Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γρουσουζιά γρου-σου-ζιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κακοτυχία και οτιδήποτε θεωρείται πως την προκαλεί: Μας έφερε (= προκάλεσε) ~. Είναι ~ να σπάσεις έναν καθρέφτη. Πβ. ατυχία, γκαντεμιά. Βλ. γλωσσοφαγιά, δεισιδαιμονία, μάτι, πρόληψη. ΑΝΤ. γούρι

γλωσσοφαγιά

γλωσσοφαγιάγλωσ-σο-φα-γιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γλωσσοτρώω: Με τόση ~ πώς να μην πηγαίνουν όλα χάλια; Φυλάξου απ' το κακό μάτι και τη ~ (του κόσμου). Πβ. βασκανία, γρουσουζιά, μάτιασμα. ΣΥΝ. κακογλωσσιά [< μεσν. γλωσσοφαγία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.