Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δέσποινα δέ-σποι-να ουσ. (θηλ.) {(λόγ.) δεσποίνης} (ως χαρακτηρισμός ή προσφών.) 1. (με κεφαλ. Δ) η Παναγία. 2. (παλαιότ.) οικοδέσποινα και γενικότ. κυρία, συνήθ. ευγενικής καταγωγής ή ανώτερης κοινωνικής θέσης. Πβ. αφέντρα, κυρά. [< 1: αρχ. Δέσποινα 2: μεσν. δέσποινα]