Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


γκράπα

γκράπαγκρά-πα ουσ. (θηλ.) & γράπα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διαυγές, παραδοσιακό ιταλικό αλκοολούχο ποτό που προέρχεται από διπλή απόσταξη στεμφύλων: παγωμένη ~. Βλ. λικέρ, μπράντι, ούζο, ρακή, τσίπουρο. [< ιταλ. grappa, γαλλ. ~, 1941]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.