Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γραμματικοποίηση γραμ-μα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία γλωσσικής αλλαγής κατά την οποία λεξικές μονάδες αποκτούν σταδιακά γραμματική λειτουργία, ενώ, παράλληλα, χάνουν τη συντακτική, σημασιολογική και εν μέρει τη μορφολογική και φωνολογική τους αυτονομία (π.χ., ο δείκτης του μέλλ. "θα" προέρχεται από τη φράση "θέλω να", το ουσ. "χάρη" αποκτά σημασία πρόθεσης στη ΦΡ. "χάρη σε"). Βλ. λεξικοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. grammaticalisation, 1912, αγγλ. grammaticalization, 1955]

λεξικοποίηση

λεξικοποίησηλε-ξι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία μετατροπής ενός στοιχείου ή μιας φράσης σε ενιαίο λεξικό στοιχείο: π.χ. ΕΣΥ (ακρ.), τα ξέρει όλα (= ξερόλας). Βλ. γραμματικοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. lexicalisation, 1927, αγγλ. lexicalization, 1949]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.