δήθεν [δῆθεν] δή-θεν επίρρ.: για να δηλωθεί ότι κάτι είναι προσποιητό ή ψεύτικο: ~ τυχαία. Έκανε ότι ~ δεν με ήξερε. (εμφατ.) Παρίσταναν τάχα μου ~ τους σωτήρες. Πβ. και καλά.|| (ως επίθ.) ~ άρρωστος/ειδικός. Επικαλείται έναν ~ διάλογο. ● Ουσ.: δήθεν1. (ο/η) πρόσωπο που υποκρίνεται, που έχει επιτηδευμένη συμπεριφορά: Σιχαίνεται τους ~.2. (το) προσποίηση, επιτήδευση, οτιδήποτε ψεύτικο: Δεν μπορεί να ξεχωρίσει το αληθινό από το ~. [< αρχ. δῆθεν]
δηθενιά δη-θε-νιά ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό): η ιδιότητα αυτού που είναι δήθεν. Βλ. επιδειξιομανία.
επιδειξιομανία
επιδειξιομανία[ἐπιδειξιομανία] ε-πι-δει-ξι-ο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) & επιδειξιμανία 1. έντονη τάση για επίδειξη, αυτοπροβολή με στόχο τον εντυπωσιασμό: αυτάρεσκη/νεοπλουτίστικη/υπερφίαλη ~. Φιλαυτία και ~. Βλ. μεγαλομανία, ναρκισσισμός.2. ΨΥΧΙΑΤΡ. παρέκκλιση που συνίσταται σε επίδειξη των γεννητικών οργάνων κάποιου με σκοπό τη σεξουαλική του ικανοποίηση. Βλ. παραφιλία, -μανία. [< γαλλ. exhibitionnisme]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.