Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γραφικότητα γρα-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του γραφικού: η ~ του τοπίου/χωριού.|| (μειωτ.) Η ~ σε όλο της το μεγαλείο! Βλ. ιδιορρυθμία, κιτς, φαιδρότητα, -ότητα.

ιδιορρυθμία

ιδιορρυθμία[ἰδιορρυθμία] ι-δι-ορ-ρυθ-μί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ιδιόρρυθμου: η ~ του χαρακτήρα. Έχει την ~ να ... Άτομο με ~ες. Γλωσσικές ~ες. Πβ. εκκεντρικ-, ιδιαιτερ-ότητα, ιδιο-μορφία, -τροπία, -τυπία, παραξενιά.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η Μονή, μετά την ~ στην οποία είχε περιέλθει, έγινε πάλι κοινόβια. [< μτγν. ἰδιορρυθμία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.