Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 18 εγγραφές  [0-18]


  • δέρμα δέρ-μα ουσ. (ουδ.) {δέρμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. το φυσικό, εξωτερικό περίβλημα του σώματος ανθρώπων και ζώων, που αποτελείται από τρεις στιβάδες, την επιδερμίδα, το χόριο, τον υποδόριο ιστό και έχει προστατευτική και αισθητηριακή λειτουργία: ανατομία/φυσιολογία του ~ατος. Πόροι του ~ατος. Εξαρτήματα του ~ατος (: νύχια, τρίχες, φτερά, λέπια). Τα φίδια αλλάζουν ~. Βλ. ενδό-, εξώ-, μεσό-δερμα, πέτσα. 2. (ειδικότ.) (για τον άνθρωπο) η εξωτερική στιβάδα του δέρματος, επιδερμίδα: ανανεωμένο/απαλό/αφυδατωμένο/ερεθισμένο/ευαίσθητο/ηλιοκαμένο/λαμπερό/λείο/υγιές ~. Τύποι ~ατος (: κανονικό, λιπαρό, μικτό, ξηρό). Γήρανση/καρκίνος/χαλάρωση του ~ατος. Καθαρισμός του ~ατος. Ουλές/σημάδια στο ~ (βλ. ακμή). 3. φυσικό ή κατεργασμένο δέρμα ζώου: αδιάβροχο/ανθεκτικό/γνήσιο/μαλακό/σκληρό ~. Μπότες/τσάντα από ~ κροκόδειλου. Πβ. δορά, πετσί, προβιά, τομάρι. Βλ. βυρσοδεψία, γούνα, δερμάτινος. [< αρχ. δέρμα]
  • δερμάπτερα δερ-μά-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) & δερμόπτερα: ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων (επιστ. ονομασ. Dermoptera) με μακρόστενο σώμα και δύο σκληρές αιχμηρές λαβίδες στο πίσω μέρος της κοιλιάς τους, οι οποίες σχηματίζουν ψαλιδωτή ουρά. Βλ. λεπιδόπτερα. [< αρχ. δερμόπτερος 'που έχει μεμβρανώδη φτερά', αγγλ. Dermaptera]
  • δερματικός , ή, ό δερ-μα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο δέρμα: ~ός: ερεθισμός/καρκίνος. ~ή: αλλεργία/ασθένεια/επαφή/πάθηση. ~ό: εξάνθημα/μόσχευμα. ~ές: βλάβες. ~ά: νοσήματα. Πβ. (επι)δερμικός. [< αρχ. δερματικός, αγγλ. dermatic]
  • δερματίνη δερ-μα-τί-νη ουσ. (θηλ.): απομίμηση δέρματος: τσάντα από ~. Κάθισμα από ~. Πβ. βινύλ. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. leatherette]
  • δερμάτινος , η, ο δερ-μά-τι-νος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από δέρμα ζώου: ~ος: καναπές. ~η: επένδυση/ζώνη/τσάντα. ~ο: μπουφάν/παντελόνι. ~ες: μπότες. ~α: γάντια. Πβ. πέτσινος. ● Ουσ.: δερμάτινο (το): ενν. ρούχο, συνήθ. πανωφόρι. [< αρχ. δερμάτινος]
  • δερματίτιδα δερ-μα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) δερματίτις: ΙΑΤΡ. πάθηση του δέρματος που οφείλεται σε διάφορους μικροβιακούς, φυσικούς ή χημικούς παράγοντες: ~ εξ επαφής. Βλ. έκζεμα, φωτο~, -ίτιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: ατοπική δερματίτιδα: χρόνια φλεγμονώδης αλλεργική δερματοπάθεια. Βλ. πυο~, λειχηνοποίηση. ΣΥΝ. νευροδερματίτιδα [< γαλλ. dermatite, αγγλ. dermatitis]
  • δερματο- & δερματό- & δερματ- : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο δέρμα του ανθρώπου ή σπανιότ. των ζώων: δερματο-απόξεση/~λόγος/~πάθεια.|| Δερματο-στιξία.|| Δερματό-δετος.|| Δερματ-έμπορος.
  • δερματοαπόξεση δερ-μα-το-α-πό-ξε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος θεραπείας ουλών, ρυτίδων ή κηλίδων, κατά την οποία αφαιρείται μέρος της επιφάνειας της επιδερμίδας. Βλ. πίλινγκ. [< αγγλ. dermabrasion, περ. 1954]
  • δερματόδετος , η, ο δερ-μα-τό-δε-τος επίθ.: (κυρ. για βιβλίο) που είναι βιβλιοδετημένο με δερμάτινο κάλυμμα (εξώφυλλο): ~ος: τόμος. ~η: έκδοση. Βλ. πανόδετος. [< γαλλ. relié en cuir.]
  • δερματοειδής , ής, ές δερ-μα-το-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με δέρμα: ~ή: φύλλα. Πβ. δερματώδης, δερμοειδής. Βλ. -ειδής. [< πβ. αγγλ. dermatoid]
  • δερματολογία δερ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Δ): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με την έρευνα, διάγνωση και θεραπεία των παθήσεων του δέρματος: αισθητική/επεμβατική/κλινική/παιδιατρική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. dermatologie, αγγλ. dermatology]
  • δερματολογικός , ή, ό δερ-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη δερματολογία: ~ή: εξέταση/κλινική. ~ό: ιατρείο. ~ά: σκευάσματα. Βλ. δερματικός. ● επίρρ.: δερματολογικά: ~ ελεγμένο (προϊόν). [< γαλλ. dermatologique, αγγλ. dermatological]
  • δερματολόγος δερ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός με ειδίκευση στη δερματολογία: ~-αφροδισιολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. dermatologue, αγγλ. dermatologist]
  • δερματομυοσίτιδα δερ-μα-το-μυ-ο-σί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τύπος πολυμυοσίτιδας με συμπτώματα στο δέρμα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. dermatomyosite, αγγλ. dermatomyositis]
  • δερματοπάθεια δερ-μα-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οποιαδήποτε πάθηση του δέρματος: χρόνια ~. Αλλεργικές ~ες. Βλ. -πάθεια. [< γαλλ. dermatopathie, αγγλ. dermatopathy]
  • δερματοστιξία δερ-μα-το-στι-ξί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τατουάζ. ΣΥΝ. διάστιξη (1)
  • δερματόφυτα δερ-μα-τό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. δερματόφυτο}: ΙΑΤΡ. ομάδα μυκήτων που προσβάλλουν το δέρμα, ιδιαίτερα το τριχωτό μέρος της κεφαλής, αλλά και τις μεσοδακτύλιες περιοχές των ποδιών, προκαλώντας ερυθρότητα και κνησμό: (ονυχο)μυκητίαση/λοιμώξεις από ~. [< αγγλ.-γαλλ. dermatophytes]
  • δερματώδης , ης, ες δερ-μα-τώ-δης επίθ. {δερματώδ-ους | -εις, (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει υφή δέρματος: ~ης: καρπός (βλ. χαρούπι). ~η: φύλλα. Πβ. δερματο-, δερμο-ειδής. Βλ. -ώδης. [< αρχ. δερματώδης ‘όμοιος με δέρμα’]

βυρσοδεψία

βυρσοδεψίαβυρ-σο-δε-ψί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) βυρσοδεψική (επίσ.): επεξεργασία δερμάτων και η αντίστοιχη βιομηχανία. ΣΥΝ. δέψη

δερματικός

δερματικός, ή, ό δερ-μα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο δέρμα: ~ός: ερεθισμός/καρκίνος. ~ή: αλλεργία/ασθένεια/επαφή/πάθηση. ~ό: εξάνθημα/μόσχευμα. ~ές: βλάβες. ~ά: νοσήματα. Πβ. (επι)δερμικός. [< αρχ. δερματικός, αγγλ. dermatic]

-ειδής

-ειδής, ής, ές {-ειδούς | -ειδείς (ουδ. -ειδή)} (επιστ. ή λόγ.): καταληκτικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει τα χαρακτηριστικά της κατηγορίας που ορίζεται από το θέμα: (κυρ. επιστ.) αδενο~/απλο~/διπλο~/αστερο~/κυματο~. (ειδικότ. ουσιαστικοπ. για ζώα ή φυτά που ανήκουν στην ίδια τάξη:) Αιλουρο~ή/πιθηκ~ή/φοινικο~ή.|| (μειωτ., για πρόσ. ή συμπεριφορά:) Ανθρωπο~. Χονδρο~. Βλ. -μορφος.

έκζεμα

έκζεμα[ἔκζεμα] έκ-ζε-μα ουσ. (ουδ.) {εκζέμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης αντίδραση της επιδερμίδας που χαρακτηρίζεται κυρ. από ερυθρότητα, κνησμό, φυσαλίδες και απολέπιση: αλλεργικό/ατοπικό/βρεφικό/υγρό/χρόνιο ~. ~ εξ επαφής. ~ στο πρόσωπο/στα χέρια. Εξανθήματα και ~ατα. Βλ. δερματίτιδα, δερματοπάθεια. [< μτγν. ἔκζεμα, γαλλ. eczéma, αγγλ. eczema]

ενδο- & ενδ-

ενδο- & ενδ-: λεξικό πρόθημα επιθέτων και ουσιαστικών με τη σημασία του εντός, στο εσωτερικό: ενδο-δαπέδιος/~επικοινωνία/~κειμενικός/~κοινοτικός/~κομματικός/~κυβερνητικός/~οικογενειακός. Βλ. δια-.|| (ΙΑΤΡ.) Ενδο-κάρδιο/~κρινολογία/~μήτριο/~σκόπηση. ΣΥΝ. εσω- ΑΝΤ. εξω-

-ίτιδα

-ίτιδα& (λόγ.) -ίτις {-ίτιδος}: ΙΑΤΡ. επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν φλεγμονή: αδεν~/αμυγδαλ~/κολπ~/λαρυγγ~/σκληρ~ (σύγκρ. σκληρ-ίαση)/σκωληκοειδ- (πβ. -ίτης)/φαρυγγ~. Βλ. -αλγία, -πάθεια, -ωση2.

λεπιδόπτερα

λεπιδόπτεραλε-πι-δό-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. λεπιδόπτερο}: ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων με χαρακτηριστικά μεμβρανώδη φτερά που καλύπτονται από μικροσκοπικά, πολύχρωμα λέπια. Βλ. πεταλούδα, σκόρος, χρυσαλλίδα. [< γαλλ. lépidoptères, αγγλ. lepidoptera]

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

-λόγος

-λόγοςεπίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό επιστήμονα ή επαγγελματία: (o/η) αρχαιο~/αστικο~/βιο~/θεο~/παθο~. Εκλογο~.|| Ηλεκτρο~. Βλ. -γράφος. 2. πρόσωπο που συνηθίζει να τοποθετείται ή να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο: (αρνητ. συνυποδ.) καταστροφο~/κινδυνο~.|| Ευφυο~. Καυχησιο~/λασπο~/χυδαιο~. 3. (σπάν.) άτομο που συλλέγει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: ανθο~/σταχυο~. 4. (σπανιότ.-μόνο στο αρσ.) εργαλείο: βιδο~.

-πάθεια

-πάθεια(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. πάθηση: αδενο~/δισκο~/ηπατο~/καρδιο~/μυο~/νεφρο~/ψυχο~. 2. ιδιότητα, χαρακτηριστικό: ευ~/ηττο~/μετριο~/μυστικο~/ωραιο~. Bλ. -παθής. 3. συναισθήματα, συνήθ. για άτομο: αντι~/συμ~.

πανόδετος

πανόδετος, η, ο πα-νό-δε-τος επίθ.: (κυρ. για βιβλίο) βιβλιοδετημένος με ειδικό πανί: ~ος: τόμος. ~η: έκδοση. Βλ. δερματό-, λινό-δετος. [< γαλλ. toilé]

πίλινγκ

πίλινγκπί-λινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) πίλιγκ: απολέπιση της επιδερμίδας με διάφορα μέσα, συνήθ. για την αφαίρεση νεκρών κυττάρων ή την απομάκρυνση χρωματικών αλλοιώσεων: φυτικό/χημικό ~. ~ προσώπου/σώματος. Βλ. δερματοαπόξεση. [< αγγλ. peeling, γαλλ. ~, περ. 1935]

-ώδης

-ώδης, ης, ες (λόγ.) επίθημα επιθέτων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. χαρακτηρίζεται ή αποτελείται, συνήθ. σε μεγάλο βαθμό, από αυτό που δηλώνει το επίθετο: αιματ~/θορυβ~/θυελλ~/σαρκ~.|| Δενδρ~/ελ~/θαμν~. 2. (μειωτ.) έχει την ιδιότητα που εκφράζει το πρώτο μέρος της λέξης: νηπι~/παιδαρι~. 3. αναδίδει μυρωδιά: δυσ~/ευ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.