δάφνη δάφ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μικρό αειθαλές δέντρο (επιστ. ονομασ. Laurus nobilis) με λογχοειδή αρωματικά φύλλα, τα οποία χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική και τη μαγειρική· συνεκδ. το κλωνάρι και τα φύλλα του: ~ η ευγενής. Φύλλα ~ης (πβ. βάγια). Βλ. δενδρολίβανο, δίοικος, μαυρο~, πικρο~.|| Φόρεσε στεφάνι ~ης (πβ. δαφνοστεφανωμένος). ● δάφνες (οι) (μτφ.): μεγάλη επιτυχία, δόξα, θρίαμβος: ευρωπαϊκές ~ για την ελληνική ομάδα (: από τίτλο εφημερίδας). Το σενάριο δεν διεκδικεί ~ πρωτοτυπίας. Τον υποδέχτηκαν με τιμές και ~ (πβ. μετά βαΐων και κλάδων). Βλ. περγαμηνές. ● ΦΡ.: δρέπω δάφνες (απαιτ. λεξιλόγ.): διακρίνομαι, σημειώνω μεγάλη επιτυχία: Στον τομέα του αθλητισμού η χώρα ~ει ~., επαναπαύομαι στις δάφνες μου & αναπαύομαι στις δάφνες μου: αρκούμαι σε προηγούμενες επιτυχίες μου και δεν δραστηριοποιούμαι πια: Είχε λαμπρή σταδιοδρομία, αλλά δεν επαναπαύεται ~ ~ της. [< γαλλ. je me repose sur mes lauriers] [< αρχ. δάφνη]
δενδρολίβανο
δενδρολίβανοδεν-δρο-λί-βα-νο ουσ. (ουδ.) & δεντρολίβανο: ΒΟΤ. αειθαλής αρωματικός θάμνος της Μεσογείου (επιστ. ονομασ. Rosmarinus officinalis) με μοβ άνθη και βελονοειδή φύλλα, τα οποία χρησιμοποιούνται στη μαγειρική, τη ζαχαροπλαστική, την αρωματοποιία και τη φαρμακευτική: κοτόπουλο με ~. ΣΥΝ. δυοσμαρίνι [< μτγν. δενδρολίβανον]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.