Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γραφίστας, γραφίστρια γρα-φί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασκεί τη γραφιστική ως επάγγελμα. Βλ. εικονο-, σκιτσο-γράφος, σχεδιαστής. [< γαλλ. graphiste, 1966]

εικονο- & εικονό-

εικονο- & εικονό-: α' συνθετικό ουσιαστικών, επιθέτων ή ρημάτων που αναφέρονται στο εικόνισμα ή την εικόνα: εικονο-στάσιο. Εικονό-γραμμα.|| Εικονο-λατρικός.|| Εικονο-γραφώ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.