Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γραφειοκρατικοποιώ [γραφειοκρατικοποιῶ] γρα-φει-ο-κρα-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {γραφειοκρατικοποι-εί | -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. καθιστώ κάτι γραφειοκρατικό: Σύστημα που παρατείνει και ~εί τις διαδικασίες. ~ημένη: διοίκηση. ~ημένοι: μηχανισμοί. [< γαλλ. bureaucratiser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.