Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δάφνη δάφ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μικρό αειθαλές δέντρο (επιστ. ονομασ. Laurus nobilis) με λογχοειδή αρωματικά φύλλα, τα οποία χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική και τη μαγειρική· συνεκδ. το κλωνάρι και τα φύλλα του: ~ η ευγενής. Φύλλα ~ης (πβ. βάγια). Βλ. δενδρολίβανο, δίοικος, μαυρο~, πικρο~.|| Φόρεσε στεφάνι ~ης (πβ. δαφνοστεφανωμένος).δάφνες (οι) (μτφ.): μεγάλη επιτυχία, δόξα, θρίαμβος: ευρωπαϊκές ~ για την ελληνική ομάδα (: από τίτλο εφημερίδας). Το σενάριο δεν διεκδικεί ~ πρωτοτυπίας. Τον υποδέχτηκαν με τιμές και ~ (πβ. μετά βαΐων και κλάδων). Βλ. περγαμηνές. ● ΦΡ.: δρέπω δάφνες (απαιτ. λεξιλόγ.): διακρίνομαι, σημειώνω μεγάλη επιτυχία: Στον τομέα του αθλητισμού η χώρα ~ει ~., επαναπαύομαι στις δάφνες μου & αναπαύομαι στις δάφνες μου: αρκούμαι σε προηγούμενες επιτυχίες μου και δεν δραστηριοποιούμαι πια: Είχε λαμπρή σταδιοδρομία, αλλά δεν επαναπαύεται ~ ~ της. [< γαλλ. je me repose sur mes lauriers] [< αρχ. δάφνη]

δενδρολίβανο

δενδρολίβανοδεν-δρο-λί-βα-νο ουσ. (ουδ.) & δεντρολίβανο: ΒΟΤ. αειθαλής αρωματικός θάμνος της Μεσογείου (επιστ. ονομασ. Rosmarinus officinalis) με μοβ άνθη και βελονοειδή φύλλα, τα οποία χρησιμοποιούνται στη μαγειρική, τη ζαχαροπλαστική, την αρωματοποιία και τη φαρμακευτική: κοτόπουλο με ~. ΣΥΝ. δυοσμαρίνι [< μτγν. δενδρολίβανον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.