γραμματική γραμ-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. το σύστημα των φωνητικών, φωνολογικών, μορφολογικών, συντακτικών και σημασιολογικών κανόνων μιας γλώσσας και γενικότ. κάθε θεωρητικό πρότυπο μελέτης και περιγραφής της δομής της: η ~ της Αγγλικής/Γαλλικής.|| Επικοινωνιακή/ιστορική/ιστορικοσυγκριτική/συγχρονική ~.|| (ΛΟΓΟΤ.) Ποιητική ~ (: των λογοτεχνικών κειμένων και ιδ. της ποίησης· βλ. ύφος).2. (συνεκδ.) το εγχειρίδιο που περιγράφει τους σχετικούς κανόνες καθώς και το αντίστοιχο μάθημα στο σχολείο: Νεοελληνική ~. ~ για αρχάριους/προχωρημένους. Βλ. λεξικό.|| Ασκήσεις ~ής. Μαθαίνουμε ορθογραφία και ~. Έχει αδυναμίες στη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική-μετασχηματιστική γραμματική: θεωρία του Noam Chomsky, ερμηνευτικό μοντέλο της ικανότητας του ομιλητή μιας γλώσσας να σχηματίζει με έναν περιορισμένο αριθμό κανόνων, απεριόριστο αριθμό προτάσεων· περιγράφει τις διεργασίες που οδηγούν από τη βαθιά στην επιφανειακή δομή της γλώσσας. [< αγγλ. generative transformational grammar, 1959] , καθολική γραμματική: θεωρία που αναζητά ένα γενικό γραμματικό μοντέλο, στο οποίο ανάγονται οι δομές και οι κανονικότητες όλων των γλωσσών. [< αγγλ. universal grammar] , λειτουργική γραμματική: μελέτη της επικοινωνιακής λειτουργίας των λεξικών και γραμματικών στοιχείων μιας γλώσσας· γενικότ. η έμφαση στην πραγματολογική διάσταση της γλώσσας ως οργάνου κοινωνικής αλληλεπίδρασης. [< γαλλ. grammaire fonctionnelle] , παραδοσιακή γραμματική: το σύνολο των τάσεων και των μεθόδων σχετικά με τη μελέτη μιας γλώσσας πριν από την εδραίωση της γλωσσολογίας ως επιστήμης. Πβ. σχολική γραμματική., περιγραφική γραμματική: που περιγράφει συστηματικά τη δομή και τη λειτουργία των στοιχείων μιας γλώσσας, όπως αυτή μαρτυρείται σε δείγματα ομιλίας ή γραφής, χωρίς να ρυθμίζει τη χρήση της. [< γαλλ. grammaire descriptive ] , ρυθμιστική γραμματική (αρνητ. συνυποδ.): που επιδιώκει τη ρύθμιση της γλώσσας σύμφωνα με ορισμένα ιστορικά, λογικά και αισθητικά κριτήρια. [< γαλλ. grammaire normative] , σχολική γραμματική1. αυτή που διδάσκεται στο σχολείο. 2. παραδοσιακή γραμματική., τυπική γραμματική: ΜΑΘ. αφηρημένη δομή που περιγράφει μια τυπική γλώσσα. Βλ. αλγόριθμος. [< αγγλ. formal grammar] [< αρχ. γραμματική (τέχνη)]
αλγόριθμος
αλγόριθμος[ἀλγόριθμος] αλ-γό-ριθ-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. σύνολο σαφών ενεργειών ή κανόνων, ικανών και αναγκαίων για την επίλυση προβλημάτων, μετά από επεξεργασία των δεδομένων στοιχείων: άπειροι/πεπερασμένοι ~οι. ~ κρυπτογράφησης/ταξινόμησης.2. ΠΛΗΡΟΦ. λογική σειρά πράξεων, καθορισμένων βήμα προς βήμα και εκτελέσιμων σε πεπερασμένο χρόνο από το υπολογιστικό σύστημα, με στόχο την επίλυση ενός προβλήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: άπληστος αλγόριθμος βλ. άπληστος [< γαλλ. algorithme, αγγλ. algorithm, 1926]
λεξικό
λεξικόλε-ξι-κό ουσ. (ουδ.) 1. βιβλίο με λέξεις, ταξινομημένες σε αλφαβητική συνήθ. σειρά, που μπορεί να συνοδεύονται από το ερμήνευμά τους, σχετικές εκφράσεις, ποικίλες πληροφορίες αναφορικά με τη γραμματική, την προφορά, την ετυμολογία, τη σύνταξη, τη χρήση, ή/και τη μετάφρασή τους σε μία ή περισσότερες γλώσσες ή οι οποίες ανήκουν σε συγκεκριμένο θεματικό πεδίο: εννοιολογικό (= αντιλεξικό)/επίτομο/ερμηνευτικό/ετυμολογικό/εύχρηστο/γενικό/ιστορικό/ορθογραφικό/πολύτομο/φιλοσοφικό/χρηστικό ~. ~ αντιθέτων/ανωμάλων ρημάτων/της αργκό/της ελληνικής νοηματικής γλώσσας/κοινωνιολογίας/μαθηματικών/μουσικής/ορολογίας (π.χ. φυσικών επιστημών)/παραγώγων/προφοράς/συμβόλων/συνωνύμων. ~ ιατρικών/νομικών/οικονομικών/τεχνικών όρων. Δίγλωσσα ~ά (π.χ. ελληνογαλλικό/αγγλογερμανικό ~). Ειδικά ~ά (π.χ. ~ της Πληροφορικής). Εικονογραφημένο θεματικό ~ (π.χ. για τους υπολογιστές). ~ για αρχάριους/μαθητές. Έντυπα/διαδικτυακά/ηλεκτρονικά ~ά. Βιογραφικά/ξενόγλωσσα ~ά. Λήμματα/ορισμοί/συντάκτες ~ού. ~ σε σιντί. Αξιοποίηση/χρήση ~ών στη διδασκαλία. Συμβουλεύομαι ένα ~. Ψάχνω μια λέξη στο ~. Αυτή η λέξη δεν υπάρχει στο/δεν την έχει το ~. Μεταφράζω με τη βοήθεια του ~ού. Βλ. γλωσσάριο, ευρετήριο, θησαυρός.2. (σπάν.) λεξιλόγιο. 3. ΠΛΗΡΟΦ. λίστα των συμβολικών ονομάτων που ορίζονται σε ένα πρόγραμμα, η οποία περιέχει πληροφορίες για τη σημασία τους, τις τιμές και τις μεταξύ τους σχέσεις: ~ δεδομένων. Βλ. μεταδεδομένα. ● ΣΥΜΠΛ.: νοητικό λεξικό: ΓΛΩΣΣ. οργανωμένο σύνολο λέξεων που είναι αποθηκευμένες στον νου του ομιλητή μιας γλώσσας. [< αγγλ. mental lexicon] , αντίστροφο λεξικό βλ. αντίστροφος, εγκυκλοπαιδικό λεξικό βλ. εγκυκλοπαιδικός [< 1,2: μτγν. λεξικόν 'συναγωγή λέξεων συγγραφέα ή συγγραφέων', γαλλ. dictionnaire, lexique 3: αγγλ. dictionary, 1957, lexicon]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.