αγριοφράουλα[ἀγριοφράουλα] α-γρι-ο-φρά-ου-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Fragaria vesca) που μοιάζει με φράουλα. ΣΥΝ. χαμοκέρασο
αισθητικός, ή, ό [αἰσθητικός] αι-σθη-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αισθητική ως αντίληψη του ωραίου ή ως επιστημονικό κλάδο: ~ός: κανόνας/χαρακτήρας (κτιρίου). ~ή: αγωγή/αλλοίωση/αναβάθμιση (χώρου)/αξία/απόλαυση/αρτιότητα/θεωρία/καλλιέργεια/παιδεία/παρέμβαση/συγκίνηση/υποβάθμιση. ~ό: αποτέλεσμα/ενδιαφέρον/ιδεώδες/κάλλος/κριτήριο/ρεύμα. ~ές: αναζητήσεις/τάσεις (πβ. καλλιτεχνικός). ~ά: χαρακτηριστικά (κειμένου). Αρμονικό από ~ή άποψη. Η ~ή λειτουργία του έργου τέχνης. Επεμβάσεις για ~ούς και λειτουργικούς λόγους. Πβ. καλ~.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ό (= το ωραίο, το αρμονικό). Βλ. αντι~. 2. που αναφέρεται στις αισθήσεις: ~ή: ανάπτυξη του νηπίου. ~ό: ερέθισμα.|| (ΦΥΣΙΟΛ.) ~ός: νευρώνας/υποδοχέας/φλοιός (του εγκεφάλου). ~ό: νεύρο/σύστημα (του εσωτερικού αυτιού). ~ές: απολήξεις/νευρικές ίνες/οδοί (του κεντρικού νευρικού συστήματος). ~ά: (εγκεφαλικά/νωτιαία) κέντρα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αφασία/επιληψία/νεύρωση. ~ές: διαταραχές. Βλ. αν~, παρ~, υπερ~, ψευδ~. 3. που αφορά την αισθητική της εμφάνισης: ~ός: σύμβουλος εμφάνισης. ~ή: αποκατάσταση/γυμναστική/δερματολογία/επέμβαση/(επανορθωτική) οδοντιατρική/περιποίηση. ~ό: ελάττωμα/μασάζ. ● επίρρ.: αισθητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αισθητική/κοσμητική ιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος της πλαστικής χειρουργικής που χρησιμοποιεί επεμβατικές μεθόδους για τη βελτίωση σωματικών ατελειών: χρήση σιλικόνης στην ~ ~ (: για αύξηση του στήθους). Βλ. λιποαναρρόφηση, λίφτινγκ, μπότοξ., αισθητικό δάσος: ΟΙΚΟΛ. προστατευόμενη δασική περιοχή με φυσική ομορφιά και οικολογική σημασία., αισθητική χειρουργική βλ. χειρουργική [< αρχ. αἰσθητικός 1,3: γερμ. ästhetisch, γαλλ. esthétique, αγγλ. aesthetic 2: γαλλ. sensitif]
άλσος[ἄλσος] άλ-σος ουσ. (ουδ.) {άλσ-ους | -η, -ών}: μικρό, συνήθ. τεχνητό, δάσος μέσα ή κοντά σε αστική περιοχή: δημοτικό/περιαστικό ~. Ανάπλαση του ~ους. Πβ. πάρκο. ● Υποκ.: αλσάκι (το): Πβ. δασάκι. ΣΥΝ. αλσύλλιο ● ΣΥΜΠΛ.: ιερό άλσος: ΑΡΧ. αφιερωμένο σε θεό ή θεότητα, όπου βρίσκεται συνήθ. ιερό οικοδόμημα: το ~ ~ της Δήμητρας/των Μουσών. Πβ. τέμενος. [< αρχ. ἄλσος]
βροχήβρο-χή ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. νερό που πέφτει από τα σύννεφα στη γη με μορφή σταγόνων: ασθενής/έντονη/ξαφνική/πρωινή/ραγδαία/σιγανή/ψιλή (= ψιλόβροχο) ~. Ήλιος και ~. Στάλες/σύννεφο/ψιχάλες ~ής. Αισθητήρας/κουκούλα/λάστιχα/ομπρέλα ~ής. Ματαίωση της εκδρομής λόγω της ~ής. Έξω/μες στη ~. Τροπικές/φθινοπωρινές ~ές. Οι πρώτες ~ές (= πρωτοβρόχια). Πέφτει (η) ~. Έρχεται (= πλησιάζει, προμηνύεται) ~. Μας έπιασε (δυνατή) ~. Η ~ δυνάμωσε/εξασθένισε/κόπασε/κράτησε πολύ/σταμάτησε. Ρίχνει καταρρακτώδη ~ (πβ. ρίχνει/πέφτει νερό με το τουλούμι). Το πάει για ~ (: μάλλον θα βρέξει). Βλ. θύελλα, καταιγίδα, κατακρημνίσματα, λασπο~, νεροποντή.|| Ο μέσος όρος/το ύψος της ~ής. Η περίοδος των ~ών. Είχαμε πολλές ~ές. (σε πρόγνωση καιρού:) Εκδήλωση/πιθανότητα σποραδικών ~ών. Νεφώσεις με ~ές. Θα σημειωθεί πρόσκαιρη ~/~ κατά διαστήματα. Πβ. βροχόπτωση, όμβρος. Βλ. ανεμοβρόχι, χιονόβροχο. 2. (μτφ.) συχνή εμφάνιση, αδιάκοπη διαδοχή, πλήθος αρνητικών συνήθ. στοιχείων: ~ ανατιμήσεων/ερωτήσεων/καταγγελιών/τηλεφωνημάτων (πβ. κύμα, χορός). ~ από προτάσεις. ~ τα γκολ! Πβ. βομβαρδισμός, καταιγίδα, καταιγισμός, καταιονισμός, κατακλυσμός, ομοβροντία, χαλάζι, χείμαρρος, χιονοστιβάδα.|| (ως επίρρ.) Οι σφαίρες έπεφταν ~ (: η μία μετά την άλλη). Κυλούν/τρέχουν τα δάκρυα ~ (πβ. ποτάμι). 3. (μτφ.) μαζική πτώση (από τον ουρανό): ~ διαττόντων. ~ από μετεωρίτες. ~ ζώων (: ως αποτέλεσμα της μεταφοράς τους σε μεγάλα ύψη από θύελλες ή τυφώνες). ● Υποκ.: βροχούλα (η) ● Μεγεθ.: βροχάρα (η) & βρόχα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δάσος βροχής & (σπάν.) βροχερό δάσος: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. τροπικό δάσος με αειθαλή πλατύφυλλα δέντρα σε περιοχές με υψηλή βροχόπτωση. Βλ. ζούγκλα. ΣΥΝ. βροχοδάσος [< αγγλ. rain forest, 1903] , τεχνητή βροχή 1. σύστημα άρδευσης από εκτοξευτήρες: πότισμα με ~ ~. Πβ. καταιονισμός. 2. πρόκληση βροχής με ψεκασμό των νεφών, συνήθ. με ξηρό πάγο και ιωδιούχο άργυρο σε περιπτώσεις έντονης ξηρασίας. [< αγγλ. artificial rain] , όξινη βροχή βλ. όξινος, ποτιστική βροχή βλ. ποτιστικός ● ΦΡ.: ο βρεγμένος (τη) βροχή δεν (τη) φοβάται βλ. βρέχω, χόρευε στη βροχή/στη λάσπη βλ. χορεύω [< μτγν. βροχή, γαλλ. pluie, αγγλ. rain]
-δασος& -δάσος: β' συνθετικό ουδετέρων ουσιαστικών που αναφέρεται σε συγκεκριμένο είδος δάσους: ελατό-/κεδρό-/κυπαρισσό-/πευκό-/πλατανό-/πευκό-/φοινικό-~. Δρυο-/λεμονο-δάσος. Βροχο-δάσος.
δέντροδέ-ντρο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) δένδρο 1. κάθε ξυλώδες, πολυετές φυτό με σταθερό κορμό, που σχηματίζει κλαδιά σε αρκετό ύψος από το έδαφος: αειθαλές/αιωνόβιο/κωνοφόρο/οπωροφόρο/τροπικό/φυλλοβόλο ~. Η κουφάλα/η σκιά/ο φλοιός/τα φύλλα ενός ~ου. Απολιθωμένα/καμένα ~α. Ασθένειες των ~ων. Καλλιεργώ/κλαδεύω/κόβω/ξεριζώνω/ποτίζω/φυτεύω ένα ~. Ανθίζει/μεγαλώνει ένα ~. ~ ελιάς. Θάμνοι και ~α. ~-μινιατούρα/νάνος (βλ. μπονσάι).|| (μτφ.) Το ~ της ειρήνης/ελευθερίας/(ΠΔ) ζωής (: που χαρίζει αθανασία). Βλ. ευκάλυπτος, καστανιά, κέδρος, μηλιά, οξιά, πεύκο, πορτοκαλιά, χαμόδεντρο. 2. δενδροδιάγραμμα. ● Υποκ.: δεντράκι (το): ΣΥΝ. δενδρύλλιο ● ΣΥΜΠΛ.: γενεαλογικό δέντρο: το σύνολο των προγόνων κάποιου ανθρώπου ή ζωικού είδους, καθώς και το διάγραμμα που τους εμφανίζει σε δενδρική δομή μέχρι κάποιο όριο στο παρελθόν: ~ ~ οικογένειας (= οικογενειακό δέντρο)/τριών γενεών/... χρόνων. Βλ. ρίζες.|| ~ ~ αιλουροειδών/θηλαστικών. ~ ~ καθαρόαιμου σκύλου (βλ. πεντιγκρί).|| (μτφ.) ~ ~ χειρογράφου. [< γαλλ. arbre généalogique] , το δέντρο της γνώσης (του καλού και του κακού) (ΠΔ): ΘΕΟΛ. το δέντρο με τον απαγορευμένο από τον Θεό καρπό, τον οποίο έφαγαν οι Πρωτόπλαστοι και εκδιώχθηκαν από τον Παράδεισο., χριστουγεννιάτικο δέντρο/δέντρο των Χριστουγέννων: έλατο με διακοσμητικά αντικείμενα ή/και φωτάκια που τοποθετείται σε ιδιωτικούς ή δημόσιους χώρους κατά την περίοδο των Χριστουγέννων: Στολίζω το ~ ~. [< γερμ. Weihnachtsbaum] , βρογχικό δέντρο βλ. βρογχικός, οικογενειακό δέντρο βλ. οικογενειακός ● ΦΡ.: βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος (μτφ.): για κάποιον που ασχολείται με τις λεπτομέρειες και όχι με την ουσία ενός θέματος. [< 1: μεσν. δέντρο(ν)]
διάπλασηδι-ά-πλα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ηθική, πνευματική ή/και σωματική διαμόρφωση του ανθρώπου: αισθητική ~. ~ της διάνοιας/του χαρακτήρα. Πβ. διαπαιδαγώγηση.|| Ανατομική/μυϊκή/φυσική ~ του εμβρύου. Πβ. ανάπτυξη. 2. ΟΙΚΟΛ. βιοκοινότητα με αλληλεξαρτώμενα φυτά και ζώα προσαρμοσμένα σε συγκεκριμένο κλίμα και έδαφος μιας μεγάλης γεωγραφικής περιοχής: θαμνώδεις/φυτικές ~άσεις. Πβ. οικοσύστημα. Βλ. βιότοπος. 3. ΓΕΩΛ. σχηματισμός: ~ του εδάφους. ● ΣΥΜΠΛ.: σωματική διάπλαση: δομή του σώματος: ~ ~ ανάλογη με το ύψος, το βάρος, το φύλο, την ηλικία. Έχει ισχυρή/κανονική/σωστή ~ ~. [< 1: μτγν. διάπλασις, γαλλ. formation 2: αγγλ. biome, 1916, 3: γαλλ. formation]
-σκεπής, ής, ές {-σκεπούς | -σκεπείς (ουδ. -σκεπή)} (λόγ.): επίθημα με τη σημασία του σκεπασμένος, καλυμμένος: θαμνο~/χιονο~ (πβ. -σκέπαστος). Νεφο~.|| Kεραμο~.|| Α~.
-ώναςεπίθημα περιληπτ. αρσενικών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. καλλιεργήσιμη έκταση ή τόπο με συγκεκριμένη βλάστηση: αμπελ~/ελαι~/πορτοκαλε~. Ορυζ~ (πβ. -καλλιέργεια).|| Θαμν~/καλαμι~/πευκ~. 2. ειδικό χώρο στέγασης ανθρώπων, φύλαξης ζώων ή αποθήκευσης αγροτικών προϊόντων: στρατ~.|| Ορνιθ~/περιστερ~.|| Αχυρ~.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ