Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δήλωση δή-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. προφορική ή γραπτή ανακοίνωση: αινιγματική/αόριστη/αυστηρή/βαρυσήμαντη/διφορούμενη/κατηγορηματική/ξεκάθαρη/πολιτική/προκλητική/ρητή/σαφής/σιβυλλική/σκληρή ~. Ανακαλώ/αναιρώ/διαψεύδω/επιβεβαιώνω τη ~. Ο πρωθυπουργός έκανε/προέβη/προχώρησε σε ~ώσεις. Βλ. αντι~, δια~, εκ~. 2. γνωστοποίηση σε Αρχή ή υπηρεσία, συνήθ. γραπτή, και το σχετικό έγγραφο: δημόσια/επίσημη ~. Υποβάλλω ~. Έντυπα/επιστροφή/παραλαβή/συμπλήρωση ~ώσεων. Ένορκη ~ ενώπιον δικαστικής Αρχής. ~ ενδιαφέροντος. Ηλεκτρονική ~ (μαθημάτων/συμμετοχής). Ατομική/ετήσια/οικογενειακή/τελωνειακή ~. ~ βάφτισης/γάμου/διαζυγίου/εξαφάνισης/θανάτου. ~ απώλειας/κλοπής. ~ αποποίησης ευθύνης. ~ ακινήτου/εισοδήματος. ~ έναρξης επιτηδεύματος/φόρου εισοδήματος (= φορολογική ~). ~ απορρήτου/εχεμύθειας/μυστικότητας/(προσωπικών) δεδομένων.|| (παλαιότ.) ~ μετανοίας (βλ. δηλωσίας). 3. ΓΛΩΣΣ. (στη σημασιολογία) η σχέση που συνδέει τις λέξεις με τα αντικείμενα της εξωτερικής πραγματικότητας, σε αντιδιαστολή με τη σημασία. Βλ. αναφορά, συμπαρα~, συν~, συνυπο~. ● ΣΥΜΠΛ.: δήλωση βουλήσεως/βούλησης: ΝΟΜ. εξωτερίκευση ορισμένης βούλησης με σκοπό τη σύσταση, μεταβίβαση, αλλοίωση ή κατάργηση έννομης σχέσης ή δικαιώματος. Βλ. δικαιοπραξία., υπεύθυνη δήλωση: (ακρ. ΥΔ) ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. έγγραφη δήλωση (άρθρο 8, παράγραφος 4 του Ν. 1599/1986) προς δημόσια Αρχή που πιστοποιεί γεγονός ή στοιχείο και συνεκδ. το ίδιο το έντυπο., προγραμματικές δηλώσεις βλ. προγραμματικός, φιλικός διακανονισμός/φιλική δήλωση (τροχαίου ατυχήματος) βλ. διακανονισμός, φορολογική δήλωση βλ. φορολογικός [< 1: μτγν. δήλωσις 2: γαλλ. déclaration 3: αγγλ. denotation]

δυστύχημα

δυστύχημα

[ἀναφορά] α-να-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. προφορικός ή γραπτός λόγος για κάτι: άμεση/αναλυτική/απλή/αόριστη/γενική/ειδική/εκτενής/έμμεση/ευθεία (: χωρίς περιστροφές)/ευρεία/περιληπτική/σαφής/συχνή/τυχαία/υπαινικτική (πβ. νύξη) ~. ~ σε γεγονότα του παρελθόντος/στην κατάσταση/σε κάποιο πρόβλημα. Έκανε ~ στο/για το ... Γίνεται/υπάρχει ~ σε κάτι. Ντοκιμαντέρ με ~ στο περιβάλλον. Το κείμενο δεν περιέχει καμιά ~ στο ... ~ές στο επιστημονικό έργο. Πβ. μνεία. Βλ. αυτο~, ετερο~. 2. παράθεση: ενδεικτική/εξαντλητική/λεπτομερής/ονομαστική/συνοπτική ~. (Σωστή) ~ των γεγονότων/του ονόματος/της πηγής (πβ. παραπομπή). Βιβλιογραφική ~ (: παρουσίαση της βιβλιογραφίας στο τέλος μιας μελέτης). Βλ. ετερο~. 3. καταγγελία· (κατ΄επέκτ.) το αντίστοιχο έγγραφο: έγγραφη ~. Του έκανε ~.|| Μηνυτήρια/υπηρεσιακή ~. Καταθέτω/στέλνω/συντάσσω/υποβάλλω ~ (στην Υπηρεσία/στο Υπουργείο). 4. (γραπτή) έκθεση στοιχείων: εβδομαδιαία/εσωτερική/ετήσια/ημερήσια ~. Επίσημη ~ του ΟΗΕ (= υπόμνημα). Πβ. ραπόρτο. 5. ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ. ενημέρωση του χρήστη σχετικά με την επιτυχία χρήσης μιας υπηρεσίας: (στο διαδίκτυο:) ~ λαθών/προβλημάτων/σφαλμάτων.|| (στο κινητό:) ~ές παράδοσης (μηνυμάτων). 6. ΣΤΡΑΤ. διαδικασία κατά την οποία οι οπλίτες μονάδας (ή υποδιαίρεσής της) παρατάσσονται και δηλώνεται επίσημα στον επικεφαλής ο αριθμός των παρόντων, των απόντων και των κωλυομένων: απογευματινή (: πριν από την απογευματινή εκπαίδευση)/βραδινή (: πριν από το σιωπητήριο)/πρωϊνή ~. Ο στρατιώτης βγήκε στην ~ παραπονούμενος για .../και ζήτησε να του δοθεί ολιγοήμερη άδεια. Τον έβγαλε στην ~ (: ο λοχίας τον στρατιώτη, λόγω απείθειας ή παραπτώματος). 7. σύνδεση, συσχέτιση: άξονας/βάση/δεδομένα/μοντέλο ~άς. 8. ΓΛΩΣΣ. συσχετισμός γλωσσικού στοιχείου με ένα προηγούμενο ή επόμενο, όπως αντωνυμίας με ουσιαστικό· σύνδεση κειμενικού στοιχείου με οντότητα (πρόσωπο, αντικείμενο, ιδιότητα, κατάσταση) του εξωτερικού-εξωγλωσσικού κόσμου, γνωστή στον ακροατή ή τον αναγνώστη: ενδοκειμενική/εξωκειμενική ~. Βλ. δείξη. 9. ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. ελλην. γλ.) η έννοια του "ως προς κάτι", "σχετικά με κάτι", που εκφράζεται με εμπρόθετο ή ονοματικό προσδιορισμό. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικείμενο αναφοράς 1. το θέμα για το οποίο γίνεται λόγος· ό,τι βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ή της προσοχής: Προσέχουμε να αλλάζουμε παράγραφο, όταν περνάμε από μια έννοια σε άλλη ή αλλάζει το ~ ~.|| Ο αρχιτέκτονας διατηρεί γραφείο με κύριο ~ ~ μελέτες δημοσίων έργων. 2. ΓΛΩΣΣ. οντότητα του εξωτερικού-εξωγλωσσικού κόσμου η οποία συνδέεται με το γλωσσικό σημείο (απλούστερα, τη λέξη) με εξωτερική σχέση δήλωσης (λατ. denotatio)· το αντικείμενο που δηλώνεται από το γλωσσικό σημείο ως όνομα: Το ~ ~ της λέξης "τραπέζι" είναι το ίδιο το πράγμα "τραπέζι"., βιβλίο/έργο αναφοράς & (σπανιότ.) εργασία αναφοράς: βασικό έργο, κυρ. λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια, στο οποίο ανατρέχει κανείς για άντληση πληροφοριών. [< αγγλ. reference book/work] , δικαίωμα αναφοράς: ΝΟΜ. το δικαίωμα κάθε πολίτη, μεμονωμένα ή συλλογικά, τηρώντας τους νόμους του κράτους, να αναφέρεται εγγράφως στις Αρχές· το δικαίωμα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που κατοικεί ή έχει την καταστατική του έδρα σε κράτος-μέλος, να υποβάλουν, ατομικά ή από κοινού με άλλους πολίτες ή πρόσωπα, αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για θέμα που εμπίπτει στους τομείς δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Το Σύνταγμα καθιερώνει το ~ ~ των Ελλήνων προς τις Αρχές. , κέντρο αναφοράς 1. συντονιστικό όργανο (που παρέχει έγκυρη πληροφόρηση ή βοήθεια): εθνικό/ευρωπαϊκό ~ ~. ~ ~ AIDS/γρίπης. ~ ~ για την υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία. 2. σημείο αναφοράς. [< γαλλ. centre de référence] , ορθή αναφορά: ΑΣΤΡΟΝ. ουρανογραφική συντεταγμένη για τον προσδιορισμό της θέσης αντικειμένου στην ουράνια σφαίρα· το αντίστοιχο του γεωγραφικού μήκους. Βλ. απόκλιση. [< αγγλ. right ascension] , σημείο αναφοράς 1. (μτφ.) οτιδήποτε κατέχει εξέχουσα θέση σε ένα σύνολο ή αποκτά κομβική σημασία: ~ ~ της πόλης αποτελεί η κεντρική πλατεία. Η Εκκλησία είναι ~ ~ για τον Ελληνισμό της Διασποράς. Πβ. τοπόσημο. ΣΥΝ. κέντρο αναφοράς (2) 2. ΤΟΠΟΓΡ. ακριβής θέση στην επιφάνεια της Γης, με δεδομένες συντεταγμένες και υψόμετρο, που χρησιμοποιείται για τοπογραφικούς σκοπούς. [< γαλλ. point de référence] , σύστημα αναφοράς: ΦΥΣ. που χρησιμοποιεί συντεταγμένες για τον εντοπισμό ορισμένης θέσης: αδρανειακό ~ ~. [< γαλλ. système (de) référence] , τιμή αναφοράς: που θεωρείται βάση για τον υπολογισμό αξίας, μεγέθους: βασική/καθαρή/ρυθμιζόμενη ~ ~. ~ ~ μετοχών/πετρελαίου/συναλλάγματος/χρυσού. ~ ~ για τα ελλείμματα/το χρέος. Βλ. αντικειμενική αξία. [< αγγλ. reference price/ value] , αιτιατική της αναφοράς (/του "κατά τι") βλ. αιτιατική, γενικευτική αναφορά βλ. αναφορά, Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς βλ. πλαίσιο, εργαστήριο αναφοράς βλ. εργαστήριο, Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς (για τις γλώσσες) βλ. πλαίσιο, κόλλα αναφοράς βλ. κόλλα, ομάδα αναφοράς βλ. ομάδα, τοπικότητα της αναφοράς βλ. τοπικότητα ● ΦΡ.: δίνω (σε κάποιον) αναφορά (συχνά ειρων.): τον ενημερώνω λεπτομερώς για κάτι· λογοδοτώ: Έχω κάθε δικαίωμα να πάω όπου θέλω, χωρίς να δώσω ~ σε κανέναν. ~ θα σου δώσω;, σε αναφορά με & (λόγ.) εν αναφορά προς (επίσ.): ως προς, όσον αφορά, σχετικά με: ~ ~ την ανωτέρω επιστολή, σας πληροφορούμε ότι ... [< 1,2,3: αρχ. ἀναφορά 1,2: αγγλ. reference, γαλλ. référence 3,4,5,6: αγγλ. report, γαλλ. rapport 7: μτγν. άναφορά, γαλλ. rapport, relation 8: αγγλ. anaphora, γαλλ. anaphore 9: μτγν.]

διακανονισμός

διακανονισμόςδι-α-κα-νο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): διευθέτηση, τακτοποίηση: άτοκος/πολιτικός/χρηματικός ~. ~ διαζυγίου/διαφορών/ζημιών/λογαριασμών/οφειλών/πληρωμών/συναλλαγών. Ήρθε/κατέληξε/προέβη σε ~ό. Πβ. ρύθμιση. ● ΣΥΜΠΛ.: φιλικός διακανονισμός/φιλική δήλωση (τροχαίου ατυχήματος): εύκολος και γρήγορος τρόπος αποζημίωσης του ανυπαίτιου οδηγού από την ασφαλιστική του εταιρεία: έντυπο ~ού ~ού/~ής ~ης., Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών βλ. τράπεζα [< γαλλ. règlement, réglementation]

δικαιοπραξία

δικαιοπραξίαδι-και-ο-πρα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. δήλωση ιδιωτικής βούλησης για σύσταση, αλλοίωση ή κατάργηση έννομης σχέσης: άτυπη/διμερής (π.χ. σύμβαση)/εκποιητική/επαχθής/μονομερής (π.χ. διαθήκη)/υποσχετική ~. ~ εν ζωή. Έγκριση/προϋποθέσεις ~ών. Ανίκανος/ικανός για ~. [< μτγν. δικαιοπραξία 'δίκαιη πράξη, σύμφωνη με τον νόμο', γαλλ. acte judiciaire, γερμ. Rechtsgeschäft]

προγραμματικός

προγραμματικός, ή, ό προ-γραμ-μα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή περιλαμβάνεται σε πρόγραμμα, που γίνεται ή υπάρχει βάσει προγράμματος: ~ός: διάλογος/λόγος/σχεδιασμός. ~ή: διακήρυξη/εξαγγελία/περίοδος/σύγκλιση δυνάμεων/συζήτηση/σύμβαση/συμφωνία. ~ό: έγγραφο/κείμενο/πλαίσιο/συνέδριο/σχέδιο. ~ές: αρχές/δεσμεύσεις/δράσεις/θέσεις. ~ά: ζητήματα/κριτήρια/μεγέθη. Οι ~οί στόχοι επιτεύχθηκαν. ● επίρρ.: προγραμματικά ● ΣΥΜΠΛ.: προγραμματικές δηλώσεις: ΠΟΛΙΤ. οι γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής που παρουσιάζει στη Βουλή ο νέος πρωθυπουργός: ~ ~ για την παιδεία. Συζήτηση των ~ών ~ώσεων. Στις προγραμματικές του δηλώσεις δεσμεύτηκε/υποσχέθηκε ότι ...|| (σπανιότ. οι εξαγγελίες ενός νεοεκλεγμένου οργάνου:) Οι ~ ~ του προέδρου του συμβουλίου., προγραμματική μουσική: ΜΟΥΣ. που έχει στόχο να περιγράψει κάτι συγκεκριμένο (π.χ. ένα ιστορικό συμβάν, ένα φιλολογικό κείμενο, μια εικόνα ή μια καθορισμένη ψυχική κατάσταση). [< αγγλ. program music] [< γαλλ. programmatique, αγγλ. programmatic]

φορολογικός

φορολογικός, ή, ό φο-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη φορολογία: ~ός: ανταγωνισμός/έλεγχος (= φοροέλεγχος)/κώδικας/νόμος/προγραμματισμός/σχεδιασμός. ~ή: αμνηστία/απάτη/εναρμόνιση (των ~ών συστημάτων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης)/ισότητα/κατοικία (: ο τόπος όπου ένα πρόσωπο υποχρεούται να δηλώνει το συνολικό του εισόδημα)/κλίμακα/μεταρρύθμιση/περίοδος/πολιτική/ταμειακή μηχανή. ~ό: απόρρητο/Δίκαιο/δικαστήριο/έτος/καθεστώς/νομοσχέδιο/σαφάρι (= φοροσαφάρι). ~ές: απαλλαγές (= φοροαπαλλαγές)/διαφορές/διευκολύνσεις/εκκρεμότητες/επιβαρύνσεις/παραβάσεις/περικοπές/ρυθμίσεις/υπηρεσίες/υποχρεώσεις. ~ά: βάρη/βιβλία/έντυπα/έσοδα/κίνητρα (για επενδύσεις)/μέτρα. Λογιστικό-~ό γραφείο.|| ~ός: διαιτητής/εκπρόσωπος/σύμβουλος. ~ές: Αρχές. ● Ουσ.: φορολογικά (τα) (προφ.): ενν. θέματα: Έχει αναθέσει τα ~ του σε φοροτεχνικό. ● επίρρ.: φορολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φορολογική βάση: το εισόδημα, η περιουσία και οι δαπάνες του φορολογούμενου, βάσει των οποίων καθορίζεται ο φορολογικός συντελεστής: ενιαία ~ ~. Διεύρυνση της ~ής ~ης., φορολογική δήλωση: έγγραφη ή ηλεκτρονική δήλωση εισοδήματος που υποβάλλει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αρμόδια φορολογική Αρχή κάθε χρόνο· συνεκδ. το αντίστοιχο έντυπο ή η ψηφιακή φόρμα: εκπρόθεσμη ~ ~. Εκκαθάριση ~ής ~ης.|| Προθεσμίες για την κατάθεση/υποβολή ~ών ~ώσεων. Οδηγίες για τη συμπλήρωση των ~ών ~ώσεων (: φορολογικός οδηγός). Βλ. φοροτεχνικός., φορολογικός μηχανισμός/εκτυπωτής: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονική υπολογιστική συσκευή για την έκδοση παραστατικών. Πβ. ταμειακή μηχανή., φορολογικός συντελεστής: το ποσό του φόρου που αναλογεί σε κάθε μονάδα της φορολογικής βάσης, εκφραζόμενο ως ποσοστό επί τοις εκατό: ανώτατος/κεντρικός/μέσος ~ ~. Υψηλοί/χαμηλοί ~οί ~ές. Ενιαίος ~ ~ ...%. Αύξηση των ~ών ~ών., φορολογική ενημερότητα βλ. ενημερότητα, φορολογικό μητρώο βλ. μητρώο, φορολογικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, φορολογικός παράδεισος βλ. παράδεισος [< μεσν. φορολογικός, γαλλ. fiscal, αγγλ. tax]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.