Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δήμαρχος δή-μαρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. (σπάν.-λαϊκό) θηλ. δημαρχίνα}: αιρετός άρχοντας ενός δήμου: εκλεγμένος ~. Το αξίωμα/οι αρμοδιότητες/το γραφείο/η θητεία του ~ου. Βάζει(/θέτει) υποψηφιότητα (= είναι υποψήφιος ~)/κατεβαίνει/πάει για ~. Εξελέγη ~ για δεύτερη συνεχή τετραετία. Βλ. -αρχος, αντι~, βλαχο~, υπερ~. ● ΦΡ.: από δήμαρχος κλητήρας (προφ.): για άτομο που υποβαθμίστηκε, συνήθ. κοινωνικά ή επαγγελματικά: Έχασε τα πάντα και βρέθηκε/έγινε/κατάντησε ~ ~! Πβ. απ' τα ψηλά στα χαμηλά., τα παράπονά σου στον δήμαρχο (προφ.): λέγεται ως απάντηση σε κάποιον που εκφράζει παράπονα ή διαμαρτυρίες, για να του δηλώσει την πλήρη αδιαφορία του. [< αρχ. δήμαρχος ‘αρχηγός του δήμου’]

-αρχος

-αρχος{-άρχου (σπανιότ.) -αρχου} επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. τον διοικητή, τον επικεφαλής: (ως αξίωμα:) μοίρ~/ναύ~/πλοί~/φύλ~.|| Δήμ~. 2. τον προϊστάμενο υπηρεσίας: ληξί~.