Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γρικώ [γρικῶ] γρι-κώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γρικ-άς, -ά κ. -άει | (σπάν.) γρίκ-ησα | γρικ-ιέται} & γρικάω & αγρικώ (λαϊκό-λογοτ.): ακούω και κατ' επέκτ. καταλαβαίνω. Πβ. νογώ, σκαμπάζω, χαμπαριάζω. [< μεσν. γροικώ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.