Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • δάπεδο δά-πε-δο ουσ. (ουδ.) {δαπέδ-ου}: η κάτω επίπεδη επιφάνεια στεγασμένου ή υπαίθριου χώρου, που έχει επιστρωθεί με ορισμένο υλικό και συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ανυψωμένο/κεκλιμένο/οριζόντιο/πλακόστρωτο/προστατευτικό ~. Πλακάκια ~ου. Επένδυση/θέρμανση/ψύξη ~ου. Ηχείο/φωτιστικό ~ου (= επιδαπέδιο· βλ. επιτραπέζιος).|| Αντικραδασμικό/αντιολισθητικό/βιομηχανικό/μαρμάρινο/μωσαϊκό/ξύλινο/πλαστικό/ψηφιδωτό ~. ~α ειδικών απαιτήσεων/υψηλής αντοχής.|| ~ οχήματος. Βλ. ψευδο~. ΣΥΝ. πάτωμα (1) ΑΝΤ. ταβάνι (1) ● ΦΡ.: επίπεδο-δάπεδο βλ. επίπεδο [< αρχ. δάπεδον]
  • δαπεδόστρωση δα-πε-δό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επικάλυψη επιφάνειας με διάφορα υλικά: ~ από μάρμαρο/με γρανίτη. Βλ. ασφαλτό-, λιθό-, μαρμαρό-, πλακό-στρωση.

επίπεδο

επίπεδο[ἐπίπεδο] ε-πί-πε-δο ουσ. (ουδ.) {επιπέδ-ου | -ων} 1. θέση σε αξιολογική κλίμακα: επαρκές/επιθυμητό/ικανοποιητικό/ιστορικό/κοινωνικό/μορφωτικό/(δια)νοητικό/οικονομικό/πνευματικό/πολιτισμικό/στοιχειώδες ~. Το ~ ανάπτυξης/παραγωγικότητας. Πωλήσεις (που διατηρούνται) σε ~α ρεκόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί/φτάσει σε υψηλά/χαμηλά για την εποχή ~α.|| ~ αρχαρίων/προχωρημένων (= βαθμίδα, τάξη). ~ ομιλίας (βλ. ικανότητα). Βελτίωση του γλωσσικού ~ου των μαθητών. Το ~ της τάξης είναι χαμηλό (: οι επιδόσεις). Μαθήματα διαφορετικού/του ίδιου ~ου (= βαθμού) δυσκολίας. 2. πεδίο, τομέας: επαγγελματικό/θεωρητικό (πβ. σφαίρα)/οικογενειακό/πολιτικό/προσωπικό ~. Σε διεθνές/εθνικό/κοινοτικό/πανελλαδικό/πανευρωπαϊκό/τοπικό ~ (πβ. κλίμακα). Δράση σε ατομικό και ομαδικό ~.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ λόγου/ύφους (: επίσημο, προφορικό, λαϊκό, λογοτεχνικό). 3. ΓΕΩΜ. δισδιάστατη επιφάνεια της οποίας δύο οποιαδήποτε σημεία μπορούν να συνδεθούν με μια ευθεία γραμμή· γενικότ. επίπεδη επιφάνεια: νοητό ~. Κάθετα/παράλληλα ~α. ~α που εφάπτονται/τέμνονται. Βλ. ημι~, παραλληλ~.|| Βαθμιδωτά ~α. Συγκρότημα κτιρίων σε κλιμακωτά ~α. Μεζονέτα δύο ~ων/χτισμένη σε δύο ~α (= ορόφους).|| Το ~ (= η στάθμη, το ύψος) του νερού στο φράγμα έχει ανέβει. 4. ποιότητα: Κατάστημα με ~ στην εξυπηρέτηση. Το ~ σπουδών του πανεπιστημίου. Είσαι αγενής, δεν έχεις ~. Μη ρίχνεις το ~ της συζήτησης.|| (μειωτ.) Δεν θα κατέβω/πέσω στο ~ό σου!επιπέδου: για να δηλωθεί η (ανώτερη ή κατώτερη) ποιότητα: αθλητές/υπηρεσίες υψηλού ~ (= αξίας, κλάσης, στάθμης). Διάλογος/ενημέρωση/συζήτηση ~ (πβ. ποιοτικός).|| Θέαμα χαμηλού ~ (: κακής ποιότητας). (μειωτ.) Δεν είμαι του ~ σου (: είμαι καλύτερός σου). ● ΣΥΜΠΛ.: βιοτικό επίπεδο & επίπεδο ζωής/διαβίωσης βλ. βιοτικός, επίπεδα γλωσσομάθειας βλ. γλωσσομάθεια, επίπεδο πτήσης βλ. πτήση, επίπεδο σημαντικότητας βλ. σημαντικότητα, επίπεδο της φτώχειας, βλ. φτώχεια, επίπεδο τιμών βλ. τιμή, ευρωπαϊκού επιπέδου βλ. ευρωπαϊκός, κεκλιμένο επίπεδο βλ. κεκλιμένος, τροφικό επίπεδο βλ. τροφικός ● ΦΡ.: επίπεδο-δάπεδο (προφ.-μειωτ.): για να δηλωθεί χαμηλή ποιότητα: συζήτηση επιπέδου-δαπέδου., επαγγελματικού επιπέδου βλ. επαγγελματικός, σε επίπεδο αρχηγών βλ. αρχηγός, σε παγκόσμιο επίπεδο/σε παγκόσμια κλίμακα βλ. παγκόσμιος [< 1,2,4: γαλλ. niveau, αγγλ. level 3: αρχ. ἐπίπεδον]