαρίδα/πετονιά/σίτα (: με πολύ μικρές τρύπες). ~ό: γυαλόχαρτο/καλώδιο/κατσαβίδι/παραγάδι/σύρμα/ύφασμα/χαρτί. ~ές: φέτες. (εμφατ.) Κόβω το κρεμμύδι ~ό-~ό (= ψιλοκόβω).|| (μτφ.) ~ό: βότσαλο (= πολύ μικρό). ΑΝΤ. χοντρός. 2. που αποτελείται από λεπτούς κόκκους: ~ή: σκόνη. ~ό: αλεύρι/σιμιγδάλι (= ψιλοαλεσμένο). Ζάχαρη ~ή. Αλάτι ~ό. Παραλία με ~ή άμμο. Πβ. λεπτόκοκκος. ΑΝΤ. χοντρός (2) 3. (για φωνή) λεπτή, διαπεραστική. ● Ουσ.: ψιλές (οι) (αργκό): χτυπήματα με το χέρι, όχι πολύ δυνατά: Έφαγε/πέσανε κάτι ~. Του 'ριξε μερικές ~., ψιλό (το) (προφ.) 1. μικρό χρηματικό ποσό (που δεν προσδιορίζεται): Πάρε και κανένα ~ μαζί σου! 2. ούρηση, ούρα. Πβ. τσίσα. Βλ. χοντρό. ● Υποκ.: ψιλούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: ψιλά (σύμφωνα): ΓΡΑΜΜ. (στην Αρχαία Ελληνική) τα κ, π, τ. Βλ. δασέα (σύμφωνα)., ψιλά γράμματα 1. (μτφ.) για κάτι που θεωρείται ασήμαντο, επουσιώδες: Μην ασχολείσαι με τέτοια πράγματα, είναι ~ ~!|| (ειρων.) Περίμενα να δείξουν λίγη ευγένεια, αλλά, θα μου πεις, αυτά είναι ~ ~ (γι' αυτούς)! 2. υποσημειώσεις συμβολαίου οι οποίες συνήθ. δεν διαβάζονται πριν από την υπογραφή του, επειδή θεωρούνται ασήμαντες, αλλά, στην πραγματικότητα, μπορεί να κρύβουν κάποια παγίδα: Προσοχή στα ~ ~!, ψιλή κουβέντα/κουβεντούλα (προφ.): ψιλοκουβέντα., ψιλή κυριότητα: ΝΟΜ. το εμπράγματο δικαίωμα που απομένει όταν η πλήρης κυριότητα (περιουσιακού στοιχείου) έχει στερηθεί του δικαιώματος της επικαρπίας και έχει περιοριστεί μόνο στην εξουσία διάθεσής του: μεταβίβαση της ~ής ~ας (οικοπέδου). Ο γιος τους έχει την ~ ~ του διαμερίσματος. Το ακίνητο ανήκει κατά ~ ~ στην κόρη τους. [< γαλλ. nue-propriété] , ψιλός κύριος: ΝΟΜ. ο κάτοχος της ψιλής κυριότητας. ● ΦΡ.: με την ψιλή (μηχανή) (προφ.): (για κόψιμο μαλλιών) σύρριζα: κούρεμα ~ ~., ψιλώ ονόματι (σπάν.-αρχαιοπρ.): κατ' όνομα., κάτι περνάει στα ψιλά (γράμματα) βλ. ψιλά, μας δουλεύει ψιλό γαζί βλ. γαζί, παίρνω κάποιον στο ψιλό βλ. παίρνω, περνάω από (ψιλή) κρησάρα βλ. κρησάρα, περνώ από (ψιλό) κόσκινο βλ. κόσκινο ● βλ. ψιλά [< αρχ. ψιλός]

ψυχανεμίζομαι

ψυχανεμίζομαιψυ-χα-νε-μί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ψυχανεμί-στηκα, -στεί} (προφ.): υποψιάζομαι κάτι διαισθητικά, προαισθάνομαι: ~στηκε το αρνητικό κλίμα και αποχώρησε. Πβ. διαισθάνομαι, μαντεύω.