Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γυναικουλίστικος , η, ο γυ-ναι-κου-λί-στι-κος επίθ. (προφ.-μειωτ.): που ταιριάζει σε γυναικούλα: ~η: συμπεριφορά. ~ες: συζητήσεις. Δεν ασχολούμαι με ~α πράγματα! Βλ. κατινίστικος, -ίστικος.

κατινίστικος

κατινίστικος, η, ο κα-τι-νί-στι-κος επίθ. (λαϊκό-μειωτ.): αδιάκριτος, κουτσομπολίστικος, μικροπρεπής: ~η: συζήτηση. ~ες: εκπομπές (πβ. σκανδαλοθηρικός· βλ. κιτρινισμός). Πβ. γυναικουλίστικος. Βλ. -ίστικος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.