γραμματικοποίηση γραμ-μα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία γλωσσικής αλλαγής κατά την οποία λεξικές μονάδες αποκτούν σταδιακά γραμματική λειτουργία, ενώ, παράλληλα, χάνουν τη συντακτική, σημασιολογική και εν μέρει τη μορφολογική και φωνολογική τους αυτονομία (π.χ., ο δείκτης του μέλλ. "θα" προέρχεται από τη φράση "θέλω να", το ουσ. "χάρη" αποκτά σημασία πρόθεσης στη ΦΡ. "χάρη σε"). Βλ. λεξικοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. grammaticalisation, 1912, αγγλ. grammaticalization, 1955]
λεξικοποίηση
λεξικοποίησηλε-ξι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία μετατροπής ενός στοιχείου ή μιας φράσης σε ενιαίο λεξικό στοιχείο: π.χ. ΕΣΥ (ακρ.), τα ξέρει όλα (= ξερόλας). Βλ. γραμματικοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. lexicalisation, 1927, αγγλ. lexicalization, 1949]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.