Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 30 εγγραφές  [0-20]


  • δήμος [δῆμος] δή-μος ουσ. (αρσ.) 1. διοικητική περιφέρεια στην οποία η εξουσία ασκείται από αιρετό άρχοντα (δήμαρχο) και το δημοτικό συμβούλιο: η φιλαρμονική του ~ου. Βλ. σχέδιο "Καποδίστριας", τοπική αυτοδιοίκηση, υπερ~. 2. το σύνολο των κατοίκων που διαμένουν σε αυτοδιοικούμενη περιοχή. 3. οι διοικητικές υπηρεσίες του δήμου. 4. το κτίριο του δημαρχείου. Πβ. δημαρχιακό/δημοτικό μέγαρο. ● ΣΥΜΠΛ.: δήμος-κυβερνείο: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. νησιωτική διοικητική περιφέρεια με αυξημένες αρμοδιότητες, που θεσπίστηκε με το σχέδιο "Καλλικράτης"., η Εκκλησία του Δήμου βλ. εκκλησία ● ΦΡ.: τα εν οίκω μη εν δήμω βλ. οίκος [< αρχ. δῆμος]
  • δημοσιά δη-μο-σιά ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λογοτ.): δημόσιος επαρχιακός δρόμος. [< μεσν. δημοσία (ενν. οδός)]
  • δημοσίευμα δη-μο-σί-ευ-μα ουσ. (ουδ.) {δημοσιεύμ-ατος | -ατα, -άτων}: άρθρο που δημοσιεύεται σε εφημερίδα ή περιοδικό: αποκαλυπτικό/ειδικό/επίμαχο/πρωτοσέλιδο/συκοφαντικό/ψευδές ~. Αναληθή/έγκυρα/κακόβουλα ~ατα. Διάψευση ~ατος. Σύμφωνα με το ~ ... Όπως επισημαίνεται στο ~ ... Με αφορμή πρόσφατο ~ στον Τύπο για ...|| Επιστημονικά ~ατα (: μελέτες και συγγράμματα). Πβ. δημοσίευση. [< γαλλ. publication]
  • δημοσίευση δη-μο-σί-ευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. γνωστοποίηση μέσω του Τύπου: τελευταία ~ στις δέκα Απριλίου (: έντυπη ή ηλεκτρονική καταχώριση αγγελίας). ~ των αποτελεσμάτων/του νόμου/των πρακτικών. ~ της υπουργικής απόφασης στο ΦΕΚ. Πβ. έκδοση. Βλ. ανα~, προ~.|| Ψηφιακές ~εύσεις. (σε φόρουμ) Απαγορεύεται η ~ μηνυμάτων με προσβλητικό περιεχόμενο.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ του ισολογισμού. 2. δημοσιευμένο κείμενο, δημοσίευμα: επιστημονική ~. Έχει πολλές ~εύσεις σε διεθνή περιοδικά. [< μτγν. δημοσίευσις ‘δημόσια δήλωση’, γαλλ. publication]
  • δημοσιεύσιμος , η, ο δη-μο-σι-εύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί ή αξίζει να δημοσιευτεί: ~η: επιστολή. ~ο: άρθρο/υλικό. Εφόσον η εργασία κριθεί ~η ... Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι ~α. Βλ. ανακοινώσιμος.
  • δημοσιεύω δη-μο-σι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {δημοσίευ-σε, δημοσιεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε (λόγ. μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. γνωστοποιώ κάτι μέσω του Τύπου: ~ το άρθρο/την είδηση/τη συνέντευξη/τη φωτογραφία. ~ει στην εφημερίδα/στην ιστοσελίδα/στο περιοδικό. ~τηκαν τα αποτελέσματα των εκλογών/τα ονόματα των επιτυχόντων. ~τηκε το Προεδρικό Διάταγμα. ~θείσα: προκήρυξη. ~θέντα: οικονομικά στοιχεία. Βλ. ανα~, προ~. 2. εκδίδω: ~σε τα διηγήματά του στον εκδοτικό οίκο ... ~μένα: έργα (ΑΝΤ. αδημοσίευτος). [< μτγν. δημοσιεύω ‘κοινολογώ’]
  • Δημόσιο βλ. δημόσιος
  • δημοσιογραφία δη-μο-σι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ. η συγκέντρωση, επεξεργασία και μετάδοση ειδήσεων από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά· το σχετικό επάγγελμα και το αντίστοιχο γνωστικό αντικείμενο: αθλητική/ανεξάρτητη/αντικειμενική/ελεύθερη/έντυπη/ερευνητική/ κίτρινη (βλ. Τύπος)/μάχιμη/πολιτική/στρατευμένη ~. Πβ. Τύπος. Βλ. φωτο~.|| Διδάσκει/σπουδάζει ~. Βλ. -γραφία. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική δημοσιογραφία: τα μέσα ραδιοτηλεοπτικής ενημέρωσης και η πληροφόρηση μέσω του διαδικτύου: Η ~ ~ κάνει εκτεταμένη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας. Πβ. ηλεκτρονικός Τύπος. [< αγγλ. electronic/e-journalism, περ. 1970] [< γαλλ. journalisme]
  • δημοσιογραφικός , ή, ό δη-μο-σι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ. που σχετίζεται με τη δημοσιογραφία ή τους δημοσιογράφους: ~ός: κόσμος/λόγος/οργανισμός. ~ή: αποστολή/διάσκεψη/εκπομπή/έρευνα/κάλυψη/ομάδα. ~ό: απόρρητο/άρθρο/επάγγελμα/υλικό/χαρτί (: για την έκδοση εφημερίδων και περιοδικών). ~ές: πηγές/πληροφορίες. ~ά: θέματα/κείμενα/νέα/σχόλια. Κώδικας ~ής δεοντολογίας. Το ~ό επιτελείο του σταθμού. ● επίρρ.: δημοσιογραφικά ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσιογραφικοί κύκλοι βλ. κύκλος [< γαλλ. journalistique]
  • δημοσιογραφίσκος δη-μο-σι-ο-γρα-φί-σκος ουσ. (αρσ.): άσημος, ασήμαντος δημοσιογράφος. Βλ. -ίσκος.
  • δημοσιογράφος δη-μο-σι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία: αθλητικός/ελεύθερος/μαχητικός ~. ~-παρουσιαστής (ειδήσεων/εκπομπής/καναλιού/ραδιοφώνου). Τη συζήτηση συντονίζει ο ~ ... Βλ. κονδυλοφόρος, ρεπόρτερ, τηλε~, -γράφος. ● Μεγεθ.: δημοσιογραφάρα (η) (προφ.-συχνά ειρων.) [< γαλλ. publiciste, journaliste]
  • δημοσιογραφώ [δημοσιογραφῶ] δη-μο-σι-ο-γρα-φώ ρ. (αμτβ.) {δημοσιογραφ-είς ..., -ώντας | (σπάν.) δημοσιογράφ-ησε, -ήσει} (λόγ.): ασχολούμαι επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία: ~εί στον κυβερνοχώρο/στον ημερήσιο Τύπο. Βλ. -γραφώ.
  • δημοσιολογία δη-μο-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. επιστημονικός κλάδος με αντικείμενο το Δημόσιο Δίκαιο, τα πολιτικά και κοινωνικά θέματα· γενικότ. συζήτηση για τα δημόσια θέματα. Βλ. -λογία. [< γαλλ. publicisme]
  • δημοσιολόγος δη-μο-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στη δημοσιολογία. Βλ. πολιτειολόγος, -λόγος. [< γαλλ. publiciste]
  • δημοσιονομία δη-μο-σι-ο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κλάδος της οικονομίας με αντικείμενο τα δημόσια οικονομικά (έσοδα, έξοδα, χρέη, φορολογία). Βλ. -νομία. [< γερμ. Finanzwissenschaft]
  • δημοσιονομικός , ή, ό δη-μο-σι-ο-νο-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη δημοσιονομία: ~ός: εκτροχιασμός/έλεγχος/προγραμματισμός/σχεδιασμός. ~ή: διαχείριση/διοίκηση/έκθεση/εξυγίανση/λιτότητα/πειθαρχία/προσαρμογή/σταθερότητα. ~ό: κόστος/περιθώριο/πρόβλημα/χρέος. ~οί: δείκτες/στόχοι. ~ές: διατάξεις. ~ά: μεγέθη/μέτρα/στοιχεία.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (= δημόσια οικονομικά) της χώρας. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσιονομική πολιτική: ρύθμιση των δημόσιων δαπανών και της φορολόγησης, με στόχο την επίτευξη σταθερού επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης, την καταπολέμηση της ανεργίας και του πληθωρισμού: αυστηρή/επεκτατική/περιοριστική/χαλαρή ~ ~. Βλ. νομισματική πολιτική., Δημοσιονομικό Δίκαιο: ΝΟΜ. κανόνες που διέπουν τον τρόπο απόκτησης και διαχείρισης των αναγκαίων οικονομικών μέσων ενός κράτους για την άσκηση της δημοσιονομικής του πολιτικής., δημοσιονομικό έλλειμμα: οικονομικό φαινόμενο κατά το οποίο τα δημόσια έξοδα μιας χώρας υπερβαίνουν τα έσοδά της: διαρθρωτικό ~ ~.
  • δημοσιοποίηση δη-μο-σι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δημοσιοποιώ: ~ δημοσκοπήσεων/της έκθεσης/των ερευνών/των πληροφοριών/των φωτογραφιών. Πβ. αναγγελία, γνωστο-, κοινο-ποίηση.
  • δημοσιοποιώ [δημοσιοποιῶ] δη-μο-σι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {δημοσιοποι-είς ..., -ώντας | δημοσιοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (επίσ.): καθιστώ κάτι δημόσια γνωστό: ~ήθηκαν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού. Η εταιρεία σέβεται και δεν ~εί τα προσωπικά δεδομένα των πελατών της. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ~ησε η στατιστική υπηρεσία, ... Μελέτη που ~ήθηκε (= δημοσιεύτηκε) σε ιατρικό περιοδικό. ~ημένο: έγγραφο. Πβ. αναγγέλλω, ανακοινώνω, γνωστοποιώ. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. publier]
  • δημόσιος , α, ο δη-μό-σι-ος επίθ. {-ου κ. -ίου (θηλ. -ας κ. -ίας) | -ων κ. -ίων, -ους κ. -ίους} 1. που σχετίζεται με το κράτος ή ανήκει σε αυτό: ~ος: δανεισμός/έλεγχος/κορβανάς/λειτουργός/πλούτος/τομέας/φορέας. ~α: Αρχή/βιβλιοθήκη/εκπαίδευση/εταιρεία/θέση/οικονομία/παιδεία/περιουσία/ραδιοφωνία/συγκοινωνία/σχολή/τηλεόραση/τράπεζα/υπηρεσία/χρηματοδότηση. ~ο: αξίωμα/αρχείο/δίκτυο/έγγραφο/έλλειμμα/ίδρυμα/κέντρο/λειτούργημα/μητρώο/νοσοκομείο/πανεπιστήμιο/πάρκο/σύστημα (υγείας)/σχολείο/ταμείο. ~ες: αργίες/πολιτικές/προμήθειες. ~α: δάση/έσοδα/οικονομικά. Πβ. κρατικός. Βλ. ημι~. ΑΝΤ. ιδιωτικός (1) 2. που αφορά τον λαό· που απευθύνεται σε όλο το κοινωνικό σύνολο ή σε ένα ευρύτερο κοινό, που προορίζεται για αυτό: ~ος: δρόμος. ~α: ασφάλεια. ~ο: ενδιαφέρον. ~α: αγαθά. Αυτοκίνητα/κτίρια/χώροι ~ας χρήσης.|| (που γίνεται μπροστά σε κόσμο, κοινό:) ~ος: διάλογος/διασυρμός/εξευτελισμός/έπαινος. ~α: αντιπαράθεση/διαβούλευση/διάλεξη/εικόνα (πβ. ίματζ, βλ. προφίλ)/εμφάνιση/παρέμβαση/προβολή/συζήτηση/συνεδρίαση.|| ~ος: διαγωνισμός. ~α: (εκ)δήλωση/καταγγελία/κλήρωση/πρόσβαση/πρόσκληση/πρόταση. ~ο: βήμα. ~α: δεδομένα. Πβ. ανοιχτός. ● Ουσ.: Δημόσιο (το) {Δημοσ-ίου}: το κράτος ως νομικό πρόσωπο: τα ταμεία/φορέας του ~ίου. Ασφαλισμένος στο ~. Εργάζομαι/διορίζομαι στο ~. Απολύσεις/προσλήψεις στο ~. Έκανε σύμβαση με το ~. Εταιρεία που περιήλθε/υπηρεσία που ανήκει στο ~. Συμβεβλημένος/συναλλαγές με το ~. Χρέη προς το ~. Οφειλές υπέρ του ~ίου. Αγωγή κατά του ~ίου.|| Ομόλογα του (Ελληνικού) ~ίου. ● επίρρ.: δημόσια & δημοσίως & (αρχαιοπρ.) δημοσία: Εκφράζω τη γνώμη μου ~. Άλλα είπε σε μένα και άλλα είπε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Δημόσια Διοίκηση: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το σύνολο των κρατικών οργάνων που αναλαμβάνουν την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας· οι δημόσιες, διοικητικές υπηρεσίες: Εθνική Σχολή ~ας ~ης & Αυτοδιοίκησης (ακρ. ΕΣΔΔΑ)., δημόσιος τομέας: το σύνολο των υπηρεσιών, οργανισμών και επιχειρήσεων (υπουργεία, δήμοι, ασφαλιστικά ταμεία, πανεπιστήμια, ημικρατικοί φορείς) που ελέγχονται από το κράτος· συνεκδ. όσοι εργάζονται σε αυτά: ο ευρύτερος/στενός ~ ~.|| Απεργεί ο ~ ~. Βλ. ΔΕΚΟ, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, ΟΤΑ. ΑΝΤ. ιδιωτικός τομέας, δημόσιος υπάλληλος: πρόσωπο που διορίζεται και υπηρετεί στον δημόσιο τομέα, συνήθ. με εργασιακή σχέση μονιμότητας, υπάγεται στον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα και μισθοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό: αποσπάσεις/μεταθέσεις/μετατάξεις ~ίων ~ων. [< γαλλ. officier public] , η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος: η κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή ενός τόπου: διαφάνεια/εξυγίανση της ~ας ~ής. Παράγοντες της ~ας ~ής. Αποσύρθηκε από τον ~ο ~ο. Πβ. κοινά. ΑΝΤ. ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος, δημόσια αιδώς βλ. αιδώς, δημόσια ακρόαση βλ. ακρόαση, δημοσία δαπάνη βλ. δαπάνη, δημόσια δύναμη βλ. δύναμη, δημόσια εγγραφή βλ. εγγραφή, δημόσια εξουσία βλ. εξουσία, δημόσια επιχείρηση βλ. επιχείρηση, δημόσια έργα βλ. έργο, δημόσια κτήση βλ. κτήση, δημόσια πράγματα βλ. πράγμα, δημόσιες δαπάνες βλ. δαπάνη, δημόσιες επενδύσεις βλ. επένδυση, δημόσιες σχέσεις βλ. σχέση, δημόσιο δάνειο βλ. δάνειο, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο βλ. δίκαιο, Δημόσιο Δίκαιο βλ. δίκαιο, δημόσιο λογιστικό βλ. λογιστικός, δημόσιο πρόσωπο βλ. πρόσωπο, δημόσιο συμφέρον βλ. συμφέρον, δημόσιο/εθνικό χρέος βλ. χρέος, δημόσιο/κρατικό χρήμα βλ. χρήμα, δημόσιος κατήγορος βλ. κατήγορος, δημόσιος κίνδυνος βλ. κίνδυνος, δημόσιος χώρος βλ. χώρος, κοινή γυναίκα βλ. γυναίκα, κοινωνική αντίληψη βλ. αντίληψη, κρατικός/δημόσιος/κοινοτικός προϋπολογισμός βλ. προϋπολογισμός, το κοινό/το δημόσιο αίσθημα βλ. αίσθημα, υποδομή δημόσιου κλειδιού βλ. υποδομή ● ΦΡ.: σε κοινή/σε δημόσια θέα βλ. θέα [< αρχ. δημόσιος, γαλλ.-αγγλ. public]
  • δημοσιοσχεσίτης δη-μο-σι-ο-σχε-σί-της ουσ. (αρσ.) (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο ικανό στις δημόσιες σχέσεις: επικοινωνιολόγοι και ~ες. Βλ. μάνατζερ, -ίτης1. ΣΥΝ. δημοσιοσχετίστας

αιδώς

αιδώς[αἰδώς] αι-δώς ουσ. (θηλ.) {γεν. αιδ-ούς, αιτ. -ώ} (λόγ.): το αίσθημα ντροπής και φιλοτιμίας που προκύπτει από σεβασμό στους ηθικούς ή/και κοινωνικούς κανόνες και η αντίστοιχη στάση ζωής: πολιτική ~. Απωλέσθη/εξέλιπεν η ~. Έχει χάσει κάθε έννοια ~ούς. Πβ. αιδημοσύνη, σεμνότητα, συστολή. Βλ. εντιμ-, λεπτ-ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια αιδώς {συνηθέστ. στη γεν. δημοσ-ίας αιδ-ούς}: ΝΟΜ. το δημόσιο αίσθημα ντροπής για ό,τι θεωρείται ανήθικο ή απρεπές σχετικά με τη γενετήσια λειτουργία: προσβολή/προστασία της ~ίας ~ούς. Προκαλεί τη ~ ~ώ. Πβ. χρηστά ήθη. ● ΦΡ.: αιδώς (Αργείοι)! [αἰδώς Ἀργεῖοι] (ως ηθική επίπληξη): ντροπή (σας)!, χωρίς/δίχως (καμία/την παραμικρή) ντροπή/αιδώ βλ. ντροπή [< αρχ. αἰδώς, γαλλ. pudeur]

αίσθημα

αίσθημα[αἴσθημα] αί-σθη-μα ουσ. (ουδ.) {αισθήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. συναίσθημα: αγνό/αληθινό/γνήσιο/διάχυτο/έντονο/ερωτικό/μητρικό/ρομαντικό/τρυφερό ~. ~ αγάπης/αλληλεγγύης/ανασφάλειας/ανησυχίας/απόρριψης/αποτυχίας/ευφορίας/θλίψης/ικανοποίησης/κενού/μίσους/πανικού/πληρότητας/φόβου/χαράς. Αδελφικά/ακραία/αμοιβαία/ανάμεικτα/ανώτερα/βίαια/γενναιόδωρα/ευγενικά/καλοπροαίρετα/κατώτερα/λεπτά/φιλικά ~ατα. Άνθρωπος με ~ατα (= ευαισθησίες). Αρμονία/εναλλαγή ~άτων. Συναυλία με ~ (πβ. ένταση, συγκίνηση). Απαλύνω/βιώνω/εκδηλώνω/εκτονώνω/εκφράζω/καλλιεργώ ένα ~. Εμπνέουν ~ατα εμπιστοσύνης στους συνεργάτες τους. Μας συνδέει (ένα) δυνατό ~. Δεν άλλαξαν/δεν κρύβω τα ~ατά μου για σένα. Πλήγωσε/πρόδωσε τα ~ατά της. Γενικευμένο ~ αγανάκτησης. 2. εντύπωση που δημιουργείται στη συνείδηση μέσω των αισθήσεων: ακουστικό/γευστικό/οπτικό ~ (βλ. μετ~). ~ ασφυξίας/βάρους (στο στήθος)/δίψας/δυσφορίας/ευεξίας/καύσου (= κάψιμο)/κοπώσεως/κορεσμού/ναυτίας/ξηρότητας/παλμών (: η συναίσθηση των χτύπων της καρδιάς)/πείνας/πίεσης/πόνου/φαγούρας. Βλ. προ~. 3. συνείδηση που διαμορφώνεται σχετικά με κάτι, συναίσθηση, φρόνημα: δημοκρατικό/εθνικό/θρησκευτικό/κοινωνικό/λαϊκό/συλλογικό ~. ~ δικαιοσύνης/ενοχής/της ιδιοκτησίας/του καθήκοντος/ντροπής/τιμής/χρέους. Υψηλό ~ ευθύνης. Προσβολή του δημοσίου ~ατος (= της δημοσίας αιδούς, πβ. κοινό/δημόσιο αίσθημα). Διαπνέεται από ανθρωπιστικά/αντιπολεμικά/φιλειρηνικά ~ατα (= ιδεώδη). 4. (προφ.-οικ.) έρωτας, ερωτική σχέση και συνεκδ. ερωτικός σύντροφος: επιπόλαιο/σοβαρό/φλογερό ~. Γάμος από/χωρίς ~.|| (αργκό) Να σου συστήσω το ~. Πβ. αμόρε, γκόμενος, γκόμενα, φίλος, φίλη. ● Υποκ. αισθηματάκι (το) στη σημ. 4. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσικό αίσθημα: η αντίληψη μιας γλωσσικής κοινότητας για την ορθή χρήση της γλώσσας: Έχει έντονα ανεπτυγμένο το ~ ~ (= γλωσσικό αισθητήριο)., το κοινό/το δημόσιο αίσθημα: το σύνολο των αντιλήψεων και πεποιθήσεων ενός κοινωνικού συνόλου, κυρ. σχετικά με ζητήματα ηθικής φύσεως: το ~ ~ δικαιοσύνης (πβ. το αίσθημα δικαίου/το περί δικαίου αίσθημα). Προκλητική για το ~ ~ συμπεριφορά. Πβ. χρηστά ήθη., σύμπλεγμα/κόμπλεξ/αίσθημα ανωτερότητας/κατωτερότητας (/μειονεξίας) βλ. σύμπλεγμα ● ΦΡ.: παίζω με τα αισθήματα κάποιου (μτφ.): αντιμετωπίζω επιπόλαια ή εκμεταλλεύομαι τα συναισθήματά του: Δεν τον αγαπούσε πραγματικά, έπαιζε ~ ~ά του., το αίσθημα δικαίου/το περί δικαίου αίσθημα: η επικρατούσα άποψη μιας κοινωνίας σχετικά με το δίκαιο, το σωστό: κοινό αίσθημα δικαίου (ή ~ ~ της κοινής γνώμης). Ικανοποιείται ~ ~. Τα λάθη και οι παραλείψεις των Αρχών πλήττουν ~ ~ του λαού., τρέφω αισθήματα (για κάποιον): νιώθω κάτι (για κάποιον): Έτρεφε (ερωτικά/φιλικά) ~ για κείνη. ~ουν ~ θαυμασμού για τον μεγάλο ηγέτη. [< 1,3,4: γαλλ. sentiment, αγγλ. feeling, sense 2: αρχ. αἴσθημα]

ακρόαση

ακρόαση[ἀκρόαση] α-κρό-α-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άσεως | -άσεις, -άσεων} 1. η ενέργεια του ακούω και ειδικότ. παρακολούθηση ομιλίας, εκπομπής: ατομική/διακριτική/ενεργητική/κριτική/μουσική ~. ~ ονλάιν. Κινητό τηλέφωνο ~ης χώρου. Γρήγορη ~ μηνυμάτων. ~ με ακουστικά. ~ ειδήσεων/μαθημάτων/ραδιοφωνικού σταθμού/τραγουδιών. Καλή ~! Πβ. άκουσμα. Βλ. λαθρ~, συν~. 2. υποδοχή κάποιου από επίσημο φορέα σε προκαθορισμένο χρόνο και συνήθ. κατόπιν αίτησης, προκειμένου να προβάλει το αίτημά του ή ειδικότ. τις ικανότητές του: Διοργανώνω/εξασφαλίζω/ζητώ ~. Περνώ από ~. Καλώ σε ~ (βλ. οντισιόν, συνέντευξη). Πηγαίνω/συμμετέχω σε (ανοιχτή) ~. Επιτροπή ~ης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δέχθηκε σε ~ τον/την ... 3. διαδικασία (δικαστηρίου, Αρχής, επιτροπής) κατά την οποία συγκεντρώνονται μαρτυρίες με στόχο τον προσδιορισμό ενός θέματος, ενός γεγονότος και τη λήψη απόφασης: Ημερομηνία διεξαγωγής της ~ης. Διενεργώ/διοργανώνω/πραγματοποιώ ~. Κλήθηκε σε ~ από το συμβούλιο, για να δώσει εξηγήσεις.|| (ΝΟΜ.) ~ μαρτύρων. Προκαταρκτική ~. ~ κεκλεισμένων των θυρών. Πβ. ακροαματική διαδικασία. 4. ΙΑΤΡ. διάγνωση, με στηθοσκόπιο ή με γυμνό αυτί, της κατάστασης του οργανισμού από τους ήχους που παράγονται σε διάφορα όργανα του σώματος, κυρ. στη θωρακική ή κοιλιακή κοιλότητα: κλινική ~. ~ καρδιάς/πνευμόνων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή ακρόαση & ανοιχτή συνομιλία: λειτουργία του τηλεφώνου (συνήθ. του ενσύρματου) που επιτρέπει την επικοινωνία χωρίς χρήση ακουστικού με δυνατότητα συμμετοχής περισσότερων ατόμων στη συνομιλία: (Κινητό) τηλέφωνο με ~ ~. Τηλεδιάσκεψη μέσω τηλεφώνου με χρήση ~ής ~ης (= κλήση σύσκεψης)., δημόσια ακρόαση: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. διαδικασία δημόσιου διαλόγου, όπου παρέχεται σε φορείς, πολίτες ή οργανωμένα σύνολα η δυνατότητα διατύπωσης απόψεων, επιχειρημάτων και εισηγήσεων σε σχέση με συγκεκριμένο αίτημά τους ή με γενικού ενδιαφέροντος θέμα: Διεξάγεται/κλήθηκε σε/παρίσταμαι σε ~ ~. Το Ευρωδικαστήριο θα κρίνει μετά από ~ ~. [< γαλλ. audience publique] , δικαίωμα ακρόασης: ΝΟΜ. δικαίωμα των διαδίκων να παραστούν ενώπιον του δικαστηρίου και να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους με αντίστοιχη υποχρέωση του δικαστηρίου να τους λάβει υπόψη. ● ΦΡ.: ούτε φωνή ούτε ακρόαση (προφ.): για πρόσωπο ή φορέα που δεν δίνει σημεία ζωής· για κατάσταση, διαδικασία για την οποία δεν υπάρχει καμία ενημέρωση: Του τηλεφώνησα τρεις φορές, αλλά ~ ~. Από τον Γιώργο ~ ~. Εδώ και έναν μήνα ~ ~. [< 1: αρχ. ἀκρόασις 2,3: γαλλ. audience 4: γαλλ. auscultation]

ανακοινώσιμος

ανακοινώσιμος, η, ο [ἀνακοινώσιμος] α-να-κοι-νώ-σι-μος επίθ. (επίσ.): που μπορεί ή επιτρέπεται να ανακοινωθεί: ~ες: πληροφορίες. ~α: αποτελέσματα/περιστατικά.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ελάχιστη ~η ποσότητα μετοχών (: στο χρηματιστήριο). [< γαλλ. communicable]

αντίληψη

αντίληψη[ἀντίληψη] α-ντί-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. άποψη, ιδέα, γνώμη, ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κατανοεί κάτι: αισιόδοξη/αποδεκτή/επαναστατική/εσφαλμένη/ηθική/κυρίαρχη/λαϊκή/μοντέρνα/οικολογική/παιδαγωγική/προοδευτική/τεχνοκρατική/φιλελεύθερη ~. Αναχρονιστικές/θρησκευτικές/ξεπερασμένες/παραδοσιακές/προσωπικές ~ήψεις (= εκτιμήσεις, κρίσεις). Αναθεωρώ/διαμορφώνω/καλλιεργώ/ξεπερνώ μια ~. Έχω την ~ (= νομίζω)/υπάρχει η ~ ότι/πως ... Έχουν τις ίδιες/κοινές ~ήψεις για .../περί ... Σύμφωνα με την επικρατούσα/καθιερωμένη ~ ... Οι ~ήψεις της εποχής εκείνης διαφέρουν από τις σημερινές. Βλ. αυτο~, συν~. 2. σύνθετη νοητική λειτουργία με την οποία ο άνθρωπος αποκτά γνώση, συνείδηση της πραγματικότητας είτε με τις αισθήσεις (ερεθίσματα) είτε με τη λογική· το αποτέλεσμά της: αισθησιακή/αισθητήρια/αισθητική/απτική/μουσική/οξεία/οπτική/ταχεία ~. ~ του κόσμου (= κοσμο~)/του πόνου (= αίσθημα, αίσθηση)/του χρόνου/των χρωμάτων (βλ. δαλτονισμός)/του χώρου. ~ και φαντασία. Η ικανότητα/τα όρια/το πεδίο/η ψυχολογία (βλ. γνωστική ψυχολογία) της ~ης. Άτομα μειωμένης ~ης (πβ. ευφυΐα, νοημοσύνη). Έχω καθαρή/ξεκάθαρη/σαφή ~ (= γνώση, επίγνωση) της κατάστασης/του προβλήματος/του τι μου συμβαίνει. Δεν έχει απόλυτη ~ του περιβάλλοντός της. Βλ. νοημοσύνη. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική αντίληψη: ΝΟΜ. ειδικό νομικό καθεστώς που αφορά ορισμένες κατηγορίες προσώπων (σωματικά ή πνευματικά ανάπηρους, με συνήθεια μέθης, τοξικομανία), βάσει του οποίου ορίζεται από το δικαστήριο δικαστικός αντιλήπτορας για τις πράξεις τους. Βλ. επιμέλεια, επιτροπεία, κηδεμονία., κοινωνική αντίληψη & δημόσια αντίληψη: βοήθεια που παρέχεται από το κράτος, φιλανθρωπικά ιδρύματα ή άλλους οργανισμούς και υπηρεσίες σε άτομα με βιοτικές ή άλλες ανάγκες: πρόνοια και ~ ~., ακουστική αντίληψη βλ. ακουστικός, οπτική αντίληψη βλ. οπτικός, υπεραισθητική αντίληψη βλ. υπεραισθητικός ● ΦΡ.: εξ ιδίας αντιλήψεως & έχω ιδίαν αντίληψη (λόγ.): από προσωπική γνώμη, άποψη ή εμπειρία: Γνωρίζει την κατάσταση εξ ιδίας ~.|| Έχει ιδίαν ~ για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν., πέφτει στην αντίληψή μου & (λόγ.) υποπίπτει στην αντίληψή μου: γίνεται αντιληπτό από μένα: Δεν (υπ)έπεσε κάτι ύποπτο ~ ~. [< γαλλ. tomber sous mon sens] [< μτγν. ἀντίληψις, γαλλ. perception, conception]

-γραφία

-γραφία{-γραφιών} λεξικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. σύνταξη κειμένων συγκεκριμένου είδους και συνεκδ. το σύνολό τους· κατάλογος έργων· κειμενικό είδος: δημοσιο~/ειδησεο~/επιφυλλιδο~. Αλληλο~/αρθρο~.|| Βιβλιο~/φιλμο~.|| Βιο~/διηγηματο~/ηθο~/ιστοριο~/πεζο~/χρονο~. 2. γνωστικό αντικείμενο, επιστήμη: γεω~/εθνο~/λαο~/λεξικο~/παλαιο~/πετρο~/στρωματο~/χαρτο~/ωκεανο~. 3. τρόπο γραφής: κακο~/καλλι~/ορθο~. Στενο~.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) Απλο~/διπλο~.|| (ΙΑΤΡ.) Α~/δυσ~. 4. τεχνική ή τέχνη αποτύπωσης, εκτύπωσης και κατ' επέκτ. το ίδιο το δημιούργημα: ελαιο~/λιθο~/ξυλο~/υδατο~/χαλκο~. Ξηρο~/τυπο~/φωτο~. Σκηνο~.|| Γελοιο~/θαλασσο~/ιχνο~/προσωπο~/τοιχο~/τοπιο~. Χορο~.|| Αγιο~/εικονο~. 5. ιατρική εξέταση και ειδικότ. διαγνωστική απεικόνιση: αγγειο~ (πβ. -γράφημα)/αρτηριο~/μαστο~.

-γραφώ

-γραφώεπίθημα ρημάτων με τη σημασία 1. γράφω, συντάσσω: δακτυλο~/πλαστο~/τηλε~. Aρθρο~/βιο~/λεξικο~/λημματο~/λιβελο~/συνταγο~/χαρτο~.|| (σπανιότ. καταχωρώ:) Καταλογο~/πολιτο~. 2. εγγράφω, αποτυπώνω: βιντεο~/ηχο~/φιλμο~/φωτο~.|| Ακτινο~. 3. σχεδιάζω, ζωγραφίζω, φιλοτεχνώ: αγιο~/εικονο~/σκηνο~/τοιχο~.|| Χορο~. 4. (μτφ.) προσδιορίζω, περιγράφω τα βασικά χαρακτηριστικά: σκια~/ψυχο~.

γυναίκα

γυναίκαγυ-ναί-κα ουσ. (θηλ.) {γυναικ-ών} 1. θηλυκό ενήλικο άτομο (σε αντιδιαστολή με τον άνδρα, το παιδί ή την έφηβη): ακαταμάχητη/ανεξάρτητη/απελευθερωμένη/γοητευτική/δυναμική/ελκυστική/εντυπωσιακή/εργαζόμενη/ευαίσθητη/ηλικιωμένη (πβ. γριά)/καλοντυμένη/κομψή/μυστηριώδης/νεαρή/ομοφυλόφιλη (βλ. λεσβία)/προκλητική/σπουδαία/ψυχρή/ωραία (πβ. θεά, κούκλα)/ώριμη ~. Ανύπαντρη/διαζευγμένη (βλ. ζωντοχήρα)/παντρεμένη ~. Φύλο: ~ (πβ. θήλυ). Δικαιώματα/χειραφέτηση (βλ. φεμινισμός)/ψυχολογία (της) ~ας. Η αναπαραγωγική ζωή (βλ. εμμηνόρροια, εγκυμοσύνη, μητρότητα)/το γεννητικό σύστημα (βλ. γυναικολογία) της ~ας. Η σύγχρονη ~. Η ~ (ως) αντικείμενο/σκεύος ηδονής. Η θέση της ~ας στην κοινωνία. Κακοποιημένες ~ες. Ανεργία/απασχόληση (βλ. ισότητα)/υποτίμηση (βλ. μισογυνισμός, φαλλοκρατία) των ~ών. Η παγκόσμια ημέρα της ~ας (8 Μαρτίου). Έγινε κοτζάμ/ολόκληρη/σωστή ~ (: για κορίτσι ή έφηβη). Βλ. κοπέλα.|| Eύκολη ~. ~ ελευθέρων ηθών.|| (για δήλωση επαγγέλματος, όταν δεν υπάρχει ο αντίστοιχος τύπος στο θηλυκό:) ~ αστροναύτης/πιλότος. || ~ ηγέτης (σπανιότ.) ηγέτιδα. Βλ. αντρο~, ασθενές φύλο, παλιο~, ποδόγυρος. 2. (ειδικότ.) αυτή που έχει τα στοιχεία της εμφάνισης και της συμπεριφοράς, τα οποία, σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα, χαρακτηρίζουν ένα θηλυκό ενήλικο πρόσωπο: ιδανική/πραγματική/τέλεια ~. Η απόλυτη ~. Είναι πολύ ~ (: έχει έντονη θηλυκότητα). ~-ηφαίστειο (: πολύ θερμή, εκρηκτική· ΑΝΤ. παγοκολόνα). ~ με όλη τη σημασία της λέξης. Η ~ των ονείρων μου.|| ~ -αράχνη/μυστήριο/τρόπαιο. 3. (προφ.) σύζυγος ή σύντροφος: ένας άνδρας και η ~ του (βλ. ανδρόγυνο). Η δεύτερη (: από δεύτερο γάμο)/πρώην ~ του. Η ~ του αδελφού μου (βλ. νύφη)/του πατέρα μου (βλ. μητριά). Ήρθε με τη ~ του. Από 'δω η ~ μου (= να σας συστήσω τη ~ μου). Αποφάσισε να την κάνει ~ του/να την πάρει (για) ~ του (: να την παντρευτεί). Του την έδωσαν για ~. Βρήκε τη/είναι η ~ της ζωής του. Πβ. το έτερον ήμισυ, κυρία, συμβία. Βλ. γκόμενα, ερωμένη, φιλενάδα. 4. (προφ.) αυτή που αναλαμβάνει επί πληρωμή οικιακές εργασίες, τη φύλαξη παιδιών ή τη φροντίδα ηλικιωμένων: Βάζω/έχω ~. Παίρνει/πληρώνει ~ δύο φορές την εβδομάδα, για να της καθαρίσει το σπίτι/να της κρατήσει το παιδί. Πβ. καθαρίστρια, μπέιμπι σίτερ, οικιακή βοηθός. Βλ. οικονόμος.Γυναίκες (οι): ΑΘΛ. η ανώτερη ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλητριών: Εθνική ~ών. ● Υποκ.: γυναικάκι (το) 1. & (σπάν.) γυναικάριο (μειωτ., συνήθ. από άντρα) για χαμηλού επιπέδου γυναίκα, χωρίς ενδιαφέρον. 2. (λαϊκό) όμορφη και συνήθ. μικροκαμωμένη κοπέλα ή σύντροφος: ωραία ~ια.|| (οικ.) Πάρε το ~ σου και έλα., γυναικούλα (η) 1. (μειωτ.) γυναίκα μικροπρεπής ή και χωρίς προσωπικότητα: Είναι πολύ ~. Βλ. κατίνα, κουτσομπόλα. 2. (χαϊδευτ.) σύζυγος ή σύντροφος: αγαπημένη/καλή μου ~. ● Μεγεθ.: γυναικάρα (η) & (σπάν.) γυναίκαρος (ο) (προφ.): εντυπωσιακά ωραία και συνήθ. ψηλή γυναίκα: ~ με τα όλα της. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινή γυναίκα & δημόσια γυναίκα: πόρνη., μοιραία γυναίκα: που είναι πολύ γοητευτική και συχνά αποβαίνει επικίνδυνη, καταστροφική. Πβ. βαμπ. ΣΥΝ. φαμ φατάλ [< γαλλ. femme fatale, 1912] , η αιώνια γυναίκα/το αιώνιο θηλυκό βλ. αιώνιος ● ΦΡ.: η/μια άλλη γυναίκα: (συνήθ. για εξωσυζυγική σχέση) ερωμένη: Γνώρισε μια ~ ~. [< αγγλ. (the) other woman] , ολοκληρώνομαι ως γυναίκα: γίνομαι μητέρα ή γενικότ. έχω ικανοποιήσει τις ανάγκες ή τις επιθυμίες μου ως γυναίκα., σαν γυναικούλα (μτφ.-ειρων.): για άνδρα άτολμο, φοβητσιάρη και μικροπρεπή: Γκρινιάζει/κλαίει/φέρεται ~ ~. Μην κάνεις σαν ~!, (γυναίκα) του δρόμου βλ. δρόμος, η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) βλ. καίσαρας [< αρχ. γυνή, μεσν. γυναίκα, γαλλ. femme]

δάνειο

δάνειοδά-νει-ο ουσ. (ουδ.) {δανεί-ου | -ων} 1. ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό ή άλλο ανταλλάξιμο αντικείμενο που καταβάλλεται σε κάποιον (δανειζόμενο) από ιδιώτη, εταιρεία ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό (δανειστή) με την υποχρέωση απόδοσής του, με ή χωρίς τόκο, σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα· η σχετική σύμβαση: ανοιχτό/άτοκο/βραχυπρόθεσμο/μεσοπρόθεσμο/μακροπρόθεσμο (: ως προς τον χρόνο εξόφλησης)/εγγυημένο/έντοκο (βλ. εγγύηση, κατάσχεση, πλειστηριασμός, υποθήκη)/εξωτερικό/επαγγελματικό/επενδυτικό/επιχειρηματικό/προσωπικό/τοκοχρεολυτικό (: με υποχρέωση εξόφλησής του και καταβολής των τόκων σε ίσες δόσεις)/τραπεζικό/φοιτητικό/χαμηλότοκο ~. ~ καταναλωτικής πίστης (= καταναλωτικό ~)/στεγαστικής πίστης ή κατοικίας (= στεγαστικό ~). Η δόση/το ύψος του ~ου. Αίτηση/αποπληρωμή/εκταμίευση/εξόφληση/σύναψη/χορήγηση ~ου. Ενυπόθηκα ~α. ~α με κυμαινόμενο/σταθερό επιτόκιο. Κάνω ~ (: σύμβαση ~ου). Βλ. δανειο-δότηση, -ληψία, θαλασσο~, μετοχο~, μικρο~, ομόλογο, πίστωση, χρέος, χρησι~. 2. (μτφ.) ξένο στοιχείο, συνήθ. πολιτισμικό, που υιοθετείται από κάποιο σύνολο και ενσωματώνεται σε ένα νέο: πνευματικό/πολιτιστικό ~.|| (ΓΛΩΣΣ.) Λεξικό (π.χ. ντιβιντί < αγγλ. DVD)/λόγιο (π.χ. επίθεση, στο οποίο η συνηθέστερη σημασία διαφέρει από την αρχαία "ἐπίθεσις")/σημασιολογικό (π.χ. επικεφαλής, με τη σημασία εκείνου που βρίσκεται σε ηγετική θέση < γαλλ. en-tête) ~. Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: (γλωσσικό) δάνειο: ΓΛΩΣΣ. στοιχείο που χρησιμοποιείται σε μια γλώσσα προερχόμενο από άλλη: αφομοιωμένα ~α από την Αγγλική/τη Γαλλική., δημόσιο δάνειο: που συνάπτει το κράτος ή άλλος κρατικός φορέας στην αγορά κεφαλαίου για τη χρηματοδότηση των δημόσιων εξόδων και το οποίο προστίθεται στο δημόσιο χρέος: αναγκαστικό (: αναγκαστική χρηματική εισφορά των ιδιωτών προς το κράτος, με τη μονομερή υπόσχεση επιστροφής της με ένα ποσό μειωμένου τόκου)/παραγωγικό (: τα έσοδά του διατίθενται για παραγωγικούς σκοπούς π.χ. κατασκευή δρόμων, σχολείων. ΑΝΤ. καταναλωτικό ~) ~ ~. Βλ. έντοκα γραμμάτια (του Δημοσίου)., κόκκινα δάνεια: τραπεζικά δάνεια που παραμένουν ανεξόφλητα., μεταφραστικό δάνειο: ΓΛΩΣΣ. απόδοση ξένων λέξεων ή φράσεων στη γλώσσα υποδοχής, με χρήση ήδη υπαρκτών σε αυτή γλωσσικών στοιχείων: Η λ. "ουρανοξύστης" είναι ~ ~ από το αγγλικό sky-scraper. H "αισθησιοκρατία", που αποδίδει το γαλλικό sensualisme, είναι ελεύθερο ~ ~. Βλ. αντιδάνειο. [< γερμ. Lehnübersetzung] , ομολογιακό δάνειο & (προφ.) ομολογιακό: ΟΙΚΟΝ. μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο δάνειο, που εκδίδεται από μεγάλες και κερδοφόρες επιχειρήσεις ή από το κράτος, με σκοπό τη χρηματοδότησή τους: ανταλλάξιμο/κοινό/κοινοπρακτικό/μετατρέψιμο (: σε μετοχές) ~ ~. ~ά ~α εξωτερικού/εσωτερικού. [< αγγλ. bond loan] , πράσινο δάνειο: δάνειο, συνήθ. χαμηλότοκο, που χορηγείται από τις τράπεζες σε ιδιώτες για κατασκευή νέας κατοικίας ή αναβάθμιση της ήδη υπάρχουσας, σύμφωνα με τις σύγχρονες οικολογικές, κυρ. ενεργειακές, προδιαγραφές: επισκευαστικά/στεγαστικά ~α ~α., σύμβαση δανείου: επίσημη συμφωνία μεταξύ δύο συμβαλλομένων, με την οποία ο ένας μεταβιβάζει στον άλλο ένα ποσό χρημάτων, με την υποχρέωση ο δεύτερος να αποδώσει έντοκα το ποσό αυτό με τους όρους που συμφωνούνται., καταναλωτικό δάνειο βλ. καταναλωτικός, στεγαστικό δάνειο βλ. στεγαστικός, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων βλ. ταμείο [< 1: αρχ. δάνειον, αγγλ. loan 2: γαλλ. emprunt, γερμ. Lehnübersetzung]

δαπάνη

δαπάνηδα-πά-νη ουσ. (θηλ.) {δαπανών} (επίσ.) 1. διάθεση χρημάτων, κυρ. για πληρωμή αγαθού ή υπηρεσίας· (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) το χρηματικό ποσό που διατίθεται: διαφημιστική/ενεργειακή/ημερήσια/μηνιαία/προβλεπόμενη/προϋπολογιζόμενη/τεκμαρτή/φαρμακευτική ~. ~ διαβίωσης/έργου/μετακίνησης. ~ ύψους/της τάξης των ... ευρώ. Ανά/κατά κεφαλή ~. Απόδειξη/επιμερισμός/κατηγορία/όριο/πληρωμή ~ης.|| Επενδυτικές/ιδιωτικές/καταναλωτικές/κοινωνικές/κρατικές/λειτουργικές/τακτικές ~ες. ~ες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. ~ες για την υγεία. Αύξηση/έκπτωση/εκτίμηση/περικοπή (των) ~ών. Εγκρίνεται συνολική ~ μέχρι χίλια ευρώ. ΣΥΝ. έξοδα. ΑΝΤ. έσοδα. 2. (μτφ.) καταβολή μεγάλης προσπάθειας, χρήση ή/και σπατάλη αγαθού για κάποιον σκοπό: ~ δυνάμεων/χρόνου. ~ ενέργειας για θέρμανση και ψύξη. Πβ. ανάλωση, ξόδεμα. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσία δαπάνη [δημοσίᾳ δαπάνῃ]: με έξοδα του Δημοσίου, του κράτους: κηδεία ~ ~., δημόσιες δαπάνες: ΟΙΚΟΝ. έξοδα για την κάλυψη μέρους ή όλου του προϋπολογισμού ενός επιχειρησιακού προγράμματος, έργου, αγαθών, υπηρεσιών, επιδοτήσεων, τα οποία προέρχονται από δημόσιους πόρους, εθνικούς και κοινοτικούς., εθνική δαπάνη: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των εξόδων των ιδιωτών (για τρόφιμα, ένδυση, ψυχαγωγία) και του δημόσιου τομέα (για μισθούς), καθώς και οι παραγωγικές επενδύσεις στην επικράτεια μιας χώρας κατά τη διάρκεια ενός έτους. Βλ. εθνικό εισόδημα., αμυντικές δαπάνες βλ. αμυντικός, ανελαστικές δαπάνες βλ. ανελαστικός, κεφαλαιουχικές δαπάνες βλ. κεφαλαιουχικός ● ΦΡ.: ιδίαις δαπάναις βλ. ίδιος1 [< αρχ. δαπάνη, γαλλ. dépense]

ΔΕΚΟ

ΔΕΚΟ(οι) 1. Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Ωφελείας. 2. Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί.

δημόσιος

δημόσιος, α, ο δη-μό-σι-ος επίθ. {-ου κ. -ίου (θηλ. -ας κ. -ίας) | -ων κ. -ίων, -ους κ. -ίους} 1. που σχετίζεται με το κράτος ή ανήκει σε αυτό: ~ος: δανεισμός/έλεγχος/κορβανάς/λειτουργός/πλούτος/τομέας/φορέας. ~α: Αρχή/βιβλιοθήκη/εκπαίδευση/εταιρεία/θέση/οικονομία/παιδεία/περιουσία/ραδιοφωνία/συγκοινωνία/σχολή/τηλεόραση/τράπεζα/υπηρεσία/χρηματοδότηση. ~ο: αξίωμα/αρχείο/δίκτυο/έγγραφο/έλλειμμα/ίδρυμα/κέντρο/λειτούργημα/μητρώο/νοσοκομείο/πανεπιστήμιο/πάρκο/σύστημα (υγείας)/σχολείο/ταμείο. ~ες: αργίες/πολιτικές/προμήθειες. ~α: δάση/έσοδα/οικονομικά. Πβ. κρατικός. Βλ. ημι~. ΑΝΤ. ιδιωτικός (1) 2. που αφορά τον λαό· που απευθύνεται σε όλο το κοινωνικό σύνολο ή σε ένα ευρύτερο κοινό, που προορίζεται για αυτό: ~ος: δρόμος. ~α: ασφάλεια. ~ο: ενδιαφέρον. ~α: αγαθά. Αυτοκίνητα/κτίρια/χώροι ~ας χρήσης.|| (που γίνεται μπροστά σε κόσμο, κοινό:) ~ος: διάλογος/διασυρμός/εξευτελισμός/έπαινος. ~α: αντιπαράθεση/διαβούλευση/διάλεξη/εικόνα (πβ. ίματζ, βλ. προφίλ)/εμφάνιση/παρέμβαση/προβολή/συζήτηση/συνεδρίαση.|| ~ος: διαγωνισμός. ~α: (εκ)δήλωση/καταγγελία/κλήρωση/πρόσβαση/πρόσκληση/πρόταση. ~ο: βήμα. ~α: δεδομένα. Πβ. ανοιχτός. ● Ουσ.: Δημόσιο (το) {Δημοσ-ίου}: το κράτος ως νομικό πρόσωπο: τα ταμεία/φορέας του ~ίου. Ασφαλισμένος στο ~. Εργάζομαι/διορίζομαι στο ~. Απολύσεις/προσλήψεις στο ~. Έκανε σύμβαση με το ~. Εταιρεία που περιήλθε/υπηρεσία που ανήκει στο ~. Συμβεβλημένος/συναλλαγές με το ~. Χρέη προς το ~. Οφειλές υπέρ του ~ίου. Αγωγή κατά του ~ίου.|| Ομόλογα του (Ελληνικού) ~ίου. ● επίρρ.: δημόσια & δημοσίως & (αρχαιοπρ.) δημοσία: Εκφράζω τη γνώμη μου ~. Άλλα είπε σε μένα και άλλα είπε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Δημόσια Διοίκηση: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το σύνολο των κρατικών οργάνων που αναλαμβάνουν την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας· οι δημόσιες, διοικητικές υπηρεσίες: Εθνική Σχολή ~ας ~ης & Αυτοδιοίκησης (ακρ. ΕΣΔΔΑ)., δημόσιος τομέας: το σύνολο των υπηρεσιών, οργανισμών και επιχειρήσεων (υπουργεία, δήμοι, ασφαλιστικά ταμεία, πανεπιστήμια, ημικρατικοί φορείς) που ελέγχονται από το κράτος· συνεκδ. όσοι εργάζονται σε αυτά: ο ευρύτερος/στενός ~ ~.|| Απεργεί ο ~ ~. Βλ. ΔΕΚΟ, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, ΟΤΑ. ΑΝΤ. ιδιωτικός τομέας, δημόσιος υπάλληλος: πρόσωπο που διορίζεται και υπηρετεί στον δημόσιο τομέα, συνήθ. με εργασιακή σχέση μονιμότητας, υπάγεται στον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα και μισθοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό: αποσπάσεις/μεταθέσεις/μετατάξεις ~ίων ~ων. [< γαλλ. officier public] , η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος: η κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή ενός τόπου: διαφάνεια/εξυγίανση της ~ας ~ής. Παράγοντες της ~ας ~ής. Αποσύρθηκε από τον ~ο ~ο. Πβ. κοινά. ΑΝΤ. ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος, δημόσια αιδώς βλ. αιδώς, δημόσια ακρόαση βλ. ακρόαση, δημοσία δαπάνη βλ. δαπάνη, δημόσια δύναμη βλ. δύναμη, δημόσια εγγραφή βλ. εγγραφή, δημόσια εξουσία βλ. εξουσία, δημόσια επιχείρηση βλ. επιχείρηση, δημόσια έργα βλ. έργο, δημόσια κτήση βλ. κτήση, δημόσια πράγματα βλ. πράγμα, δημόσιες δαπάνες βλ. δαπάνη, δημόσιες επενδύσεις βλ. επένδυση, δημόσιες σχέσεις βλ. σχέση, δημόσιο δάνειο βλ. δάνειο, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο βλ. δίκαιο, Δημόσιο Δίκαιο βλ. δίκαιο, δημόσιο λογιστικό βλ. λογιστικός, δημόσιο πρόσωπο βλ. πρόσωπο, δημόσιο συμφέρον βλ. συμφέρον, δημόσιο/εθνικό χρέος βλ. χρέος, δημόσιο/κρατικό χρήμα βλ. χρήμα, δημόσιος κατήγορος βλ. κατήγορος, δημόσιος κίνδυνος βλ. κίνδυνος, δημόσιος χώρος βλ. χώρος, κοινή γυναίκα βλ. γυναίκα, κοινωνική αντίληψη βλ. αντίληψη, κρατικός/δημόσιος/κοινοτικός προϋπολογισμός βλ. προϋπολογισμός, το κοινό/το δημόσιο αίσθημα βλ. αίσθημα, υποδομή δημόσιου κλειδιού βλ. υποδομή ● ΦΡ.: σε κοινή/σε δημόσια θέα βλ. θέα [< αρχ. δημόσιος, γαλλ.-αγγλ. public]

δίκαιο

δίκαιοδί-και-ο ουσ. (ουδ.) {δικαί-ου | -ων} 1. ΝΟΜ. (κ. με κεφαλ. Δ) το σύνολο των νόμων και των κανόνων που θεσμοθετεί και αναγνωρίζει το κράτος και οι οποίοι καθορίζουν δεσμευτικά την κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων: αεροπορικό/αθλητικό/ασφαλιστικό/γραπτό/διοικητικό/εκκλησιαστικό/εκλογικό/ενεργειακό/ηλεκτρονικό/ιατρικό/κοινό/κοινοβουλευτικό/κοινωνικό/στρατιωτικό/συγκριτικό/σωφρονιστικό/τραπεζικό/φορολογικό/χρηματιστηριακό/χωροταξικό ~. ~ αλλοδαπών/αναγκαστικής εκτέλεσης/ανηλίκων/ανταγωνισμού/ανωνύμων εταιρειών/αξιογράφων/βιομηχανικής ιδιοκτησίας/διεθνών συναλλαγών/ιθαγένειας/Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης/περιβάλλοντος/πληροφορικής/πνευματικής ιδιοκτησίας/συμβάσεων/συνεταιρισμών/της υγείας. Διάταξη/επιβολή/ισχύς/καταστρατήγηση/παράβαση (του) ~ου. Η εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών είναι ζήτημα ~ου. (ΙΣΤ.) Βυζαντινό/ελληνιστικό/ρωμαϊκό ~. Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού ~ου (της Ακαδημίας Αθηνών). 2. το σύνολο των αρχών που διασφαλίζουν τα δικαιώματα προσώπου ή ομάδας και κατ' επέκτ. το σωστό: αποκατάσταση του ~ου. Οι κοινωνικές σχέσεις πρέπει να έχουν ως γνώμονα το ~ (= τη δικαιοσύνη). Να υπηρετείς το ~. Βλ. δίκιο.|| (στον πληθ., δικαιωματικές απαιτήσεις) Αγωνίζομαι για/διεκδικώ τα/πολεμώ για τα ~ά μου. Τα ~α του έθνους (= εθνικά ~α)/του ελληνισμού/του λαού. Πβ. αξίωση. ΑΝΤ. άδικο 3. ΝΟΜ. η νομική επιστήμη: θεωρία του ~ου. Πβ. Επιστήμη του Δικαίου. ● ΣΥΜΠΛ.: Αστικό Δίκαιο: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τα δικαιώματα και τις διαφορές των πολιτών και το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα και σύγγραμμα. [< γερμ. Zivilrecht, γαλλ. droit civil] , Αστικό Δικονομικό Δίκαιο/Πολιτική Δικονομία: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία επίλυσης ιδιωτικών διαφορών ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. [< γερμ. Zivilprozeß] , Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο & Διεθνές Δίκαιο: που διέπει τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, και τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. [< γερμ. Völkerrecht] , Δημόσιο Δίκαιο : ΝΟΜ. το σύνολο των κανόνων της έννομης τάξης και εκείνων που ρυθμίζουν την οργάνωση, λειτουργία και γενικά τη δραστηριότητα των πολιτειακών οργάνων, όπως και τις σχέσεις των διοικούμενων με τη δημόσια διοίκηση. Βλ. Ιδιωτικό Δίκαιο. [< γερμ. Staatsrecht] , Εμπορικό Δίκαιο: το σύνολο γραπτών ή εθιμικών κανόνων Ιδιωτικού Δικαίου που ρυθμίζουν το Δίκαιο των εμπορικών πράξεων και των εμπόρων. [< γερμ. Handelsrecht] , Ενδοτικό Δίκαιο & ενδοτικός κανόνας δικαίου: που η εφαρμογή των κανόνων του είναι προαιρετική, η ισχύς του μπορεί να αρθεί από την ιδιωτική βούληση. Βλ. κανόνες αναγκαστικού Δικαίου. [< λατ. jus dispositivum] , Ενοχικό Δίκαιο: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις ενοχικές σχέσεις (: συμβάσεις, αδικοπραξίες): γενικό/ειδικό ~ ~. Βλ. προστασία (του) καταναλωτή. [< γερμ. Schuldrecht] , Επιστήμη του Δικαίου: Νομική Επιστήμη που εξετάζει το ισχύον Δίκαιο., Ευρωπαϊκό Δίκαιο & Κοινοτικό Δίκαιο: το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γερμ. Europarecht] , θετικό δίκαιο: οι γραπτοί συνήθ. κανόνες δικαίου., Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ πολιτών διαφορετικών χωρών. [< γερμ. internationales Privatrecht] , Κληρονομικό Δίκαιο: το σύνολο των διατάξεων του Αστικού Δικαίου που ρυθμίζουν τους όρους μεταβίβασης περιουσίας λόγω θανάτου· το αντίστοιχο νομικό μάθημα και σύγγραμμα. [< γερμ. Erbrecht] , κράτος δικαίου: ΝΟΜ. που λειτουργεί με βάση το γραπτό δίκαιο., Ναυτικό/Ναυτιλιακό Δίκαιο: το δίκαιο της θαλασσοπλοΐας. [< γερμ. Seerecht] , Οικογενειακό Δίκαιο & (προφ.) Οικογενειακό: οι κανόνες που ρυθμίζουν τις σχέσεις που συνδέονται με τον γάμο, τη συγγένεια εξ αίματος και την υιοθεσία. [< γερμ. Familienrecht] , Ποινικό Δίκαιο: ΝΟΜ. το σύνολο των κανόνων που αναφέρονται στις εγκληματικές πράξεις και στις αντίστοιχες ποινές για τους δράστες: ~ ~ ανηλίκων. Αγωγή ~ού ~ου. Το ~ ~ διακρίνεται στο Ουσιαστικό ~ ~ και στην Ποινική Δικονομία.|| (προφ.) Αδίκημα/εγκληματίες του κοινού ~ού ~ου. [< γερμ. Strafrecht] , φυσικό δίκαιο: που πηγάζει από τη φύση του ανθρώπου και τις αρχές του για το ηθικό και το σωστό., άγραφος νόμος βλ. άγραφος, Δημοσιονομικό Δίκαιο βλ. δημοσιονομικός, εθιμικό δίκαιο βλ. εθιμικός, Εμπράγματο Δίκαιο βλ. εμπράγματος, Εργατικό Δίκαιο/Εργατική Νομοθεσία/Εργατικός Κώδικας βλ. εργατικός, Ιδιωτικό Δίκαιο βλ. ιδιωτικός, ικανότητα δικαίου βλ. ικανότητα, κανόνες αναγκαστικού Δικαίου βλ. αναγκαστικός, Κανονικό Δίκαιο βλ. κανονικός, Οικονομικό Δίκαιο βλ. οικονομικός, Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο βλ. ποινικός, Πειθαρχικό Δίκαιο βλ. πειθαρχικός, πλάσμα δικαίου βλ. πλάσμα, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο/Ποινική Δικονομία βλ. ποινικός, Πτωχευτικό Δίκαιο βλ. πτωχευτικός, Συνταγματικό Δίκαιο βλ. συνταγματικός, Υπαλληλικό Δίκαιο βλ. υπαλληλικός ● ΦΡ.: το δίκαιο του ισχυρότερου/του ισχυροτέρου & ο νόμος/το δίκαιο του ισχυρού & το δίκαιο της πυγμής: σε περιπτώσεις που επιβάλλεται η βούληση εκείνου που έχει τη μεγαλύτερη (υλική, οικονομική, πολιτική) δύναμη, σε βάρος των αδυνάτων. ΣΥΝ. ο νόμος της ζούγκλας (2), το δίκαιο των πολλών: όταν υπερισχύει η θέληση των περισσοτέρων., το αίσθημα δικαίου/το περί δικαίου αίσθημα βλ. αίσθημα [< αρχ. δίκαιον, γαλλ. droit < λατ. directum ‘ορθή κατεύθυνση’, γερμ. Recht, Rechts-, αγγλ. law]

δύναμη

δύναμηδύ-να-μη ουσ. (θηλ.) 1. η ικανότητα -σωματική, ψυχική- που έχει κάποιος ή κάτι να ενεργεί με συγκεκριμένο τρόπο για την επίτευξη ενός σκοπού: ανθρώπινη/μυϊκή (= ρώμη)/φυσική ~. Ακατανίκητη (βλ. παντοδυναμία)/αστείρευτη/δημιουργική/εκφραστική/ερμηνευτική/πνευματική/ψυχολογική ~. ~ χαρακτήρα. Αντλώ δυνάμεις από ... Βρίσκω τη ~ να ... Ζωώδης/κτηνώδης ~. Εντυπωσιακή ~ και αντοχή. Ρίχνω/σπρώχνω/τραβώ/χτυπώ (κάτι) με ~ (= δυνατά). (ως ευχή:) Καλή ~ (σε όλους)! Έχασε τις δυνάμεις του και κινδύνεψε να πνιγεί. Αισθάνθηκε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Ο ασθενής ανέκτησε τις δυνάμεις του/(λόγ.) ανέλαβε δυνάμεις. Δρομέας που δοκιμάζει τις δυνάμεις (πβ. δυνατότητες) του στον μαραθώνιο/που κράτησε δυνάμεις για τα τελευταία μέτρα.|| (κυριολ. κ. μτφ.) Είναι πάνω/πέρα από τις δυνάμεις μου. Ξεπερνάει/υπερβαίνει τις δυνάμεις μου. Αγωνίζομαι/προσπαθώ όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου. Πβ. ευρωστία, σθεναρ-, στιβαρ-ότητα, σφρίγος. Βλ. ταχυ~. ΑΝΤ. αδυναμία. 2. η ικανότητα που έχει κάτι άψυχο να επιφέρει ορισμένο αποτέλεσμα ή να επιτελεί καθορισμένη λειτουργία: αναγεννητική/αναζωογονητική/βλαπτική/ευεργετική ~. Η ζωοποιός/ζωτική ~ του νερού. Θερμαντική ~ καυσίμου. Η ~ του κινητήρα (= ιππο~). Υγρό με διαβρωτική ~. Κρέμα με αντιγηραντική ~ (= δράση). Η θεραπευτική ~ του φαρμάκου (πβ. αποτελεσματικ-, δραστικ-ότητα). Αποδεικτική ~ των στοιχείων της ταυτότητας.|| (ειδικότ. για φυσικό στοιχείο) Η ~ του ανέμου (πβ. ορμή, σφοδρότητα)/του φωτός (= ένταση). Οι δυνάμεις της φύσης (: τα φυσικά φαινόμενα). 3. δυνατότητα ελέγχου, επιβολής· κατ' επέκτ. σύνολο ανθρώπων ή παραγόντων που ασκεί επίδραση: εμπορική/ναυτική/οικονομική ~. Η ~ των Μέσων Ενημέρωσης/της μόδας. Η ~ του λόγου. Η ~ της αλήθειας/πίστης/συνήθειας. Η ~ του χρήματος. Η γνώση είναι ~.|| (μτφ.) Έχει ~ (= επιρροή, κύρος). Πβ. ισχύς.|| Ανερχόμενη/κυρίαρχη ~ στον χώρο της Πληροφορικής. Παράταξη που αναδείχθηκε πρώτη ~ σε ψήφους. Χώρα που έχει εξελιχθεί σε μεγάλη τεχνολογική ~. Οι δυνάμεις της αλλαγής/ανάπτυξης/ανατροπής/προόδου/ρήξης/συντήρησης. Δημιουργικές/δημοκρατικές/επαναστατικές/πολιτικές/ριζοσπαστικές/φιλελεύθερες δυνάμεις. Βλ. υπερ~. 4. το σύνολο των ανθρώπων ή των τεχνικών μέσων που διατίθενται για την επιτέλεση ενός έργου: εργατική/θαλάσσια/κατοχική/πυροσβεστική/στρατιωτική/χερσαία ~. Δυνάμεις καταστολής/κρούσης. Η οργανική ~ της Αστυνομίας/του νοσοκομείου (: προκαθορισμένος αριθμός εργαζομένων σε υπηρεσία, οργανισμό). Η ειρηνευτική ~ του ΟΗΕ (βλ. αποστολή). Λύκειο με ~ ... μαθητών. Ο λόχος έχει ~ ... άτομα. 5. ΦΥΣ. αίτιο ικανό να προκαλέσει τη μεταβολή της κινητικής κατάστασης ή της μορφής ενός σώματος: απορροφητική/ελκτική/ηλεκτρική/(ηλεκτρο)μαγνητική/ωστική ~. Η διαθλαστική ~ του φακού. Η ~ της βαρύτητας. Ασκούμενη ~ σε επιφάνεια. 6. ΜΑΘ. το γινόμενο που προκύπτει όταν ένας αριθμός πολλαπλασιάζεται με τον εαυτό του μία ή περισσότερες φορές· το αντίστοιχο σύμβολο, ο εκθέτης: τρίτη ~ (= ο κύβος) αριθμού. Yψώνω το δέκα στη δευτέρα ~ (= στο τετράγωνο).|| (κατ' επέκτ.) Τα προβλήματα οξύνονται στη νιοστή ~. 7. υπερφυσική οντότητα που θεωρείται ότι υπάρχει και επηρεάζει τα ανθρώπινα: ανώτερη ~. Θεϊκές/ουράνιες/σκοτεινές δυνάμεις. Οι δυνάμεις του κακού/καλού. Δυνάμεις (οι): ΕΚΚΛΗΣ. αγγελικό τάγμα. Βλ. άγγελος. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική δύναμη: το σύνολο των στρατιωτικών αεροσκαφών και αεροπόρων ενός κράτους. [< αγγλ. air power, 1908] , δημόσια δύναμη: τα Σώματα Ασφαλείας και οι Ένοπλες Δυνάμεις., Ειδικές Δυνάμεις: ΣΤΡΑΤ. ειδικά εκπαιδευμένες στρατιωτικές μονάδες που αναλαμβάνουν επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου., ήρεμη δύναμη (μτφ.): για κάποιον του οποίου οι αρετές ή ικανότητες δεν εκδηλώνονται με ηχηρό, επιδεικτικό τρόπο., αγοραστική δύναμη/ικανότητα βλ. αγοραστικός, αντίρροπες δυνάμεις βλ. αντίρροπος, αστυνομικές δυνάμεις βλ. αστυνομικός, διαμοριακές δυνάμεις βλ. διαμοριακός, δυνάμεις Ασφαλείας βλ. ασφάλεια, Δυνάμεις Καταδρομών βλ. καταδρομή, δύναμη αποτροπής βλ. αποτροπή, δύναμη επαναφοράς βλ. επαναφορά, δύναμη πυρός βλ. πυρ, δύναμη της αδράνειας βλ. αδράνεια, εγγυήτρια δύναμη βλ. εγγυητής, εγγυήτρια, Ένοπλες Δυνάμεις βλ. ένοπλος, ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη βλ. ζωτικός, ηγέτιδα δύναμη βλ. ηγέτης, ηλεκτρεγερτική δύναμη βλ. ηλεκτρεγερτικός, ισορροπία (των) δυνάμεων βλ. ισορροπία, καταβολή δυνάμεων βλ. καταβολή, κεντρομόλος δύναμη βλ. κεντρομόλος, κινητήρια δύναμη βλ. κινητήριος, Μεγάλες Δυνάμεις βλ. μεγάλος, μικροσκόπιο ατομικής δύναμης βλ. μικροσκόπιο, πυρηνική δύναμη βλ. πυρηνικός, φυγόκεντρος δύναμη βλ. φυγόκεντρος ● ΦΡ.: εν δυνάμει (λόγ.): που υπάρχει δυνητικά: Οι ~ ~ δικαιούχοι/πελάτες (= δυνητικοί)/σύμμαχοι/υποψήφιοι. Βλ. εν ενεργεία. ΣΥΝ. δυνάμει (2), Κύριε των δυνάμεων!: για δήλωση κυρ. έκπληξης: ήμαρτον, ~ ~! , με όλες μου/του τις δυνάμεις: με κάθε διαθέσιμο μέσο., πάση δυνάμει (λόγ.): με κάθε δύναμη, με όλες τις δυνάμεις μου: Πρέπει ~ ~ (= οπωσδήποτε) να τα καταφέρουμε. ΣΥΝ. πάση θυσία, το κατά δύναμη (λόγ.) & (λογιότ.) το κατά δύναμιν: ό,τι/όσο είναι δυνατό(ν): Κάνουμε ~ ~ (: ό,τι περνά από το χέρι μας). Προσπαθούμε/συνεισφέρουμε ~ ~., επίδειξη δύναμης βλ. επίδειξη, με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα, παίρνω δύναμη/δυνάμεις βλ. παίρνω, στα μέτρα/στο μέτρο των δυνάμεων/των δυνατοτήτων (κάποιου) βλ. μέτρο [< αρχ. δύναμις, γαλλ. force(s), puissance, αγγλ. power]

εγγραφή

εγγραφή[ἐγγραφή] εγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. σημείωση, καταχώριση του ονόματος και γενικότ. των στοιχείων κάποιου σε επίσημο κυρ. κατάλογο: ~ μαθητών/μελών/συνδρομητών. ~ σε λέσχη/μητρώο/σύλλογο/σχολείο/φροντιστήριο. Αίτηση/βεβαίωση/δικαίωμα/έντυπο/ημερομηνία ~ής. Ανανέωση/καταβολή ποσού ~ής στη Γραμματεία.|| Έναρξη/λήξη των ~ών (: της περιόδου των ~ών). Βλ. απεγ-, δια-γραφή, προ~. 2. ΛΟΓΙΣΤ. αναγραφή στοιχείων στα λογιστικά βιβλία επιχείρησης, εταιρείας και γενικότ. καταχώριση οικονομικής πράξης: ταμειακή/φορολογική/χρεωστική ~. ~ υποθήκης. Ενεργώ ~. ~ές ανοίγματος-κλεισίματος λογαριασμού. 3. καταγραφή γεγονότων, σκέψεων, εμπειριών: ημερολογιακές ~ές. 4. αποτύπωση πληροφοριών, ακουστικών ή οπτικών σημάτων σε κατάλληλο υλικό, για να διατηρηθούν και να αναπαραχθούν: ~ βιντεοταινίας/δίσκου (πβ. ηχογράφηση)/εικόνας (πβ. μαγνητοσκόπηση)/ήχου/φωνής. ~ σε CD/DVD. 5. ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο συναφών στοιχείων δεδομένων που εκλαμβάνονται ως ενιαία μονάδα από ένα υπολογιστικό πρόγραμμα. 6. ΓΕΩΜ. σχεδίαση γεωμετρικού σχήματος μέσα σε ένα άλλο: ~ κύκλου σε τρίγωνο/τετραγώνου σε κύκλο. 7. ΟΙΚΟΝ. επίσημη εκδήλωση ενδιαφέροντος από επενδυτή για την αγορά μιας ποσότητας από ένα νέο πακέτο χρεογράφων που πρόκειται να διατεθεί στην αγορά: ~ μετόχων. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια εγγραφή: ΟΙΚΟΝ. διάθεση τίτλων προς πώληση στο ενδιαφερόμενο επενδυτικό κοινό, συνήθ. από μεγάλες, οικονομικά εύρωστες επιχειρήσεις πριν από την εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο ή την αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου. [< αρχ. ἐγγραφή, γαλλ. inscription 4: αγγλ. recording, 1904, 5: αγγλ. record, 1957, 6: μτγν. 7: αγγλ. subscription]

εκκλησία

εκκλησία[ἐκκλησία] εκ-κλη-σί-α ουσ. (θηλ.) {εκκλησιών} 1. & (λαϊκό) εκκλησιά: οίκημα κατάλληλο για τη χριστιανική λατρεία· χριστιανικός ναός· συνεκδ. η εκκλησιαστική ακολουθία και κυρ. η Θεία Λειτουργία: η ~ του Αγίου ... Το καμπαναριό της ~ας. Γάμος στην ~ (= θρησκευτικός γάμος). Βλ. μοναστήρι, ξωκλήσι.|| Πότε σχολάει/τελειώνει η ~; Δεν πάει συχνά στην ~ (: δεν εκκλησιάζεται τακτικά). ΣΥΝ. ο οίκος (του) Θεού 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Ε) το σύνολο των χριστιανών και κυρ. αυτών που ασπάζονται ορισμένο δόγμα· ειδικότ. ο κλήρος, η εκκλησιαστική εξουσία: η ~ ως σώμα Χριστού. Ορθόδοξη/(Ρωμαιο)καθολική ~. Προτεσταντικές ~ες. Η μεγάλη του Χριστού ~ (: το Οικουμενικό Πατριαρχείο). Ο προκαθήμενος της ~ας της Ελλάδος (: ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος). Οι γιορτές/τα μυστήρια της ~ας. Η Ιερά Σύνοδος της ~ας. Η Αυτοκέφαλη ~ της ... Πβ. χριστιανοσύνη.|| Η επίσημη ~. Η αποστολή/η ηγεσία/η ιεραρχία/ο ρόλος/το φιλανθρωπικό έργο της ~ας. Οι σχέσεις Κράτους-~ας. ● Υποκ.: εκκλησάκι (το): στη σημ. 1., εκκλησούλα & εκκλησίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος της Εκκλησίας 1. (μτφ.) θεοσεβούμενος, πιστός χριστιανός που τηρεί με συνέπεια τα θρησκευτικά του καθήκοντα. 2. που ανήκει στο περιβάλλον της εκκλησιαστικής εξουσίας., η Εκκλησία του Δήμου: ΙΣΤ. (στις πόλεις-κράτη) δημοκρατική συνέλευση των αρρένων πολιτών κατά την οποία λαμβάνονταν αποφάσεις για θέματα της δημόσιας ζωής. [< αρχ. ἐκκλησία] , στρατευόμενη Εκκλησία: το σύνολο των ζώντων χριστιανών: η επί γης ~ ~., Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος βλ. αποστολικός, Ελλαδική Εκκλησία βλ. ελλαδικός, Επισκοπική Εκκλησία βλ. επισκοπικός, ζώσα Εκκλησία βλ. ζων, θριαμβεύουσα Εκκλησία βλ. θριαμβεύων, οι Πατέρες της Εκκλησίας βλ. πατέρας, Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών βλ. συμβούλιο, Σχίσμα (των δύο Eκκλησιών) βλ. σχίσμα, το πλήρωμα της Εκκλησίας/το χριστεπώνυμο πλήρωμα βλ. πλήρωμα, τρισυπόστατη εκκλησία βλ. τρισυπόστατος ● ΦΡ.: ανεβαίνω τα σκαλιά της εκκλησίας: παντρεύομαι: Το ζευγάρι ~ηκε ~., με τις ευλογίες της Εκκλησίας βλ. ευλογία, σαν να κλέβω/κλέβει εκκλησία βλ. κλέβω [< μτγν. ἐκκλησία ‘κοινότητα των χριστιανών και το σχετικό οικοδομημα’, πβ. γαλλ. église]

εξουσία

εξουσία[ἐξουσία] ε-ξου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. δυνατότητα ή δικαίωμα ελέγχου, επιρροής, επιβολής: ανεξέλεγκτη/ανώτατη/απόλυτη/αστυνομική/εκκλησιαστική/καταπιεστική/κρατική/λαϊκή/οικονομική/ολοκληρωτική/πατρική/πολιτική/συγκεντρωτική/τυραννική/υπέρτατη ~. ~ εκπροσώπησης/λήψης αποφάσεων. Άσκηση/δομές/επίδειξη/πηγή/σχέσεις ~ας. Σε θέση ~ας. Απόρριψη κάθε μορφής ~ας (βλ. αναρχισμός). Έχω ~ πάνω σε κάποιον. Βρίσκομαι κάτω από/υπό την ~ κάποιου (: για πολιτική εξάρτηση). Έχει την πλήρη ~ να ... Πβ. κυριαρχία.|| (προφ.) Από ποιον πήρες την ~ να κάνεις ό,τι θέλεις; Πβ. άδεια. Βλ. υπερ~. 2. (ειδικότ.) διοίκηση, διακυβέρνηση ενός τόπου· συνεκδ. Αρχή που θεσπίζει νόμους και διασφαλίζει την εφαρμογή τους: κεντρική/περιφερειακή/τοπική ~. Κέντρα/όργανα ~ας. Ανάληψη/κατάκτηση της ~ας. Μάχη για την ~. Οι γυναίκες στην ~. Ασκώ/αφαιρώ/παίρνω την ~. Ανέβηκε/βρίσκεται/είναι/επανήλθε/ήρθε/κρατιέται/παραμένει στην ~. Κατέβηκε από την ~ (= έχασε την ~). Κατέλαβαν την ~ με πραξικόπημα. Η ~ απορρέει/πηγάζει από τον λαό. Το δέλεαρ της ~ας. Η ~ φθείρει και διαφθείρει.|| Η αυθαιρεσία/ευθύνη της ~ας. Βλ. παρα~.εξουσίες (οι) 1. αρμοδιότητες, δικαιοδοσίες: αυθαίρετες/αυξημένες/έκτακτες/περιορισμένες ~. Οι ~ του διοικητικού συμβουλίου/του προέδρου. Θεσμικό κείμενο που παρέχει εκτεταμένες/ευρείες ~ σε κάποιον. Αποκέντρωση/εκχώρηση/κατανομή/μεταβίβαση/περικοπή/συγκέντρωση/σύγχυση/συσσώρευση ~ών. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) μία από τις ουράνιες τάξεις των αγγέλων. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. το σύνολο των θεσμών και των οργάνων που συγκροτούν τον κρατικό μηχανισμό και επιβάλλουν κανόνες στους πολίτες (στρατός, αστυνομία, δικαστήρια)· κατ' επέκτ. η άσκησή της. [< γαλλ. pouvoir public] , διάκριση των εξουσιών: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. θεμελιώδης αρχή του Δημοσίου Δικαίου σύμφωνα με την οποία η δικαστική, η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία πρέπει να ασκούνται από διαφορετικούς, σχετικά αυτόνομους και αμοιβαία ελεγχόμενους φορείς. [< γαλλ. division, séparation des pouvoirs] , εκτελεστική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. μία από τις τρεις βασικές εξουσίες του δημοκρατικού πολιτεύματος, υπεύθυνη για την εφαρμογή των νόμων και τη διοίκηση και συνεκδ. ο φορέας της. Βλ. κυβέρνηση. [< γαλλ. pouvoir exécutif] , η τέταρτη εξουσία: ο Τύπος. [< γαλλ. le quatrième pouvoir] , κανονιστική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. η δυνατότητα που έχουν συγκεκριμένες διοικητικές ή κυβερνητικές Αρχές να εκδίδουν κανονιστικές πράξεις. [< γαλλ. pouvoir réglementaire] , νομοθετική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. μία από τις τρεις βασικές εξουσίες της δημοκρατίας, υπεύθυνη για την έκδοση κανόνων Δικαίου και συνεκδ. ο φορέας της: η ~ ~ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η ~ ~ ασκείται από τη Βουλή. [< γαλλ. pouvoir législatif] , πειθαρχική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. η δυνατότητα που έχει όργανο ή ιεραρχικά ανώτερο πρόσωπο να επιβάλλει πειθαρχικές ποινές σε περιπτώσεις απειθαρχίας. [< γαλλ. pouvoir disciplinaire] , συντακτική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. αρμοδιότητα θέσπισης ή τροποποίησης του Συντάγματος ενός κράτους και κατ' επέκτ. ο φορέας της: αναθεωρητική/πρωτογενής ~ ~., διακριτική ευχέρεια βλ. ευχέρεια, δικαστική εξουσία βλ. δικαστικός, η φθορά της εξουσίας βλ. φθορά, κατάχρηση εξουσίας βλ. κατάχρηση, κόμμα εξουσίας βλ. κόμμα, κοσμική εξουσία βλ. κοσμικός, νόσφιση εξουσίας βλ. νόσφιση ● ΦΡ.: ανεβάζω κάποιον στην εξουσία/στον θρόνο βλ. ανεβάζω, επιβήτορες της εξουσίας βλ. επιβήτορας, το δαχτυλίδι της διαδοχής/της εξουσίας βλ. διαδοχή [< αρχ. ἐξουσία, γαλλ. pouvoir]

επένδυση

επένδυση[ἐπένδυση] ε-πέν-δυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. {συνηθέστ. στον πληθ.} μετατροπή κεφαλαίου σε υλικά ή/και άυλα αγαθά· το ίδιο το κεφάλαιο: ακριβή/βραχυπρόθεσμη/μακροπρόθεσμη/παραγωγική/προσοδοφόρα/στρατηγική/συμφέρουσα/τουριστική/χαμηλή ~. Η απόδοση/η ασφάλεια/το ρίσκο/το ύψος μιας ~ης. Αγροτικές/επιχειρηματικές/ιδιωτικές/ξένες/πράσινες/υψηλές/χρηματιστηριακές ~ύσεις. ~ύσεις εκσυγχρονισμού (π.χ. ξενοδοχείων). ~ σε ακίνητα/ανθρώπινο δυναμικό/μετοχές. ~ύσεις στη γνώση/στην εκπαίδευση/στην έρευνα. Ελληνικές ~ύσεις στο εξωτερικό. Εταιρεία (= επενδυτική)/σύμβουλος/τράπεζα ~ύσεων. Βλ. απο~, μακροοικονομία. 2. κάλυψη επιφάνειας αντικειμένου με άλλο υλικό για την προστασία ή/και τη διακόσμησή του· συνεκδ. το ίδιο το επιπρόσθετο στρώμα και ειδικότ. κομμάτι υφάσματος που τοποθετείται στο εσωτερικό ενδυμάτων ή σε συγκεκριμένα μέρη τους για διάφορους λόγους, συνήθ. για να είναι πιο ζεστά: δερμάτινη/ηχομονωτική/μεταλλική (βλ. επιμετάλλωση)/πέτρινη/πλαστική/υφασμάτινη ~. Εσωτερική και εξωτερική ~ σωλήνων με αντιδιαβρωτικά υλικά. ~ δαπέδου/τοίχου με ξύλο (πβ. ξυλ~). ΣΥΝ. επικάλυψη, επίστρωση.|| Κασετίνα με ~ από βελούδο (πβ. κάλυμμα, ντουμπλάρισμα, ντύσιμο). Γάντια με βαμβακερή ~ (πβ. φόδρα). 3. (μτφ.) δαπάνη χρόνου, δυνάμεων, ταλέντου, με σκοπό το μακροπρόθεσμο όφελος· συνεκδ. όποιος ή ό,τι μπορεί να αποβεί ωφέλιμο(ς) μελλοντικά: συναισθηματική ~. ~ στο μέλλον. Οι σπουδές αποτελούν ~ ζωής. Το υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό είναι η καλύτερη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιες επενδύσεις: ΟΙΚΟΝ. κατασκευή κοινωφελών έργων, με σκοπό την οικονομική πρόοδο και ανάπτυξη. Βλ. ΠΔΕ., μουσική επένδυση & ηχητική επένδυση: μουσική που ακούγεται κατά τη διάρκεια παράστασης, εκδήλωσης, κινηματογραφικού φιλμ, τηλεοπτικής εκπομπής: ~ ~ ταινίας. Πβ. σάουντρακ, τζινγκλ., ακαθάριστη επένδυση βλ. ακαθάριστος [< μεσν. επένδυσις 1: αγγλ. investment, γαλλ. investissement, 1924, 2: γαλλ. revêtement]

επιχείρηση

επιχείρηση[ἐπιχείρηση] ε-πι-χεί-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. μονάδα παραγωγής αγαθών ή παροχής εμπορικών υπηρεσιών που ιδρύεται και διοικείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συνήθ. με σκοπό το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος: αγροτική/ατομική/βιομηχανική/βιοτεχνική/δημοτική/εκδοτική/ελεύθερη (: που λειτουργεί χωρίς να υπόκειται σε κρατικό παρεμβατισμό)/εμπορική/επικερδής/ζημιογόνα/ιδιωτική/(μη) κερδοσκοπική/κρατική/μεγάλη/μικτή (: ιδιωτικού και δημοσίου ενδιαφέροντος)/μεσαία/μικρή (= μικρο~)/ναυτιλιακή/οικογενειακή/οικοδομική/παραγωγική/πολυεθνική/προβληματική/συνεταιριστική/τοπική/τραπεζική (= τράπεζα) ~. ~ κοινής ωφελείας (βλ. ΔΕΚΟ). Άδεια/διαφήμιση/διευθυντής/δυναμικό/έδρα/εκπρόσωπος/επιτελείο/επωνυμία/ίδρυση/ισολογισμός/κόστος/λειτουργία/περιουσία/προσωπικό/σήμα/(διοικητικό) συμβούλιο/συνεργάτης/υπάλληλος/χρηματοδότηση ~ης. Ένωση/μηχανοργάνωση/οδηγός/όμιλος/στελέχωση/συγχώνευση/σύνδεσμος ~ήσεων. Τμήμα Τουριστικών ~ήσεων. Aσχολούμαι με ~ήσεις (πβ. μπίζνες). Πβ. εταιρεία, φίρμα. 2. σύνολο συστηματικών και ομαδικών προσπαθειών και ενεργειών για την επίτευξη ενός στόχου: αστυνομική/δύσκολη/επικίνδυνη (βλ. περιπέτεια) ~. Αποτυχία/επιτυχία/οργάνωση/σχεδιασμός/συντονισμός ~ης. Ολονύκτια ~ διάσωσης (εγκλωβισμένων, ναυαγών)/εκκένωσης (κτιρίου/οικισμού/χώρου)/εύρεσης αγνοουμένων/κατάσβεσης (πυρκαγιάς, φωτιάς)/παροχής βοήθειας. ~ για τη σύλληψη του δράστη. Πβ. απόπειρα, εκστρατεία. 3. ΣΤΡΑΤ. σχεδιασμός και εκτέλεση συντονισμένων στρατιωτικών ενεργειών με σκοπό την εξουδετέρωση του εχθρού: αεροπορική/αιφνιδιαστική/αμυντική/αμφίβια/αποβατική/εκκαθαριστική/επιθετική/μυστική/ναυτική/πολεμική/χερσαία ~. ~ στρατηγικής σημασίας. Βάση/διεξαγωγή/τόπος ~ης. Γραφείο/(μτφ.) θέατρο/κέντρο/χάρτης ~ήσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια επιχείρηση: νομικό πρόσωπο που ιδρύεται και διοικείται ή ελέγχεται από το κράτος ή δημόσιο οργανισμό και στοχεύει στην ικανοποίηση σημαντικής κοινωνικής ανάγκης: ~ ~ Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ)., επιχείρηση έντασης γνώσης: τεχνοβλαστός., αξία επιχείρησης βλ. αξία, εκκαθάριση εταιρείας/επιχείρησης βλ. εκκαθάριση, επίθεση/αποστολή αυτοκτονίας βλ. αυτοκτονία, επιχείρηση-αρετή/επιχείρηση αρετής βλ. αρετή, επιχείρηση-σκούπα βλ. σκούπα, ζώνη επιχειρήσεων βλ. ζώνη, Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων βλ. οργάνωση, στελέχη επιχειρήσεων βλ. στέλεχος, Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης βλ. συμπαραστάτης, Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης βλ. συμπαραστάτης, συνδυασμένες επιχειρήσεις βλ. συνδυάζω ● ΦΡ.: κάνω/μεταβάλλω κάτι σε επιχείρηση (αρνητ. συνυποδ.): ασκώ δραστηριότητα με σκοπό το οικονομικό κέρδος, σε αντίθεση με τον χαρακτήρα της: ~ ~ τον αθλητισμό/την πολιτική/την φιλανθρωπία. Πβ. εμπορευματοποιώ. [< 1: γαλλ. entreprise 2,3: αρχ. ἐπιχείρησις]

έργο

έργο[ἔργο] έρ-γο ουσ. (ουδ.) 1. δραστηριότητα ή σύνολο ενεργειών, η εκτέλεση των οποίων οδηγεί σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα με προκαθορισμένο ή όχι στόχο: ακαδημαϊκό/διδακτικό/εκπαιδευτικό/επιστημονικό/ερευνητικό/θεάρεστο/ιεραποστολικό/κοινωνικό/κυβερνητικό/νομοθετικό/συμβουλευτικό/τιτάνιο/φιλανθρωπικό ~. ~α ανάπλασης (της παραλίας)/αναστήλωσης/συντήρησης/υποδομής. Αναπτυξιακά/αντιπλημμυρικά/αρδευτικά/κατασκευαστικά/οδικά/ολυμπιακά ~α. (σε προειδοποιητική πινακίδα) Προσοχή ~α! (: τεχνικά ~α). Ανάδοχος/ανάθεση/αξιολόγηση/απολογισμός/δημοπράτηση/διαχείριση/επικεφαλής/μίσθωση/πρόοδος/προϋπολογισμός/στόχος/συντελεστές/συντονιστής/υλοποίηση/χρηματοδότηση (ενός) ~ου.|| Αντίθεση/συμφωνία ~ων-λόγων. Καλά ~α (= καλές πράξεις).|| Αναλαμβάνω/εγκαινιάζω/εκπονώ/εκτελώ/επιτελώ/παράγω/πραγματοποιώ (ένα) ~. Το ~ (δεν) ολοκληρώθηκε. Είναι ~ μιας (ολόκληρης) ζωής. Το ~ της ζωής του (: το πιο σημαντικό). Ο βίος και το ~ κάποιου (: το σύνολο των ~ων του). Πβ. κατασκεύασμα.|| Είναι ~ της αστυνομίας/κυβέρνησης. Πβ. αποστολή, αρμοδιότητα, καθήκον, υποχρέωση, χρέος. Βλ. πάρεργο, υπο~. 2. (ειδικότ.) κάθε καλλιτεχνικό, πνευματικό δημιούργημα: ζωγραφικό/θεατρικό/κινηματογραφικό/κλασικό/λογοτεχνικό/μεταφραστικό/μοντέρνο/μουσικό/πρωτότυπο/συνολικό/τηλεοπτικό ~. Δημοσιευμένο ερευνητικό-επιστημονικό ~. ~ γλυπτικής (: άγαλμα, γλυπτό)/χαρακτικής. Πρόκειται για ένα μνημειώδες ~ χιλίων σελίδων (πβ. βιβλίο). Αν και πέθανε πρόωρα, άφησε πίσω της αξιόλογο/λαμπρό/σπουδαίο συγγραφικό ~. Ο πίνακας είναι ~ του 18ου αι./του ζωγράφου ... (ειδικότ. για παράσταση ή ταινία, φιλμ) Πρόβες για το ~. Η μουσική-σκηνοθετική επιμέλεια ενός ~ου. Ανεβάζω/βιντεοσκοπώ/γυρίζω/προβάλλω/πρωταγωνιστώ σε/σκηνοθετώ ένα ~. Τι ~ έχει/παίζει (η τηλεόραση/το σινεμά); 3. ΦΥΣ. ποσότητα ενέργειας που παράγεται από την κίνηση του σημείου εφαρμογής μιας δύναμης και η οποία υπολογίζεται από το γινόμενο της δύναμης αυτής και της μετατόπισης του σημείου: μονάδα μέτρησης ~ου (= τζάουλ). ● Υποκ.: εργάκι (το): συνήθ. στη σημ. 2. ● Μεγεθ.: εργάρα (η): συνήθ. στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια έργα: κοινωφελή έργα που εκτελούνται από το Δημόσιο ή για λογαριασμό του: εκτέλεση/κατασκευή ~ων ~ων (π.χ. γέφυρες). ~ ~ στην περιφέρεια. [< γαλλ. travaux publics] , απένταξη έργου βλ. απένταξη, βιβλίο/έργο αναφοράς βλ. αναφορά, εγγειοβελτιωτικά έργα βλ. εγγειοβελτιωτικός, έργα βιτρίνας βλ. βιτρίνα, έργο τέχνης βλ. τέχνη, καταναγκαστικά έργα βλ. καταναγκαστικός, προένταξη έργου βλ. προένταξη, προϊόντα/έργα της διάνοιας βλ. διάνοια, σύμβαση (ανάθεσης/μίσθωσης) έργου βλ. σύμβαση ● ΦΡ.: (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί (μτφ.-προφ.): για δυσάρεστη συνήθ. κατάσταση που έχει ξαναζήσει ή γνωρίζει καλά κάποιος, για επανάληψη κακής προηγούμενης συμπεριφοράς κάποιου: Επειδή ~ ~ , κράτα την ψυχραιμία σου., επί το έργον (λόγ.): κατά την εκτέλεση έργου: νοσηλευτές/πυροσβέστες ~ ~. Τους έπιασαν/συνελήφθησαν ~ ~ (πβ. επ' αυτοφώρω).|| (προφ. ως προτροπή) Εμπρός λοιπόν ~ ~! , έργα και ημέρες (συνήθ. ειρων.): για αναφορά σε περιπετειώδη ζωή ή αξιοσημείωτες πράξεις και γεγονότα: ~ ~ της κυβέρνησης/του συλλόγου., αμ' έπος αμ' έργον βλ. έπος, ευχής έργο βλ. ευχή, λόγω και έργω βλ. λόγος, Μέγας είσαι/ει Κύριε (και θαυμαστά τα έργα σου)! βλ. Κύριος [< αρχ. ἔργον, γαλλ. œuvre, ouvrage, travail, αγγλ. work]

θεά

θεάθε-ά ουσ. (θηλ.) 1. γυναικεία θεότητα: ελληνική/ινδική/ρωμαϊκή ~. 2. (μτφ.-προφ.) εξαιρετικά όμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα. Πβ. καλλονή, κόμματος, κούκλα. ● Μεγεθ.: θεάρα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: στρογγυλή θεά: η μπάλα του ποδοσφαίρου και κυρ. συνεκδ. το ποδόσφαιρο: Έρωτας/πάθος για τη ~ ~. ● βλ. θεός [< αρχ. θεά]

-ίσκος

-ίσκος{σπανιότ. θηλ. -ίσκη} (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα ουσιαστικών: κολπ-ίσκος/πυργ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αμφορ-ίσκος/κρατηρ~.|| (μειωτ.) Aρχηγ-ίσκος/παραγοντ~.|| (συνήθ. ειρων.) (Η) παιδ-ίσκη (βλ. -ούλα). Πβ. -άκι.|| (με απώλεια της υποκ. σημ.:) Aστερ-ίσκος.

κατήγορος

κατήγοροςκα-τή-γο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όρου}: ΝΟΜ. πρόσωπο που απαγγέλλει κατηγορία σε βάρος κάποιου ενώπιον της Δικαιοσύνης: βασικός ~. Πβ. εγκαλών, ενάγων, μηνυτής. ΑΝΤ. κατηγορούμενος.|| (κατ' επέκτ.) Δριμύς ~ της καθαρεύουσας. Πβ. επι-, κατα-κριτής. Βλ. πολέμιος, φιλο~. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιος κατήγορος: η κατηγορούσα αρχή στα πταισματοδικεία: γενικός/ειδικός ~ ~. Πβ. εισαγγελέας, πταισματοδίκης. [< αρχ., μτγν. κατήγορος]

κίνδυνος

κίνδυνοςκίν-δυ-νος ουσ. (αρσ.) {κινδύν-ου | -ων, -ους} 1. καθετί που μπορεί να διαταράξει, να απειλήσει τη ζωή, την υγεία, την ασφάλεια, την περιουσία, την ακεραιότητα προσώπου ή να προκαλέσει φθορές, καταστροφές και η αντίστοιχη κατάσταση: θανάσιμος/κοινωνικός/περιβαλλοντικός/υπαρκτός ~. Βιομηχανικοί/θαλάσσιοι/φυσικοί ~οι. Ελλοχεύει/καραδοκεί/παραμονεύει/πέρασε ο ~. Λήψη μέτρων για την αποτροπή/την αποφυγή/την πρόληψη του ~ου. Σε περίπτωση ~ου. ~οι από το κάπνισμα/τη ραδιενέργεια/τη ρύπανση. Προστασία από τους ~ους. Αψηφά/διέφυγε/ξεπέρασε τον ~ο. Νόσημα που αποτελεί ~ο για τη δημόσια υγεία. Σταθμίζω τους ~ους. Επεσήμαναν τους ~ους από τη χρήση ναρκωτικών.|| Η ζωή (κάποιου)/το πλοίο/η χώρα βρίσκεται σε ~ο. Μπήκε σε ~ο (= κινδύνεψε). Βάζουν/θέτουν σε ~ο το περιβάλλον. Νοσηλεύεται εκτός ~ου. (σε επιγραφές, ως προειδοποίηση) Προσοχή, ~! Πβ. απειλή. 2. πιθανότητα να συμβεί κάτι δυσάρεστο ή κακό: ~ απόρριψης/αποτυχίας/ατυχημάτων/εμπλοκής/εξαφάνισης/ηλεκτροπληξίας/θανάτου/μόλυνσης/μπλακ άουτ/πολέμου/πυρκαγιάς/τραυματισμού/φυσικών καταστροφών. (Άμεσος/πιθανός) ~ για αποκλεισμό. Δεν υπάρχει ~ να μεταδοθεί η ασθένεια. Ορατός είναι ο ~ να ... Η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών μειώνει τον ~ο καρδιαγγειακών παθήσεων.|| (προφ.) Δεν υπάρχει τέτοιος ~!|| (ως έκφρ. ευγενείας προτού ειπωθεί κάτι δυσάρεστο) Με ~ο να φανώ/χαρακτηριστώ αγενής ... 3. ΟΙΚΟΝ. (ειδικότ.) το ενδεχόμενο απωλειών σε επενδύσεις και γενικότ. χρηματοοικονομικές συναλλαγές: επιτοκιακός/λειτουργικός/συναλλαγματικός/τραπεζικός ~. ~ θέσης/μετοχών και χαρτοφυλακίων. Αποτίμηση/δείκτης/διασπορά/έλεγχος/εξισορρόπηση/μείωση ~ου. Απόδοση χωρίς ~ο. (Μη) ασφαλιστικοί/εμπορικοί ~οι. ~οι από μεταβολές των τιμών της αγοράς. Κατανομή/ταξινόμηση ~ων. 4. διακινδύνευση, ρίσκο: με προσωπικό ~ο. Αγωνίστηκε με ~ο της ζωής του. Πβ. διακύβευση. ● ΣΥΜΠΛ.: αξιολόγηση κινδύνου & εκτίμηση κινδύνου: ποσοτική και ποιοτική αξιολόγηση, ώστε να προσδιοριστούν οι επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου ή/και στο περιβάλλον, από μια δράση ή από την παρουσία και χρήση ουσίας: ~ ~ και στρατηγικές προφύλαξης. ~ ~ σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις., δημόσιος κίνδυνος: καθετί που αποτελεί απειλή για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο: Ένας μεθυσμένος οδηγός είναι ~ ~., επαγγελματικοί κίνδυνοι: που προκύπτουν από την άσκηση ενός επαγγέλματος. Βλ. επαγγελματική ασθένεια, εργατικό ατύχημα., ηθικός κίνδυνος: ΝΟΜ. το ενδεχόμενο οικονομικής ζημίας που αντιμετωπίζει ασφαλιστική εταιρεία και το οποίο προέρχεται από την αβεβαιότητα για την εντιμότητα του ασφαλιζομένου: φυσικός και ~ ~. [< αγγλ. moral hazard] , κίνδυνος-θάνατος: για θανατηφόρο κίνδυνο: ~ ~ το αλκοόλ/το οδικό δίκτυο. ~ ~ για τους οδηγούς/τους πεζούς.|| (σε επιγραφή) Προσοχή! ~ ~ ! (: προειδοποίηση για τον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας)., παράγοντας κινδύνου: στοιχείο που οδηγεί σε δύσκολη κατάσταση, κυρ.για θέματα υγείας: ισχυρός/σημαντικός/σοβαρός ~ ~. Βασικοί/κύριοι ~ες ~. Ένας απρόσμενος/νέος ~ ~ για άνοια. [< αγγλ. risk factor, 1949] , σήμα κινδύνου 1. που εκπέμπεται ως έκκληση βοήθειας: Το αεροσκάφος έστειλε ~ ~ στον πύργο ελέγχου. Ακουστικά/ηχητικά/οπτικά/φωτιστικά ~ατα ~. Πβ. ΣΟΣ. 2. (μτφ.) κάθε είδους προειδοποίηση για επικείμενη απειλή: ~ ~ για το νερό/για το περιβάλλον εκπέμπουν οι οικολογικές οργανώσεις. ~ ~ λόγω αύξησης της ανεργίας. [< αγγλ. distress signal] , υψηλού/χαμηλού κινδύνου 1. ο βαθμός απειλής (μικρός ή μεγάλος) για κάποιον ή κάτι: ασθενείς/ζώνη/κατηγορία/περιοχές ~ ~. Υψηλού ~ κύηση (= επαπειλούμενη). 2. που μπορεί να βλάψει περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά: παράγοντες υψηλού ~ για την υγεία (π.χ. γενετική προδιάθεση, κάπνισμα, παχυσαρκία). Χαμηλού ~ επεμβάσεις. 3. μεγάλου/μικρού ρίσκου: επενδύσεις/μετοχές ~ ~. Αγορά υψηλού ~. [< αγγλ. high/low risk] , ανάληψη κινδύνου/ρίσκου βλ. ανάληψη, ανάλυση κινδύνου/κινδύνων βλ. ανάλυση, αποστροφή κινδύνου βλ. αποστροφή1, διαχείριση κινδύνου/κινδύνων βλ. διαχείριση, έξοδος κινδύνου βλ. έξοδος, επιχειρηματικός κίνδυνος βλ. επιχειρηματικός, κίνδυνος ρευστότητας βλ. ρευστότητα, ομάδες υψηλού κινδύνου βλ. ομάδα, πιστωτικός κίνδυνος βλ. πιστωτικός, φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης βλ. φως ● ΦΡ.: κατά παντός κινδύνου (λόγ.): ΝΟΜ. έναντι όλων των πιθανών ζημιών που μπορεί να προκληθούν από διάφορες αιτίες: ασφάλεια/ασφάλιση/κάλυψη/συμβόλαιο ~ ~., κάτι εγκυμονεί/κρύβει κινδύνους: εμπεριέχει, ενέχει κινδύνους: Ενημέρωση του κοινού για τους κινδύνους που εγκυμονούν τα γενετικά μεταλλαγμένα προϊόντα. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ~ ~. Βλ. επιφυλάσσω., φέρει τον κίνδυνο: ΝΟΜ. έχει την ευθύνη, υφίσταται τη ζημία σε περίπτωση αρνητικής εξέλιξης: Ο εργολάβος ~ ~ του έργου. Ο ανάδοχος ~ ~ για κάθε είδους φθορά ή απώλεια., διατρέχω κίνδυνο/τον κίνδυνο να ... βλ. διατρέχω, εκθέτω σε κίνδυνο βλ. εκθέτω, κρούω τον κώδωνα (του κινδύνου) βλ. κώδων, φλερτάρει με τον θάνατο/τον κίνδυνο βλ. φλερτάρω [< αρχ. κίνδυνος, αγγλ. danger, risk, γαλλ. danger, risque]

κονδυλοφόρος

κονδυλοφόροςκον-δυ-λο-φό-ρος ουσ. (αρσ.) & (προφ.) κοντυλοφόρος 1. (μτφ.) δημοσιογράφος που εξυπηρετεί οργανωμένα συμφέροντα: έμμισθος/πληρωμένος ~ του κεφαλαίου. Κατευθυνόμενοι ~οι. Βλ. εγκάθετος, παπαγαλάκι. 2. (παλαιότ.) όργανο γραφής με τη μορφή ξύλινου ή μεταλλικού μακρόστενου στελέχους με πένα στην άκρη του: μελανοδοχείο και ~. Βλ. μολύβι, στιλό, -φόρος. [< 2: γαλλ. porte-plume]

κτήση

κτήσηκτή-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. {συνήθ. στον εν.} απόκτηση· (σπάν.-συνεκδ.) το συγκεκριμένο αγαθό που αποκτήθηκε: αθέμιτη/καλόπιστη/νόμιμη ~. Παράγωγη/πρωτότυπη ~ (νομής). ~ άδειας (άσκησης επαγγέλματος)/γης (βλ. γαιοκτησία)/δικαιώματος/διπλώματος/ιδιότητας (μέλους)/κυριότητας (ακινήτου)/πτυχίου. ~ της ελληνικής ιθαγένειας. Αξία/έτος/κόστος/τεκμήριο/τιμή/τίτλος/χρόνος ~ης (ακινήτου). Δάνεια για ~εις πάγιων στοιχείων. Πβ. ιδιοκτησία, κατοχή.|| ~ από δωρεά. Πβ. κτήμα. Βλ. ανά-, πρόσ-κτηση. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (ιδ. παλαιότ.) κατεχόμενη περιοχή (κυρ. πόλη, χώρα): αγγλικές/αποικιακές/γαλλικές/ισπανικές/υπερπόντιες ~εις (= αποικίες). Βυζαντινές/ρωμαϊκές ~εις. Πβ. κατακτήσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια κτήση: ΝΟΜ. δημόσια περιουσία (δασικές εκτάσεις, αιγιαλοί, λίμνες, σπήλαια, μνημεία, αρχαιολογικοί χώροι): διαφύλαξη/κατοχύρωση/υπεράσπιση της ~ας ~ης. [< 1: αρχ. κτῆσις 2: γαλλ. dominion]

κύκλος

κύκλοςκύ-κλος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜ. σχήμα που ορίζεται από κλειστή, καμπύλη γραμμή της οποίας όλα τα σημεία έχουν την ίδια απόσταση από ένα σταθερό σημείο, το κέντρο του: εγγεγραμμένος/περιγεγραμμένος/τριγωνομετρικός ~. Ακτίνα/διάμετρος/εμβαδόν/περίμετρος/περιφέρεια/τόξο/χορδή ~ου. Ορθογώνιοι ~οι. Ευθεία που εφάπτεται στον/τέμνει τον ~ο. Έκανε/σχεδίασε/χάραξε έναν τέλειο ~ο με τον διαβήτη.|| Σημειώστε με ~ο (= κυκλώστε) τη σωστή απάντηση. 2. (κατ' επέκτ.) ό,τι έχει κυκλικό σχήμα: μαύροι ~οι γύρω/κάτω από τα μάτια (: μελανά σημάδια λόγω αϋπνίας, κούρασης· σακούλες). Ο τσάμικος χορεύεται σε ~ο. Οι ομάδες σχημάτισαν ~ο. Τα παιδιά κάθονται σε ~ο. Βλ. ημικύκλιο.|| Ολυμπιακοί ~οι (: οι πέντε διαφορετικού χρώματος ~οι που συμβολίζουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες). Βλ. δακτύλιος.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Μέγιστοι ~οι της ουράνιας σφαίρας (: οι νοητοί ~οι που διέρχονται από τους πόλους της). Βλ. ουράνιος μεσημβρινός.|| (για κίνηση, πορεία, τροχιά) Ο ~ του ρολογιού (βλ. ώρα). Το αεροπλάνο έκανε ~ους πάνω από τον διάδρομο προσγείωσης. Η Σελήνη διαγράφει έναν (πλήρη) ~ο γύρω από τη Γη. Βλ. δίσκος. 3. για φαινόμενα, καταστάσεις, γεγονότα που παρουσιάζουν περιοδικότητα· η διάρκειά τους: ο ~ των εποχών (βλ. έτος).|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Αναπαραγωγικός ~ (συνήθ. ζώων). Ο ~ του ύπνου στα νεογέννητα είναι σύντομος. Ο ορμονικός ~. (ειδικότ., εμμηνόρροια, περίοδος) Ο ~ μου είναι κάθε είκοσι οκτώ/τριάντα μέρες. Έχω άστατο (βλ. καθυστέρηση)/σταθερό ~ο.|| Η ίωση θα κάνει τον ~ο της και σύντομα θα γίνεις καλά.|| Η ιστορία κάνει ~ους (: επαναλαμβάνεται). Έκλεισε οριστικά/ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται ο ~ βίας και αίματος. Πβ. ανακύκληση.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Αστικός/μικτός/συνδυασμένος ~ (κατανάλωσης καυσίμου) ... λίτρα ανά 100 χλμ.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ημερήσιος λειτουργικός ~. Εβδομαδιαίος ~ των Ακολουθιών.|| (ΟΙΚΟΝ.) Βραχυχρόνιοι/μακροχρόνιοι/μεσοχρόνιοι ~οι.|| Βλ. μεγάκυκλοι. 4. σύνολο δραστηριοτήτων ή έργων, κυρ. πνευματικού, καλλιτεχνικού χαρακτήρα, που σχετίζονται με ορισμένο θέμα ή πεδίο: νέος ~ διαλόγου (για την παιδεία)/επισκέψεων (του πρωθυπουργού στην Ευρώπη)/προβολών/συναντήσεων/συναυλιών (του συγκροτήματος)/συνομιλιών (πβ. γύρος). Εγκαινιάζεται ο εκπαιδευτικός/θεματικός ~ ... Η έναρξη του ~ου (= της σειράς) μαθημάτων θα γίνει στις ... του μηνός. Άρχισε/ξεκίνησε/ολοκληρώθηκε/πραγματοποιείται/συνεχίζεται ο (εισαγωγικός/πρώτος/τελευταίος) ~ διαλέξεων/ομιλιών/σεμιναρίων με θέμα ...|| (ΜΟΥΣ.) ~ τραγουδιών για πιάνο και φωνή. Το έργο ανήκει στον ~ο των κουαρτέτων για κρουστά.|| (ειδικότ. σε εκπαιδευτικά ιδρύματα) Βασικός/(μετα/προ)πτυχιακός/τετραετής ~ σπουδών. Έγινε δεκτός/εγγράφηκε/φοιτά στον επόμενο ~ο (βλ. εξάμηνο, έτος).|| (ΤΗΛΕΟΡ.) Νέος ~ επεισοδίων.|| Κάτι (δεν) εμπίπτει/εντάσσεται στον ~ο των ενδιαφερόντων/καθηκόντων της. Πβ. εύρος, σφαίρα, φάσμα.|| (ΦΙΛΟΛ., έμμετρες ή πεζές αφηγήσεις που αφορούν συγκεκριμένο ήρωα, μύθο) Ακριτικός/αργοναυτικός/τρωικός ~. 5. {συνηθέστ. στον πληθ.} ομάδα ατόμων που συνδέονται με συγγενική, φιλική, επαγγελματική ή άλλου είδους κοινωνική σχέση· περιβάλλον, περίγυρος: Ο γάμος έγινε σε κλειστό/στενό οικογενειακό και φιλικό ~ο. Έχει μεγάλο ~ο (: γνωρίζει πολύ κόσμο). Με το διαδίκτυο μπορεί να διευρύνει τον ~ο των γνωριμιών του. Είναι ιδιαίτερα γνωστή στους καλλιτεχνικούς και λογοτεχνικούς ~ους. Σύμφωνα με (έγκυρους) εισαγγελικούς/εκκλησιαστικούς/κυβερνητικούς/οικονομικούς ~ους ... Ακαδημαϊκοί/διπλωματικοί/εκπαιδευτικοί/νομικοί/στρατιωτικοί/τραπεζικοί ~οι κάνουν λόγο για ... ~οι της αντιπολίτευσης/του υπουργείου αναμένουν/αναφέρουν/δηλώνουν/επιμένουν/θεωρούν/σχολιάζουν/υποστηρίζουν ότι ...|| (για ανώτερη συνήθ. κοινωνική τάξη) Δεν ανήκει/προσπαθεί να μπει στον ~ο μας. Κάνει παρέα μόνο με άτομα του ~ου της. Βλ. κλίκα, σινάφι, φάρα, φατρία. 6. φυσική διαδικασία ή φαινόμενο αποτελούμενο από διαδοχικές φάσεις που ολοκληρώνονται επιστρέφοντας στην αρχική κατάσταση και επαναλαμβάνονται συνέχεια: (ΓΕΩΧ.) ο ~ του αζώτου/άνθρακα/θείου/νερού (= υδρολογικός ~)/οξυγόνου/φωσφόρου. Ο ~ της ύλης.|| Αναπνευστικός (βλ. εισπνοή, εκπνοή)/καρδιακός (βλ. συστολή, διαστολή) ~. 7. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μια περίοδος, πρόταση ή ένας στίχος αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη ή φράση. ● Υποκ.: κυκλάκι (το): κυρ. στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικός κύκλος: ΒΙΟΛ. τα στάδια από τα οποία περνά ένας ζωικός ή φυτικός οργανισμός μέχρι τον θάνατο (π.χ. γέννηση, ανάπτυξη): Ο ~ ~ του παρασίτου διαρκεί από τέσσερις ως σαράντα μέρες. [< αγγλ. biological cycle] , δημοσιογραφικοί κύκλοι: όρος που χρησιμοποιείται για να αποφύγει κάποιος να κατονομάσει τη δημοσιογραφική πηγή πληροφόρησης: Όπως εκτιμούν ~ ~ ..., έμμηνος/καταμήνιος/γεννητικός/εμμηνορροϊκός κύκλος & ο κύκλος (της γυναίκας): ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κυκλική μεταβολή των ορμονών του φύλου κατά την αναπαραγωγική ηλικία της γυναίκας και συνήθ. διαρκεί είκοσι οκτώ μέρες: φυσιολογικός ~ ~. Ανωμαλίες/διαταραχές/ρύθμιση του ~ού ~ου. Βλ. οιστρογόνα, προγεστερόνη, ωορρηξία., κύκλος επαφών: σειρά συναντήσεων, συνομιλιών ή δραστηριοτήτων: ευρύς ~ ~. Αρχίζει νέος ~ ~ με τους επιστημονικούς φορείς. Ολοκληρώθηκε ο (πρώτος) ~ ~ του ..., κύκλος εργασιών: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των εσόδων, πωλήσεων επιχείρησης σε ορισμένη χρονική περίοδο: αύξηση/ενίσχυση/μείωση/πτώση του ετήσιου ~ου ~. Η εταιρεία διευρύνει τον ~ο ~ της. Ο ενοποιημένος ~ ~ του ομίλου για την τριμηνία ανήλθε στα ... εκατομμύρια ευρώ/σημείωσε άνοδο ... %/υποχώρησε κατά ... %. Πβ. τζίρος.|| (παλαιότ.) Φόρος ~ου ~. Πβ. ΦΠΑ., κύκλος ζωής 1. τα στάδια από την παραγωγή ενός προϊόντος μέχρι το τέλος της χρησιμότητάς του: ο ~ ~ επιχειρησιακού προγράμματος/λογισμικού/συστήματος. Ανάλυση ~ου ~ (: εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων προϊόντος, διεργασίας ή δραστηριότητας). Οχήματα τέλους ~ου ~ (: αυτά που τίθενται εκτός κυκλοφορίας). 2. & ο κύκλος της ζωής: η πορεία ενός οργανισμού από τη γέννηση ως τον θάνατο. [< αγγλ. life cycle] , κύκλος ποιότητας: ομάδα υπαλλήλων εταιρείας που συνήθ. εθελοντικά πραγματοποιούν τακτικές συναντήσεις με σκοπό την επίλυση προβλημάτων ποιότητας και τη βελτίωση της απόδοσης των ίδιων και των συναδέλφων τους. [< αγγλ. quality circle, 1980] , αρκτικός κύκλος βλ. αρκτικός1, βιογεωχημικός κύκλος βλ. βιογεωχημικός, έγκυροι κύκλοι βλ. έγκυρος, έκκεντροι κύκλοι βλ. έκκεντρος, επικός κύκλος βλ. επικός, ζωδιακός (κύκλος)/ζωδιακή ζώνη βλ. ζωδιακός, ηλιακός κύκλος βλ. ηλιακός, θερμοδυναμικός κύκλος βλ. θερμοδυναμικός, θηβαϊκός κύκλος βλ. θηβαϊκός, κατακόρυφος κύκλος βλ. κατακόρυφος, κύκλος (του) αίματος βλ. αίμα, οικονομικός κύκλος βλ. οικονομικός, ομόκεντροι κύκλοι βλ. ομόκεντρος, παράλληλος (κύκλος) βλ. παράλληλος, σεληνιακός κύκλος/κύκλος του Μέτωνα βλ. σεληνιακός, τροπικός (κύκλος) βλ. τροπικός, ψυκτικός κύκλος βλ. ψυκτικός, ωριαίος κύκλος βλ. ωριαίος ● ΦΡ.: κύκλοι (ανά δευτερόλεπτο): ΦΥΣ. (στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων) μονάδα μέτρησης της συχνότητας: Το ανθρώπινο αυτί αντιλαμβάνεται ήχους από 20 ως 20.000 ~ους ~. ΣΥΝ. χερτζ, του κύκλου τα γυρίσματα (προφ.): για να δηλωθεί το ευμετάβλητο της ζωής, της τύχης. Πβ. έχει ο καιρός γυρίσματα., ανοίγει ο κύκλος βλ. ανοίγω, κύκλος/γύρος συζητήσεων βλ. συζήτηση, μη μου τους κύκλους τάραττε! βλ. ταράζω, τετραγωνίζω τον κύκλο βλ. τετραγωνίζω, τετραγωνισμός του κύκλου βλ. τετραγωνισμός, φαύλος κύκλος βλ. φαύλος [< 1: αρχ. κύκλος 2,3,4,5,6: γαλλ. cycle, cercle, αγγλ. cycle, πβ. γερμ. Zyklus 7: μτγν. ~]

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

λογιστικός

λογιστικός, ή, ό λο-γι-στι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. -ΛΟΓΙΣΤ. που σχετίζεται με τον λογιστή ή τη λογιστική: ~ός: έλεγχος/προσδιορισμός (καθαρού εισοδήματος)/χειρισμός (αμοιβών). ~ή: αξία (μετοχής)/ενημέρωση/κατάσταση/μέθοδος (βλ. απλο-, διπλο-γραφία)/οργάνωση (επιχείρησης)/χρήση (ή περίοδος). ~ό: αποτέλεσμα (: κέρδος ή ζημία)/σφάλμα. ~οί: κανόνες. ~ές: αρχές (π.χ. η αρχή της συσχέτισης εσόδων-εξόδων)/εγγραφές/εφαρμογές/υπηρεσίες. ~ά: συστήματα. ~ό φοροτεχνικό γραφείο. Βλ. εξω~. 2. κατάλληλος για υπολογισμούς: ~ή: μέθοδος/μηχανή. Πβ. υπο~. ● Ουσ.: λογιστικά (τα): λογιστική., λογιστικό (το): λογιστική. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιο λογιστικό: ΝΟΜ. κλάδος του δημοσιονομικού δικαίου που αφορά τον κρατικό προϋπολογισμό, απολογισμό, γενικό ισολογισμό και τις δημόσιες δαπάνες. Βλ. φορολογικό δίκαιο., Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ακρ. ΔΛΠ): ΛΟΓΙΣΤ. Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης. [< αγγλ. International Accounting Standards - IAS] , λογιστικά βιβλία: ΛΟΓΙΣΤ. για καταγραφή και έλεγχο της οικονομικής κατάστασης επιχείρησης σε ορισμένο χρονικό διάστημα: ενημέρωση/τήρηση ~ών ~ων. Βλ. μηχανογράφηση. [< γαλλ. livres comptables] , λογιστική μονάδα: ΟΙΚΟΝ. σταθερή νομισματική μονάδα υπολογισμού της αξίας αγαθών, υπηρεσιών και περιουσιακών στοιχείων: (με κεφαλ. το αρχικό Λ κ. Μ, παλαιότ.) Ευρωπαϊκή ~ ~. Βλ. εκιού. [< αγγλ. unit of account] , λογιστικό σχέδιο: ΛΟΓΙΣΤ. πρότυπο τυποποίησης της λογιστικής εργασίας το οποίο περιλαμβάνει το σύνολο των λογαριασμών, μεθοδικά τακτοποιημένων: Ελληνικό Γενικό ~ ~. Κλαδικό ~ ~ ασφαλιστικών επιχειρήσεων. [< γαλλ. plan comptable] , λογιστικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. επιταγές, εμβάσματα, τραπεζικές κάρτες. Πβ. τραπεζικό χρήμα. Βλ. ηλεκτρονικό χρήμα., λογιστική πράξη βλ. πράξη, υπολογιστικό/λογιστικό φύλλο βλ. φύλλο [< αρχ. λογιστικός, γαλλ. comptable]

μάνατζερ

μάνατζερμά-να-τζερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} 1. ανώτατο στέλεχος επιχείρησης που οργανώνει, διευθύνει και ελέγχει τις δραστηριότητές της κατά τομέα ή στο σύνολό τους: επιτυχημένος/ικανός/μάρκετινγκ ~. ~ εστιατορίου. Πβ. διευθυντής. 2. πρόσωπο υπεύθυνο για τις επαγγελματικές και οικονομικές υποθέσεις καλλιτέχνη ή αθλητή: ~ του συγκροτήματος/τραγουδιστή.|| (ειδικότ.) Τεχνικός/τιμ ~. Βλ. κυνηγός ταλέντων. ΣΥΝ. ατζέντης, ιμπρεσάριος [< αγγλ. manager, γαλλ. manage(u)r]

-νομία

-νομίαεπίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρονται 1. σε υπηρεσία αρμόδια για την εφαρμογή κανονισμών ή την τήρηση των νόμων: αγορα~/αγρο~/δασο~.|| Aστυ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Αερο~/ναυτο~/στρατο~. 2. στο νομικό δίκαιο, στην ύπαρξη κανόνων: ευ~/ισο~/κακο~/πολυ~. 3. σε επιστήμη: αρχειο~/αστρο~/μετρο~ (πβ. -λογία).|| (ειδικότ. με αντικείμενο τη διαχείριση) Oικο~.

νομισματική

νομισματικήνο-μι-σμα-τι-κή ουσ. (θηλ.) & νομισματολογία: η επιστημονική μελέτη των νομισμάτων και των μεταλλίων, κυρ. από αρχαιολογική, ιστορική σκοπιά: αρχαία/βυζαντινή/μεσαιωνική ~. Βλ. σιγιλλογραφία. [< γαλλ. numismatique, αγγλ. numismatics, numismatology]

οίκος

οίκος[οἶκος] οί-κος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. οικία, σπίτι. ΣΥΝ. εστία (5), κατοικία (1) 2. επιχείρηση, κατάστημα· ίδρυμα, άσυλο: εισαγωγικός/εμπορικός/επενδυτικός/μουσικός/οπτικός/χρηματιστηριακός/χρηματοοικονομικός ~. ~ δημοπρασιών/επίπλων/καλλυντικών/κατασκευής/κοσμημάτων/νυφικών/τελετών/υψηλής ραπτικής. Αντιπροσωπευόμενοι/συνεργαζόμενοι ~οι. Διάσημος ~ μόδας. Βελτιωτικοί ~οι/~οι βελτιώσεων αυτοκινήτων. Προϊόντα επώνυμων ~ων εξωτερικού/εσωτερικού. Βλ. οργανισμός.|| ~ φροντίδας ηλικιωμένων/υπερηλίκων. ~ Τυφλών. ~οι ενδιαίτησης και περίθαλψης. 3. γένος, δυναστεία: (ΙΣΤ.) Βασιλικός ~. Αυτοκρατορικοί ~οι του Βυζαντίου. ΣΥΝ. οικογένεια (2) 4. ΕΚΚΛΗΣ. (στη βυζαντινή μουσική) στροφή κοντακίου: Ο "Ακάθιστος Ύμνος" αποτελείται από είκοσι τέσσερις ~ους. ● ΣΥΜΠΛ.: ο οίκος (του) Θεού & ο οίκος (του) Κυρίου: ΕΚΚΛΗΣ. χριστιανικός ναός. ΣΥΝ. εκκλησία (1), οίκος (πιστοληπτικής) αξιολόγησης: ΟΙΚΟΝ. εταιρεία που αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα επιχειρήσεων, οργανισμών, κρατών: διεθνής ~ ~. [< αγγλ. credit rating agency (CRA)] , εκδοτικός οίκος βλ. εκδοτικός, ευκτήριος οίκος βλ. ευκτήριος, ο Λευκός Οίκος βλ. λευκός, οίκος ανοχής βλ. ανοχή, οίκος ευγηρίας βλ. ευγηρία, Οίκος Ναύτου βλ. ναύτης ● ΦΡ.: κατ' οίκον: στο σπίτι: ~ ~ διδασκαλία (= οικοδιδασκαλία)/εργασία/κράτηση/μαθήματα (= ιδιαίτερα)/νοσηλεία/περιορισμός/φροντίδα. Παράδοση (εμπορευμάτων/προϊόντων) ~ ~. Διανομή (παραγγελιών έτοιμου φαγητού) ~ ~. Πβ. οίκοι., τα εν οίκω μη εν δήμω [τὰ ἐν οἴκῳ μὴ ἐν δήμῳ]: τα ενδοοικογενειακά θέματα δεν πρέπει να γίνονται ευρύτερα γνωστά· γενικότ. η εχεμύθεια είναι απαραίτητη σε εμπιστευτικές υποθέσεις., τα του οίκου: ιδιωτικές, προσωπικές υποθέσεις: (επιτατ.) Ας κοιτάξουν/λύσουν/τακτοποιήσουν πρώτα ~ ~ τους και μετά να μιλούν για τους άλλους., κατ' οίκον έρευνα βλ. έρευνα, σε κατ' οίκον περιορισμό βλ. περιορισμός [< 1,2,3: αρχ. οἶκος 4: μεσν. ~]

-ποιώ

-ποιώ(λόγ.) β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του 1. κάνω κάτι: αξιο~ (βλ. -λογώ)/γνωστο~/ενοχο~/εντατικο~/ποινικο~.|| (με πρόθ.) Εκ~. 2. δίνω συγκεκριμένη μορφή: ψηφιο~.

πολιτειολόγος

πολιτειολόγοςπο-λι-τει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & πολιτολόγος: ειδικός στην πολιτειολογία, πολιτικός επιστήμονας. Βλ. δημοσιολόγος. [< γαλλ. politologue, 1959, politiste, 1985]

εκ των πραγμάτων

εκ των πραγμάτων

[πρᾶγμα] πράγ-μα ουσ. (ουδ.) {πράγμ-ατος | -ατα, -άτων} & (λαϊκό) πράμα 1. οτιδήποτε άψυχο έχει αντικειμενική υπόσταση και γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις· γενικότ. οτιδήποτε υπάρχει (συγκεκριμένο ή αφηρημένο) και δεν θέλει ή δεν μπορεί κάποιος να το προσδιορίσει με ακρίβεια: Πρόσωπο, ζώο ή ~. Ελαττωματικό/καινούργιο/μεταχειρισμένο ~. (οικ.) Πρώτο/φρέσκο πράμα (= εμπόρευμα, προϊόν).|| (μειωτ.) Μην το πιείτε αυτό το ~.|| Ένα ~ δεν μπορώ να καταλάβω ... Δύσκολο ~ (το) να κρατάς τις ισορροπίες. Οι δύο έννοιες δεν σημαίνουν το ίδιο ~. Η υπεροψία είναι κακό ~. Το μόνο ~ που του ζήτησα είναι να ... Το πρώτο ~ που προσέχω σε έναν άνθρωπο είναι ... Τέτοιο ~ δεν έχω ξαναδεί. Δεν υπάρχει χειρότερο ~ από το ... Αγόρασα διάφορα ~ατα (βλ. ψώνια). Απλά/λιτά/ταπεινά ~ατα. Τα βασικά/στοιχειώδη ~ατα της ζωής (= αγαθά). Κάποια ~ατα δεν λέγονται. Δεν κατάλαβα/συγκράτησα και πολλά ~ατα απ' όσα είπε.|| (προφ.) Το πράμα της/του (= τα γεννητικά όργανα· πβ. απαυτά, τέτοιο). Έκρυψαν το ~ (= παράνομο εμπόρευμα, συνήθ. ναρκωτικά). Βλ. χαζόπραμα. 2. γεγονός, περιστατικό ή θέμα, ζήτημα που απασχολεί κάποιον: σημαντικό/σοβαρό ~. Η έκβαση των ~άτων. Για ποιο ~ μιλάμε; Το πρώτο/τελευταίο ~ που μου ήρθε στο μυαλό/σκέφτηκα ήταν ... Το ~ (πβ. υπόθεση) είναι πολύπλοκο/σύνθετο. Το ~ για το οποίο διαφωνούν περισσότερο είναι ... Όπως και να το πάρεις το ~, θα έπρεπε να ... Το ~ σήκωνε συζήτηση. Το ~ έχει ως εξής. Αν υπάρξει αμοιβαίο ενδιαφέρον, το ~ προχωράει κανονικά. Θα φανεί το ~. Το ~ θέλει προσοχή/σκέψη/υπομονή/ψάξιμο. Δεν βλέπεις την ουσία του ~ατος. Για την ιστορία του ~ατος, ας σημειωθεί ότι ... Μυστήρια/παράξενα/περίεργα/φοβερά ~ατα. Βλέπω/κρίνω τα ~ατα συνολικά. Είναι κρίμα, αλλά αυτά τα ~ατα συμβαίνουν. 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} δουλειά, ασχολία, ενέργεια: Το πρώτο ~ που κάνω είναι να ... Κάνει πολλά και ενδιαφέροντα ~ατα.|| (προφ.) Είναι σοβαρά ~ατα αυτά; (= πβ. φέρσιμο, συμπεριφορά). Δεν είναι για μεγάλα ~ατα (= για σπουδαίες πράξεις, κατορθώματα). Έχει χίλια ~ατα στο μυαλό του (= πολλές έγνοιες). 4. ΝΟΜ. καθετί που έχει ο άνθρωπος στην κατοχή του· περιουσιακό στοιχείο, κτήμα: ακίνητο/κινητό ~. Κατάσχεση/μίσθωση/νομέας/χρήση του ~ατος. Φυσική εξουσία του προσώπου επί του ~ατος.πράγματα & πράματα (τα) 1. η πραγματική (πολιτική, κοινωνική ή ατομική) κατάσταση, τα δεδομένα, οι συνθήκες: εκπαιδευτικά/καλλιτεχνικά/οικονομικά/πολιτιστικά ~. Δύσκολα τα ~. Όπως βλέπω/δείχνουν τα ~, δεν μας συμφέρει να ... Τα ~ πάνε από το κακό στο χειρότερο/άσχημα/καλά/στραβά. Αγρίεψαν/άλλαξαν/βελτιώθηκαν/σοβάρεψαν/χειροτέρευσαν τα ~. Για κοίτα κάτι ~. Είδε τα ~ με άλλο μάτι. Θα φτιάξουν τα ~. Τα ~ πήραν ενδιαφέρουσα τροπή. Τα ~ ήρθαν βολικά/καλύτερα απ' ό,τι φανταζόμουν. Αντιμετωπίζω/δέχομαι/παίρνω τα ~ όπως έρχονται. Κάντε τα ~ όσο πιο απλά γίνεται. Έχει θαρραλέα στάση απέναντι στα ~. Συμμετέχει ενεργά στα ~. Τόλμησε μια βαθιά τομή στα ~. Άσε τα ~ να εξελιχθούν/κυλήσουν από μόνα τους. Ο ανασχηματισμός έγινε υπό την πίεση των ~άτων. 2. (+ γεν. προσώπου) προσωπικά αντικείμενα (ρούχα, παπούτσια, βιβλία, αποσκευές): Μάζεψε/πήρε/τακτοποίησε τα ~ά της/του. Άφησαν/έχασαν/ξέχασαν τα ~ά τους στο αεροδρόμιο. Βλ. μικρο~, ψιλο~. ● Υποκ.: πραγματάκι & πραματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια πράγματα: οι υποθέσεις, τα ζητήματα που αφορούν όλους τους πολίτες: Ασχολούμαι με τα ~ ~. Συμμετοχή των νέων στα ~ ~. Πβ. κοινά. Βλ. πολιτικά. [< γαλλ. la chose publique] , πράγμα καθ' εαυτό: ΦΙΛΟΣ. (στην καντιανή φιλοσοφία) η πραγματικότητα που υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα. [< γερμ. das Ding an sich] , εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή βλ. επιτροπή, νέα τάξη (πραγμάτων) βλ. τάξη ● ΦΡ.: άλλο πρά(γ)μα! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι μοναδικό ή αξιοσημείωτο: Μια παράσταση ~ ~! ~ ~ ο καθαρός αέρας! Μου έφτιαξε ένα φαΐ, ~ ~!, άλλο πράγμα ... κι άλλο (πράγμα) (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι διαφορετικό από κάτι άλλο: ~ ο ενθουσιασμός ~ η αγάπη., ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: ας ακολουθήσουμε τη χρονική ή λογική αλληλουχία: ~ ~: πρώτο ..., δεύτερο ..., τρίτο ..., βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι: αντιμετωπίζω ρεαλιστικά την πραγματικότητα., δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα & λίγο/μικρό πράγμα το έχεις & λίγο/μικρό πράγμα είναι να ... (εμφατ.): για να τονιστεί η σημασία ορισμένης κατάστασης: Τουλάχιστον είναι υγιής, δεν είναι και λίγο ~. Έχει δική του δουλειά, λίγο (πράγμα) το έχεις αυτό; Δεν είναι (και) λίγο/μικρό πράγμα (= είναι σημαντικό, σπουδαίο) να είσαι πρωταθλητής. Λίγο/μικρό πράγμα είναι να έχεις φίλους στις δύσκολες στιγμές;, δεν λέει/λένε (και) πολλά πράγματα (προφ.) 1. δεν είναι σημαντικός, δεν αξίζει: Το έργο του δεν λέει ~. 2. (+ για) δεν παρέχει ασφαλή, πλήρη στοιχεία: Οι επιμέρους δείκτες δεν λένε ~ για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης., είμαι/έρχομαι στα πράγματα: ανεβαίνω στην εξουσία, έχω ηγετική θέση: Ποιο κόμμα είναι στα ~; Όταν ήρθε στα ~, αντιμετώπισε πολλά προβλήματα., (ως) εκ των πραγμάτων (λόγ.): (όπως προκύπτει) από τα γεγονότα, από την πραγματικότητα: Ο υπουργός υποχρεώθηκε ~ ~ να προχωρήσει σε δηλώσεις. Τίθεται ~ ~ ζήτημα αναδιάταξης της οικονομίας., εν τοις πράγμασι (αρχαιοπρ.): στην πράξη., έξω από τα πράγματα: χωρίς ενημέρωση και εκτός δράσης: Βρίσκομαι/είμαι/μένω ~ ~., έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του: τον απασχολούν άλλες σκέψεις, έγνοιες: Πήγα να του μιλήσω, αλλά ~ ~., κορίτσι/παιδί πράμα (προφ.-εμφατ.): για να τονιστεί η παιδική ηλικία ή αθωότητα, που δεν συνάδει με ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά: Ξημεροβραδιάζεται ~ ~ σε ύποπτα μαγαζιά., μέσα στα πράγματα & στα πράγματα 1. για πρόσωπο ενεργό σε έναν τομέα, ενημερωμένο ή/και σε θέση-κλειδί: Βρίσκεται/είναι ~ ~ (: στην πρώτη γραμμή). 2. για κάποιον που είναι στη μόδα. Πβ. ιν, τρέντι., πολύ πρά(γ)μα (προφ.): για να δηλωθεί πληθώρα, αφθονία: Αν ψάξεις, θα βρεις ~ ~., πού τέτοιο πρά(γ)μα! (προφ.): για κάτι που δεν έχει συμβεί ή δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, παρόλο που θα ήταν επιθυμητό: Θα πας διακοπές; Μπα, ~ ~. Πβ. πού τέτοια τύχη!, πρά(γ)μα που σαλεύει (μτφ.-προφ.): λέγεται για φρέσκο ψάρι και καταχρ. για πολύ όμορφη νεαρή γυναίκα., πράγμα που/το οποίο ... (εισάγει αναφορική πρόταση): γεγονός, ζήτημα που: Η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί, ~ ~ σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει καμία αλλαγή., πώς είναι/πάνε τα πράγματα; (προφ.): ποια είναι η κατάσταση, η εξέλιξη των πραγμάτων;: -~ ~ στη δουλειά/στο εξωτερικό/στο σπίτι; -Καλά/μια χαρά/όπως τα ξέρεις., σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! (προφ.-συνήθ. ειρων.): για κάτι που δεν είναι τόσο σημαντικό ή δύσκολο όσο το παρουσιάζουν: Σε χαιρέτησε ο πρόεδρος; ~ ~! ~ ~, και τι έγινε; ΣΥΝ. σιγά/σπουδαία τα λάχανα!, τι πρά(γ)μα (εμφατ., σε ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις): τι: ~ ~ είναι αυτό; Για ~ ~ πρόκειται ακριβώς; Δεν καταλαβαίνω για ~ ~ μιλάς. Σε ~ ~ αναφέρεσαι; Τι πράμα είσαι συ (= τι είδους άνθρωπος);|| (ως έκφρ. έκπληξης) -Θα μετακομίσω στο εξωτερικό. -~ ~ (: τι έκανε λέει);, τι πρά(γ)μα είναι αυτό & τι πρά(γ)μα κι αυτό (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη, απορία ή αγανάκτηση: ~ ~ με τον καιρό! Όλο βρέχει! Μα ~ ~ να μην μπορεί να συγκρατηθεί!, τι πρά(γ)ματα είναι αυτά (προφ.): ως έκφραση έντονης αποδοκιμασίας για συγκεκριμένη ενέργεια ή συμπεριφορά: ~ ~; Ντροπή! Μα είσαι σοβαρός; ~ ~ που λες;, (πράγματα) εκτός συναλλαγής βλ. συναλλαγή, άκου πράγματα! βλ. ακούω, βάζω τα πράγματα στη θέση τους βλ. θέση, ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα βλ. ζορίζω, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) βλ. καιρός, κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του βλ. ώρα, καιρός παντί πράγματι βλ. καιρός, καλώς εχόντων των πραγμάτων βλ. καλώς, κάπως έτσι είναι/έχουν τα πράγματα βλ. κάπως, λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους βλ. όνομα, νοικοκυρεμένα πρά(γ)ματα βλ. νοικοκυρεύω, ντροπής πρά(γ)ματα! βλ. ντροπή, ξηγημένα πρά(γ)ματα βλ. ξηγημένος, όνομα και πρά(γ)μα βλ. όνομα, όπως και/κι αν έχει το πράγμα ... βλ. αν, ούτως εχόντων των πραγμάτων βλ. ούτω(ς), πάω τα πράγματα βλ. πηγαίνω & πάω, πράματα και θάματα/θαύματα βλ. θάμα, πρόσωπα και πράγματα βλ. πρόσωπο, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); βλ. βλέπω, σκούρα/ζόρικα τα πράγματα βλ. σκούρος, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, τζάμπα πράμα βλ. τζάμπα, τίμια/δίκαια πράγματα! βλ. τίμιος, το ... της υπόθεσης/του πράγματος/της ιστορίας βλ. υπόθεση, το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος, το καλό πρά(γ)μα αργεί να γίνει βλ. αργώ, το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα βλ. αλλάζω, το πράγμα μιλάει (από) μόνο του βλ. μιλώ [< αρχ. πρᾶγμα, μεσν. πράμα, γαλλ. chose(s), γερμ. Ding]

πρόσωπο

πρόσωποπρό-σω-πο ουσ. (ουδ.) {προσώπ-ου} 1. το μπροστινό μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού με κύρια χαρακτηριστικά τα μάτια, τη μύτη και το στόμα· συνεκδ. το δέρμα και η έκφραση, το ύφος, τα συναισθήματα που αποτυπώνονται σε αυτό: λεπτό/μακρύ/οβάλ ή ωοειδές/στρογγυλό/τετράγωνο ~. ~ με γωνίες (= γωνιώδες). Αγγελικό/ανέκφραστο/άσχημο/αυστηρό/γλυκό/εκφραστικό/ήρεμο/κουρασμένο/λαμπερό/μελαγχολικό/νεανικό/ξεκούραστο/όμορφο/ρυτιδιασμένο/συμπαθητικό/υγιές/φωτεινό/χαρούμενο/χλομό/ωραίο/ωχρό ~ (πβ. μορφή). Αισθητική/ανανέωση/ανάπλαση (βλ. λίφτινγκ)/αντηλιακά/γραμμές/κρέμα/μακιγιάζ/μάσκα/μεταμόσχευση/περίγραμμα/περιποίηση/πλαστική χειρουργική/σχήμα/τριχοφυΐα/φροντίδα (του) ~ου. Ανάλυση των χαρακτηριστικών του ~ου (βλ. φυσιογνωμία, φυσιογνωμική). Γύρισε/έστρεψε το ~ό του από την άλλη/προς το μέρος μου. Με ακάλυπτο/καλυμμένο ~. Τον χτύπησε στο ~ (βλ. χαστουκίζω). Ένα πλατύ χαμόγελο έλαμπε/ζωγραφίστηκε στο ~ό της. Η θλίψη ήταν χαραγμένη στα ~ά τους. Το ~ό του έγινε κόκκινο από θυμό/ντροπή. Πβ. μούρη, μούτρο, φάτσα. 2. το άτομο, ο άνθρωπος ως ξεχωριστή προσωπικότητα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, η ταυτότητα και ο χαρακτήρας του· ειδικότ. η υπόληψη, το καλό όνομα: αγαπημένο/άγνωστο/αινιγματικό/αντιπαθητικό/αξιοσέβαστο/γνωστό/δημοφιλές (βλ. βεντέτα, διασημότητα)/ιερό/ιστορικό/κύριο/οικείο/συγγενικό/τραγικό/ύποπτο/φαιδρό ~. Αίτηση ενδιαφερομένου/δήλωση/στοιχεία ~ου. Διακεκριμένα/διάσημα/εξέχοντα/επίσημα/ισχυρά/πλούσια/πολιτικά/προσφιλή/σημαίνοντα/σημαντικά (βλ. βιπ) ~α. Θεωρείται σοβαρό ~. Αποκαλύφθηκε/έδειξε/φάνηκε το αληθινό/πραγματικό του ~. Βιαιοπραγία/επίθεση κατά του ~ου του ... Εξέφρασαν την εμπιστοσύνη/τον σεβασμό τους στο ~ό της. Άνθρωπος με δύο ~α (= δι-, διπλο-πρόσωπος). Υψηλά (ιστάμενα) ~α. Σχέσεις μεταξύ ~ων. ~ της εταιρείας καλλυντικών το γνωστό μοντέλο ...|| (ΘΕΟΛ.) Τα τρία ~α της Αγίας Τριάδος.|| (οικ.) Βγήκε με το ~ (= εραστής ή ερωμένη). Το τρίτο ~ σε μια σχέση (βλ. απιστία).|| (ειρων.-λαϊκό) Σπουδαία προσώπατα.|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~-κλειδί στην υπόθεση. 3. ήρωας λογοτεχνικού, θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου και ειδικότ. ο αντίστοιχος ρόλος: βασικό/βιβλικό ~. Αλληγορικά/αντρικά/γυναικεία/δευτερεύοντα/δραματικά/κεντρικά/κύρια (βλ. πρωταγωνιστής) ~α. Το ~ του αφηγητή. Τα ~α του δράματος/της ιστορίας/του μυθιστορήματος/της ταινίας. 4. (μτφ.) τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα θεσμού, φαινομένου, τόπου: το άγριο/σκληρό ~ της βίας/της ζωής/της κοινωνίας/του πολέμου. Μια πόλη με πολλά ~α. Αναδεικνύεται/προβάλλεται το σύγχρονο ~ της Ελλάδας. Ο ρατσισμός μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικά ~α. 5. ΓΡΑΜΜ. {χωρ. πληθ.} τύπος ρήματος ή αντωνυμίας που δηλώνει τον ομιλητή, τον συνομιλητή και αυτόν ή αυτό για το οποίο μιλά: πρώτο, δεύτερο, τρίτο ~ ενικού/πληθυντικού. Αφήγηση σε τρίτο ~ (βλ. τριτοπρόσωπος). Βιβλίο γραμμένο σε πρώτο ~ εν είδει ημερολογίου. 6. (προφ.) το μπροστινό, εξωτερικό τμήμα, η πρόσοψη έκτασης ή κτιρίου: Το ακίνητο/γήπεδο έχει ~ στην εθνική οδό. ● Υποκ.: προσωπάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιο πρόσωπο: που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη δημόσια ζωή., ανεπιθύμητο πρόσωπο βλ. ανεπιθύμητος, βουβό πρόσωπο βλ. βουβός, έλεγχος προσώπων βλ. έλεγχος, καθαρισμός προσώπου βλ. καθαρισμός, νομικό πρόσωπο βλ. νομικός, παρένθετο πρόσωπο βλ. παρένθετος, φυσικό πρόσωπο βλ. φυσικός ● ΦΡ.: (το) πρόσωπο της ημέρας/της χρονιάς: άνθρωπος που βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, της επικαιρότητας: Είναι ~ της ημέρας. Βραβεύτηκε/επιλέχθηκε/τιμήθηκε ως ~ της χρονιάς., από προσώπου γης/από το πρόσωπο της γης (ΠΔ): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι είναι άφαντο(ς), δεν υπάρχει πουθενά, δεν έχει αφήσει ίχνη: Έχουν εξαφανιστεί/χαθεί ~ ~., βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο (μτφ.): για να δηλωθεί βελτίωση των συνθηκών ζωής: Δεν έχει δει ~ ~ από τότε που απολύθηκε. Πότε, επιτέλους, θα δούμε κι εμείς ~ ~; Πβ. άσπρη μέρα, (βλέπω/κάνω) χαΐρι και προκοπή., κατά πρόσωπο: απευθείας, άμεσα, κατάμουτρα: Του τα είπα ~ ~. Αντιμετωπίζει ~ ~ την πραγματικότητα. Είχε το θάρρος να λέει την αλήθεια ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ συνάντηση. ΣΥΝ. καταπρόσωπο (2), με ανθρώπινο πρόσωπο: με δικαιοσύνη και ανθρωπιά, με σεβασμό στα δικαιώματα του ανθρώπου· ειδικότ. με ευγένεια και ευαισθησία: κοινωνία/κράτος/πολιτική ~ ~. Βλ. ανάλγητος. [< γαλλ. à visage humain] , με τι/ποιο πρόσωπο θα .../(δεν) έχω πρόσωπο να ...: για να δηλωθεί έντονη ντροπή ή ενοχή: ~ ~ θα βγω στον κόσμο; Δεν έχω ~ να αντικρίσω την κοινωνία. ΣΥΝ. με τι/ποια μούτρα/(δεν) έχω μούτρα ..., με τον ιδρώτα του προσώπου μου (ΠΔ): με κόπο και μόχθο: Δουλεύει σκληρά, ζώντας ~ ~ του., πρόσωπα και πράγματα: άνθρωποι και καταστάσεις, συνθήκες: ~ ~ της πολιτικής/τέχνης. Γνωρίζει/ξέρει ~ ~., πρόσωπο με πρόσωπο: αντικριστά, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο· κατ' επέκτ. για άμεση, προσωπική επικοινωνία ή αντιπαράθεση: Βρέθηκαν/κάθισαν ~ ~ (= βιζαβί, τετ α τετ. Πβ. μύτη με μύτη). Ήρθε ~ ~ με μια σοβαρή ασθένεια/με τους κακοποιούς (πβ. ενώπιος ενωπίω).|| Επαφές/συνάντηση/συνομιλίες ~ ~. ~ ~ διδασκαλία (πβ. διά ζώσης). Μάχη ~ ~ (βλ. στήθος με στήθος). ΣΥΝ. φάτσα με φάτσα, φέις του φέις, στο πρόσωπο κάποιου βλέπω/βρίσκω ...: αποδίδω σε κάποιον μια ιδιότητα ή αναγνωρίζω ότι τη διαθέτει: Η κοινή γνώμη βλέπει στο ~ό του έναν ταλαντούχο καλλιτέχνη. Στο ~ό του βρήκε αυτό που έψαχνε., το άλλο πρόσωπο του/της (μτφ.): η κρυφή, άγνωστη πλευρά, όψη ανθρώπου, τόπου, φαινομένου: ~ ~ της εξουσίας/ενός ηγέτη., αλλάζει πρόσωπο βλ. αλλάζω, παρουσίασε δύο πρόσωπα βλ. παρουσιάζω, τιμώμενο πρόσωπο βλ. τιμώμενος, το 'να χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο βλ. νίβω, χαστούκι στο πρόσωπο/στα μούτρα βλ. χαστούκι [< 1: αρχ. πρόσωπον 2,3,4,5,6: μτγν. ~, γαλλ. personne, personnage, face]

προϋπολογισμός

προϋπολογισμόςπρο-ϋ-πο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός των εκτιμώμενων εσόδων και εξόδων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: οικογενειακός ~. ~οί Δήμων/Πανεπιστημίων.|| ~ δράσης/λιτότητας. ~oί επενδύσεων. Η κατασκευαστική εταιρεία ανέλαβε έργα συνολικού ~ού ... ευρώ. Πβ. μπάτζετ. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικός/δημόσιος/κοινοτικός προϋπολογισμός: τα προβλεπόμενα έσοδα και έξοδα ενός κράτους ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίστοιχα, για κάθε οικονομικό έτος: ελλειμματικός/ετήσιος/ισοσκελισμένος/πλεονασματικός ~ ~. Καταρτίστηκε/κατατέθηκε ο ~ ~. Η εκτέλεση του ~ού ~ού. Έγκριση/ψήφιση του ~ού ~ού από τη Βουλή. Μαύρη τρύπα στον ~ό ~ό., έλλειμμα (του) προϋπολογισμού βλ. έλλειμμα, ισοσκελισμένος προϋπολογισμός βλ. ισοσκελίζω [< γαλλ. devis]

συμφέρον

συμφέρον

συμ-φέ-ρον ουσ. (ουδ.) {συμφέρ-οντος | -οντα, -όντων} & (σπάν.-λαϊκό) συφέρο: όφελος, κέρδος και ειδικότ. δικαίωμα: αμοιβαία/εμπορικά/επιχειρηματικά/ζωτικά/ιδιωτικά/κομματικά/οικονομικά/πολιτικά/υλικά/ωμά ~οντα. Ανάπτυξη με γνώμονα το (μακροπρόθεσμο) ~ του λαού/του τόπου/της χώρας. Τα κακώς/καλώς εννοούμενα ~οντα. Διεκδίκηση/προάσπιση/υπεράσπιση ~όντων. Η κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίζει/(εξ)υπηρετεί/προστατεύει τα εθνικά ~οντα. Το κόμμα εκπροσωπεί τα ~οντα των εργαζομένων/των πολιτών. Διακυβεύονται/παίζονται μεγάλα ~οντα. Αυτό είναι ενάντια στα ~οντά μου. Βάζουν το ατομικό/προσωπικό τους ~ πάνω από το γενικό/κοινό/κοινωνικό/συλλογικό ~. Η συγκεκριμένη λύση δεν είναι προς το ~ μας (: δεν μας συμφέρει). Τι ~ έχει να πει ψέματα; ΣΥΝ. ωφέλεια.|| (αρνητ. συνυποδ.) Άνθρωπος του ~οντος (= συμφεροντολόγος). Για λόγους ~οντος. Γάμος από ~ (: όχι από έρωτα). Κοιτάει (μόνο) το ~ του (= την πάρτη του). Βλ. μικρο~. ● Ουσ.: συμφέροντα (τα): (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπα ή φορείς που χρησιμοποιούν τη δύναμη και την επιρροή τους, συχνά παράνομα, για να πετύχουν τις οικονομικές, πολιτικές ή άλλες επιδιώξεις τους: ντόπια και ξένα ~. Κρύβονται μεγάλα ~ πίσω από τη συμφωνία. (προφ.) Τον έφαγαν τα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιο συμφέρον: το συμφέρον που σχετίζεται με την προάσπιση βασικών αγαθών (παιδεία, υγεία, ασφάλεια, εθνική άμυνα) και την ικανοποίηση των στόχων της κοινωνίας, σε αντιδιαστολή με το ιδιωτικό συμφέρον: Τα περιβαλλοντικά θέματα ανήκουν στη σφαίρα του ~ου ~οντος. Βλ. κοινωνική δικαιοσύνη. [< γαλλ. L' intérêt public] , έννομο συμφέρον: ΝΟΜ. που πηγάζει και προστατεύεται από τον νόμο: άμεσο/έμμεσο ~ ~. Η αιτούσα έχει ~ ~ συνέχισης της δίκης., σύγκρουση συμφερόντων/συγκρουόμενα συμφέροντα: συμφέροντα που βρίσκονται σε σχέση αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού: (Δεν) υπάρχουν συγκρουόμενα ~. Πολιτική σύγκρουσης ~. [< γαλλ. conflit d'intérêts] , διαπλεκόμενα (συμφέροντα) βλ. διαπλέκω, οργανωμένα συμφέροντα βλ. οργανωμένος ● ΦΡ.: ... συμφέροντος/συμφερόντων: ΟΙΚΟΝ. (κυρ. για επιχείρηση, οργανισμό) που εξυπηρετεί το συμφέρον κάποιου: εταιρεία ~όντων του ομίλου ...|| (όρ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης) Υπηρεσίες Γενικού Οικονομικού ~οντος (: που αφορούν οικονομικές κυρ. δραστηριότητες κοινής ωφέλειας, όπως μεταφορές, ταχυδρομεία, τηλεπικοινωνίες)., τα καλά και συμφέροντα (αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος παρουσιάζει το προσωπικό του συμφέρον ως σωστό, ωφέλιμο, δίκαιο: Δέχεται μόνο ό,τι τον βολεύει· ~ ~., ίδιον όφελος/συμφέρον βλ. ίδιος1 [< αρχ. συμφέρον]

σχέδιο

σχέδιοσχέ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {σχεδί-ου} 1. σκοπός, στόχος και ο τρόπος επίτευξής του: επενδυτικό/επιτελικό/επιχειρησιακό/ευφυές ~. ~ αναδιάρθρωσης/ανάκαμψης/διάσωσης/ιδιωτικοποίησης/κατάσβεσης (πυρκαγιάς)/προστασίας. Στρατηγικό ~ ανάπτυξης νομού. Εκτελώ/θέτω σε εφαρμογή/καταστρώνω/πραγματοποιώ ένα ~. Έχω το ~ό μου. Ανατρέπω/χαλάω τα ~α (κάποιου). Το ~ (α)πέτυχε/ευοδώθηκε.|| Ποια είναι τα ~ά σου για το μέλλον; Στα ~ά μου είναι να ... ΣΥΝ. επιδίωξη.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ επέμβασης/επίθεσης.|| (ΠΟΛΙΤ., για πρόγραμμα εξωτερικής πολιτικής:) ~ Tρούμαν/Mάρσαλ. ΣΥΝ. πλάνο (1), πρόγραμμα (1) || (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ εργασίας (= πρότζεκτ). 2. αναπαράσταση μορφής ή αντικειμένου, συνήθ. του περιγράμματός του, πάνω σε επιφάνεια· ειδικότ. λεπτομερής αποτύπωση αντικειμένου ή χώρου κυρ. προς κατασκευή: ~ ζωγραφικής/πορτρέτου/προσώπου/τοπίου. ~ με κάρβουνο/λαδομπογιά/μελάνι/πένα/τέμπερα/χρώμα. Παιδικό/τρισδιάστατο ~. ΣΥΝ. σκίτσο.|| ~ αυτοκινήτου/επίπλου/ιστοσελίδας/λογότυπου/μοντέλου/παπουτσιών/ρούχων/υφασμάτων. Αρχιτεκτονικό/βιομηχανικό (βλ. ντιζάιν)/διακοσμητικό/καλλιτεχνικό/κατασκευαστικό/μηχανικό/οικιστικό/τοπογραφικό ~. ~ γλύπτη/μόδιστρου/σκηνογράφου. Εκπονώ/κάνω τα ~α. Αγόρασα διαμέρισμα στα ~α (: προτού κατασκευαστεί).|| (η σχετική τεχνική:) Διδάσκω/εξετάζομαι στο/μελετώ ~.|| (σχηματική απεικόνιση χώρου:) ~ αίθουσας/τάξης. ΣΥΝ. σχεδιάγραμμα.|| Καναπές σε μοντέρνο ~. Πβ. στιλ, τεχνοτροπία. Βλ. προ~. ΣΥΝ. σχεδίαση (1), σχεδίασμα (1) 3. κάθε διακοσμητική και γενικότ. καλλιτεχνική σύνθεση πάνω σε οποιοδήποτε υλικό: γεωμετρικά ~α. Κέντημα/κουρτίνες/ποδιά/πόρτα/ταβάνι/ύφασμα με ~α. Προϊόντα σε ποικιλία ~ων. Βλ. διάνθισμα, ποίκιλμα. 4. γενική ή πρόχειρη μορφή παρουσίασης γραπτού συνήθ. κειμένου, που περιλαμβάνει τα κύρια σημεία του: ~ αίτησης/αναφοράς/βιβλίου/διάλεξης/μελέτης/ομιλίας/συμβολαίου/συμφωνίας/συνθήκης. ΣΥΝ. διάγραμμα (3) ● Υποκ.: σχεδιάκι (το): κυρ. στις σημ. 2,3. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο σχέδιο: που δημιουργείται με τη χρήση μολυβιού και βελόνας για τη μέτρηση των αναλογιών του αντικειμένου που θα σχεδιαστεί. Βλ. γραμμικό σχέδιο., σχέδιο Β’ & (σπανιότ.) πλάνο Β’: εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση αποτυχίας του πρώτου {< αγγλ. Plan B, 1977] , σχέδιο πόλεως/πολεοδομικό σχέδιο : σχέδιο για τη ρυμοτόμηση, τη δόμηση και την επέκταση μιας πόλης: (οικισμός, οικόπεδο, περιοχή, σπίτι) εντός/εκτός ~ου πόλεως. Ένταξη στο ~ ~., σχέδιο πτήσης: αναπαράσταση της πορείας αεροσκάφους πάνω σε χάρτη., γραμμικό σχέδιο βλ. γραμμικός, επιχειρηματικό σχέδιο βλ. επιχειρηματικός, κινούμενα σχέδια βλ. κινούμενος, λογιστικό σχέδιο βλ. λογιστικός, πρόγραμμα/σχέδιο δράσης βλ. δράση, ρυθμιστικό σχέδιο βλ. ρυθμιστικός, ρυμοτομικό σχέδιο βλ. ρυμοτομικός, σχέδιο "Καλλικράτης" βλ. Καλλικράτης, σχέδιο "Καποδίστριας" βλ. Καποδίστριας, σχέδιο νόμου βλ. νόμος ● ΦΡ.: βάσει σχεδίου: για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται ή κάποιος ενεργεί συνειδητά, ακολουθώντας συγκεκριμένη μέθοδο, ορισμένο πρόγραμμα: Περιοχή που αναπτύσσεται ~ ~.|| (μτφ.) Βαδίζει/κινείται/λειτουργεί ~ ~ για το μέλλον. Όλα πάνε/προχωρούν ~ ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Δρα ~ (οργανωμένου) ~, για να υπονομεύσει την ενότητα της ομάδας. Βλ. βλέποντας και κάνοντας. [< μτγν. σχέδιον ‘αυτοσχέδιος λόγος’, γαλλ. dessin, αγγλ. design]

σχέση

σχέσησχέ-ση ουσ. (θηλ.) 1. αμοιβαία επαφή, επικοινωνία, αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ή περισσότερων ανθρώπων, ομάδων: αδελφική/επαγγελματική/εταιρική/παιδαγωγική/προβληματική/σοβαρή/στενή/συγγενική/συμβατική ~.|| (ειδικότ., ερωτικός δεσμός:) Ανοιχτή/ελεύθερη/εξωσυζυγική/κρυφή/ολοκληρωμένη/παράλληλη/παράνομη/περιστασιακή/ρομαντική/συντροφική/υγιής ~. Γενετήσιες/σαρκικές/σεξουαλικές ~εις. Δεν ξεπέρασε την προηγούμενή του ~. ~ με/χωρίς μέλλον/προοπτικές. ~ εξ αποστάσεως. Κάνω/συνάπτω ~ με κάποιον. Έχουμε ~ εδώ και καιρό. Μια παλιά μου ~ (πβ. γνωριμία).|| Διακρατικές/διπλωματικές/εμπορικές/εξωτερικές/κοινωνικές/νομικές/οικογενειακές/πελατειακές/πολιτικές/πολιτιστικές/τεταμένες/τυπικές/φιλικές ~εις. ~ ανταγωνισμού/εμπιστοσύνης/πάθους/στοργής. ~ ζωής (: μακροχρόνια και ουσιαστική). ~ αγάπης και μίσους. Διαφωνίες/προβλήματα/σύννεφα στη ~. ~ (μεταξύ) γονέων και παιδιών/δασκάλου και μαθητή/Εκκλησίας και κράτους/σχολείου και κοινωνίας.|| Διατηρώ ~εις με κάποιον. Έχω καλές ~εις με τους συνεργάτες μου. Πβ. παρτίδες. 2. ύπαρξη κοινών σημείων ή ο τρόπος σύνδεσης εννοιών, καταστάσεων, αντικειμένων· γενικότ. η θεώρησή τους ως προς ορισμένο χαρακτηριστικό ή κριτήριο: διαλεκτική/έμμεση/λογική ~. ~ αιτίας και αποτελέσματος (= αιτιώδης ~)/αλληλεπίδρασης/αντίθεσης/εναντίωσης/εξουσίας/προσφοράς και ζήτησης/συνωνυμίας/υπαλληλίας/υποτέλειας. Πβ. συνάρτηση, συσχέτιση.|| (Κάτι) δεν έχει ~ με το θέμα (πβ. άσχετος). Δεν έχω καμία ~ (= ανάμειξη) με το γεγονός.|| (ΜΑΘ.) Διμελής ~ (: που συνδέει τα στοιχεία δύο συνόλων σε ζεύγη).|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Κιβώτιο πέντε ~εων/ταχυτήτων. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιες σχέσεις: σύνολο ενεργειών με στόχο τη δημιουργία θετικής εικόνας για πρόσωπο, προϊόν ή επιχείρηση: οι ~ ~ του δημάρχου/του δημοσιογράφου/του καλλιτέχνη/της κυβέρνησης/του ποδοσφαιριστή/του συλλόγου/του υπουργείου. Κάνει ~ ~. Εργάζεται στις ~ ~. Σπουδές στις ~ ~. Τομέας/υπεύθυνος ~ίων ~εων. [< αγγλ. public relations,γαλλ. public-relations, 1951, relations publiques, 1957] , ανθρώπινες σχέσεις βλ. ανθρώπινος, διαπροσωπικές σχέσεις βλ. διαπροσωπικός, διεθνείς σχέσεις βλ. διεθνής, εργασιακές σχέσεις βλ. εργασιακός, πελατειακές σχέσεις βλ. πελατειακός, προγαμιαίες σχέσεις βλ. προγαμιαίος, σχέση ισοδυναμίας βλ. ισοδυναμία ● ΦΡ.: καμία σχέση (προφ.): για να δηλωθεί ότι η υπόθεση ή η εκτίμηση που κάνει κάποιος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: -Πώς ήταν η ταινία; Καλή; -~ ~! -Συζητάτε το συγκεκριμένο θέμα; -~ ~!, σχέση ένα προς πολλά: ΠΛΗΡΟΦ. σχέση οντοτήτων σχεσιακής βάσης δεδομένων κατά την οποία μια εγγραφή ενός πίνακα συνδέεται βάσει κλειδιού με πολλές εγγραφές ενός άλλου. Βλ. (σχέση) ένα προς ένα. [< αγγλ. one-to-many relationship] , σχετικά με/σε σχέση με & (λόγ.) εν σχέσει με: συγκριτικά, αναλογικά, αναφορικά με: Η τελευταία εργασία σου υπερτερεί/υστερεί ~ ~ τις προηγούμενες. ΣΥΝ. έναντι (1) [< 1: γαλλ. relation(s), αγγλ. relationship 2: αρχ. σχέσις]

υποδομή

υποδομή[ὑποδομή] υ-πο-δο-μή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί τη βάση, το θεμέλιο ή την προϋπόθεση για να δημιουργηθεί, να λειτουργήσει κάτι ή να αναπτυχθεί κάποιος: δικτυακή/θεσμική/ξενοδοχειακή/οικονομική/τεχνική/τεχνολογική/τουριστική/υλική ~. Κτιριακή/υλικοτεχνική ~ του εργαστηρίου/του σχολείου. Αθλητικές/ερευνητικές/κοινωνικές/νοσοκομειακές/οδικές/πράσινες (= οικολογικές) ~ές. Η επιχείρηση διαθέτει την αναγκαία/απαραίτητη/κατάλληλη ~. Ελλείψεις/προβλήματα ~ής. Έργα (συγκοινωνιακής) ~ής (π.χ. δρόμοι, λιμάνια, γέφυρες). Βλ. εξοπλισμός.|| Εκπαιδευτική/θεωρητική/πνευματική/πολιτιστική ~. Η επιστημονική ~ του ανθρώπινου δυναμικού. Πβ. υπόβαθρο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ πλέγματος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. δομική κατασκευή ή τμήμα της που βρίσκεται κάτω από το έδαφος ή αποτελεί τη βάση μεγαλύτερης κατασκευής: κτιριολογική ~. Υλικά ~ής. Βλ. επιδομή. ΑΝΤ. ανωδομή 3. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. (στον μαρξισμό) βάση. Βλ. υπερδομή. ● ΣΥΜΠΛ.: υποδομή δημόσιου κλειδιού: ΠΛΗΡΟΦ. συνδυασμός λογισμικού, τεχνολογιών κρυπτογραφίας και υπηρεσιών, ο οποίος πιστοποιεί την ταυτότητα των φυσικών προσώπων που εμπλέκονται σε μια συναλλαγή στο διαδίκτυο και προστατεύει την ασφάλειά της. [< αγγλ. Public Key Infrastructure (PKI)] [< πβ. αρχ. ὑποδομή ' τοίχος στήριξης', γαλλ. substructure, infrastructure]

χρέος

χρέοςχρέ-ος ουσ. (ουδ.) {χρέ-ους | -η, -ών} 1. ΟΙΚΟΝ. υποχρέωση καταβολής ή επιστροφής χρηματικού ποσού που έχει δοθεί συνήθ. ως πίστωση· οφειλή: δυσβάσταχτο/υπέρογκο/υψηλό ~. Ασφαλιστικό/δημοσιονομικό/ενυπόθηκο/ιδιωτικό/καθαρό ~. Αστικά/εμπορικά/εταιρικά/συσσωρευμένα/φορολογικά ~η. ~ της τάξης των/ύψους ... ευρώ. Αναδοχή/απαλοιφή/(άμεση) απόδοση/απομείωση/απόσβεση/διαγραφή/μηδενισμός/παραγραφή/σβήσιμο/τακτοποίηση του ~ους. Τα ~η της επιχείρησης (βλ. παθητικό). ~η από τζόγο. Είσπραξη/κεφαλαιοποίηση/τόκοι ~ών. Έχει ~η (= είναι χρεωμένος). Άφησε ~η (πβ. φέσι). Δεν μπορεί να (απο)πληρώσει/εξοφλήσει τα ~η του (βλ. αναξιόχρεος, φερέγγυος). Διώκεται για ~η προς το Δημόσιο. (μτφ.) Έχει γονατίσει απ' τα ~η. Βλ. πιστοληπτική ικανότητα, υποθήκη. 2. (μτφ.) ευθύνη, ηθική υποχρέωση, καθήκον: ιερό/ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό ~. Συναίσθηση του ~ους. Είναι ~ όλων μας να ... Έχω ~ να ... Θεωρώ ~ μου να ... Επιτελεί το ~ του. Έκανε το ~ του προς την πατρίδα (: υπηρέτησε στον στρατό). Εκπλήρωσε το ~ του απέναντι ... Πβ. αποστολή. ● ΣΥΜΠΛ.: απεχθές χρέος & επαχθές χρέος: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. μη νομιμοποιημένη οφειλή, σε περιπτώσεις όπου η δανειακή σύμβαση έχει συναφθεί με τη σύμφωνη γνώμη του πιστωτή, χωρίς τη συγκατάθεση του έθνους και το χρηματικό ποσό του δανείου έχει σπαταληθεί με τρόπο που αντιβαίνει στα λαϊκά συμφέροντα. [< αγγλ. odious debt, 1927] , δημόσιο/εθνικό χρέος & (σπάν.) κυβερνητικό χρέος & (προφ.) χρέος: ΟΙΚΟΝ. οφειλές του Δημοσίου που προέρχονται από τη σύναψη δανείων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα του εσωτερικού ή του εξωτερικού για την κάλυψη κρατικών αναγκών: ακαθάριστο/συνολικό ~ ~. Αύξηση/διόγκωση του δημόσιου ~ους. Αναδιαπραγμάτευση/αναδιάρθρωση/αναδιάταξη/διακανονισμός/διαχείριση/διευθέτηση του εθνικού ~ους. Το χρέος της χώρας έφτασε/υπερβαίνει τα ... ευρώ. Το ~ ~ ανέρχεται/εκτινάχθηκε στο ... % του ΑΕΠ. Βλ. δημοσιονομικό έλλειμμα, πληθωρισμός. , άφεση χρέους βλ. άφεση, κούρεμα (χρέους) βλ. κούρεμα, χρέος τιμής βλ. τιμή ● ΦΡ.: αναλαμβάνω/ασκώ/(εκ)τελώ χρέη/καθήκοντα (λόγ.): έχω αναλάβει συγκεκριμένη αρμοδιότητα: ~ει/~εί ~ γραμματέα/διερμηνέα. Ο ασκών/εκτελών ~ Προέδρου. Πβ. χρηματίζω., βάζω χρέος (προφ.): χρεώνομαι. Έβαλε ~ ... ευρώ, για ν' αγοράσει ..., πνίγεται/είναι βουτηγμένος/έχει βουλιάξει στα χρέη & τον πνίγουν τα χρέη (μτφ.-προφ.): χρωστά πολλά λεφτά, είναι καταχρεωμένος. [< αρχ. χρέος]

χρήμα

χρήμα[χρῆμα] χρή-μα ουσ. (ουδ.) {χρήμ-ατος | -ατα, -άτων} ΣΥΝ. λεφτά 1. ΟΙΚΟΝ. επίσημο μέσο πληρωμής με τη μορφή κερμάτων και χαρτονομισμάτων: ελεγχόμενο (: που η κυκλοφορία του ελέγχεται από τις νομισματικές Αρχές)/μεταλλικό/νόμιμο/παράνομο ~. Κοινοτικό ~ (: οι οικονομικοί πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ζήτηση/προσφορά ~ατος (: συνολική ποσότητα ~ατος σε κυκλοφορία). Διακίνηση/εισροή/έκδοση ~ατος. Η (ανταλλακτική) αξία/τα είδη/το κόστος/ο ρόλος/η τιμή του ~ατος. Βλ. χρηματαγορά. 2. (ειδικότ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μεγάλο) χρηματικό ποσό, συνήθ. σε μετρητά: αφθονία/παραχάραξη/συσσώρευση ~ατος. Βοήθεια/εισφορές σε ~. Πεταμένα/χαμένα ~ατα. Τα ~ατα της αποζημίωσης. Δανεισμός/δαπάνη/εκταμίευση/έλλειμμα/κατάθεση/μεταβίβαση/υπεξαίρεση ~άτων. Καταμετρητής/κάτοχος ~άτων. Παιχνίδια με αληθινά/εικονικά ~ατα. Εξοικονομώ χρόνο και ~. Επενδύω τα ~ατά μου (πβ. κεφάλαιο). Επιστράφηκαν/παρακρατήθηκαν ~ατα. Διαθέτω/διαχειρίζομαι/καταβάλλω/κλέβω/μαζεύω/ξοδεύω/προσφέρω/χρειάζομαι ~ατα. Μεταφέρω/τοποθετώ ~ατα σε λογαριασμό. Δεν έχω καθόλου ~ατα μαζί/πάνω/στο πορτοφόλι μου. Δεν λογαριάζω/τσιγκουνεύομαι τα ~ατα. Μου κόστισε/στοίχισε πολλά ~ατα. Δεν θα πάμε διακοπές ελλείψει ~άτων. Πβ. ρευστό. 3. (ειδικότ.) (μεγάλες) απολαβές ή χρηματική περιουσία, πλούτος· συνεκδ. οι οικονομικά εύρωστοι: ~ατα και ακίνητα. Πακτωλός ~άτων. Το ~ ρέει άφθονο. Δουλειές που αφήνουν ~ (: κέρδος). Βγάζει αρκετά ~ατα από τη δουλειά του. Έχει πολλά ~ατα. Πόσα ~ατα παίρνεις τον μήνα (: ποιος/πόσος είναι ο μισθός σου); Έπαιξε όλα του τα ~ατα στα χαρτιά.|| Η δύναμη/το κυνήγι του ~ατος. Επίδειξη ~ατος. Αγαπάει/κυνηγάει το ~ (= τους παράδες, τα φράγκα). Πβ. μαμωνάς.|| Το ~ (= οι πλούσιοι) εξουσιάζει τον κόσμο. ● ΣΥΜΠΛ.: ακριβό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. δανεισμός με υψηλό επιτόκιο, επειδή η ζήτηση χρήματος υπερβαίνει την προσφορά., βρόμικο/μαύρο χρήμα: χρηματικά ποσά που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες και δεν έχουν φορολογηθεί: διακίνηση/εισαγωγή ~ου ~ατος. Χώρα που λειτουργεί ως παράδεισος/πλυντήριο (: για ξέπλυμα) ~ου ~ατος. [< αγγλ. dirty/black money] , γκρίζο χρήμα (προφ.): μίζα., δημόσιο/κρατικό χρήμα: οι οικονομικοί πόροι του κράτους: διαχείριση/κατάχρηση του δημόσιου ~ατος., εύκολο χρήμα (προφ.): χρηματικά ποσά που αποκτώνται με εύκολο και συνήθ. μη νόμιμο τρόπο: γρήγορο και ~ ~ (στα χαρτιά/στο καζίνο). [< αγγλ. easy money] , ζεστό χρήμα & (σπάν.) θερμό/καυτό χρήμα 1. (προφ.) ρευστό: Η συμφωνία έκλεισε με ~ ~ (= μετρητά). Η αγορά έχει ανάγκη από ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. επενδυτικό κεφάλαιο που επιδιώκει βραχυπρόθεσμα την υψηλότερη δυνατή απόδοση. [< αγγλ. hot money, 1936] , ηλεκτρονικό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που έχει αποθηκευτεί με ηλεκτρονικό τρόπο, κυρ. για πραγματοποίηση συναλλαγών μέσω διαδικτύου. Πβ. ηλεκτρονικό πορτοφόλι. [< αγγλ. electronic/e-money, 1966] , πολιτικό χρήμα (κυρ. στη ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.): η χρηματοδότηση, τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων., τραπεζικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. τραπεζικές επιταγές., φτηνό χρήμα (προφ.): δανεισμός χρημάτων με χαμηλό επιτόκιο και ευνοϊκούς όρους., ψηφιακό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που διακινείται ηλεκτρονικά. [< αγγλ. digital cash, 1991] , άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, λογιστικό χρήμα βλ. λογιστικός, ξέπλυμα χρήματος βλ. ξέπλυμα, πιστωτικό χρήμα βλ. πιστωτικός, πλαστικό χρήμα βλ. πλαστικός, ρευστό χρήμα βλ. ρευστός, το κόστος του χρήματος βλ. κόστος ● ΦΡ.: βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα (προφ.): επενδύω μεγάλο χρηματικό ποσό σε κάτι που πιστεύω ότι θα μου αποφέρει κέρδος: Έβαλε/έριξε πολλά λεφτά στην επιχείρηση., είναι υπεράνω χρημάτων (λόγ.): δεν τον ενδιαφέρουν τα λεφτά., επί χρήμασι (αρχαιοπρ.): έναντι χρημάτων, με οικονομικό αντάλλαγμα: πληροφορίες ~ ~.|| ~ ~ εκδιδόμενη γυναίκα. Πβ. επί πληρωμή. ΑΝΤ. δωρεάν, ο χρόνος είναι χρήμα (γνωμ.): είναι σημαντική η σωστή διαχείριση του χρόνου., παίρνω χρήματα (προφ.): χρηματίζομαι, δωροδοκούμαι. Πβ. τα παίρνει χοντρά, τα πιάνει., τα χρήματα δεν πέφτουν από τον ουρανό: τα λεφτά δεν αποκτώνται εύκολα, πρέπει να δουλέψει σκληρά κάποιος, για να τα αποκτήσει., το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν: για να δηλωθεί ότι η προέλευση των χρημάτων δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. [< γαλλ. l 'argent n'a pas d'odeur] , τραβάω χρήματα (προφ.): κάνω ανάληψη: ~ηξε ~ απ' την κάρτα/τον λογαριασμό/την τράπεζα., χρήμα/παράς/φράγκα με ουρά (προφ.): μεγάλα χρηματικά ποσά: Βγάζει ~ ~. ΣΥΝ. λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά, δει δη χρημάτων βλ. δει, έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου βλ. στάση, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, ο έρωτας κι ο βήχας δεν κρύβονται βλ. κρύβω, πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος βλ. μέτρο [< αρχ. χρῆμα]

χώρος

χώρος[χῶρος] χώ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. υπαίθρια έκταση που προορίζεται για συγκεκριμένο σκοπό· κατ' επέκτ. κάθε τρισδιάστατη έκταση στην οποία εντοπίζονται οντότητες και εκδηλώνεται ακολουθία γεγονότων: αύλειος ~. Ελεύθερος/κοινόχρηστος ~ πρασίνου. Ανοιχτοί/εξωτερικοί ~οι (ΑΝΤ. κλειστοί/εσωτερικοί). ~ αναψυχής/ελλιμενισμού (σκαφών)/υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (: ΧΥΤΑ). Ο γύρω ~. Ο ~ της ανασκαφής. ~ συνολικής επιφάνειας ... τ.μ. Ανάπλαση/απαλλοτρίωση/περίφραξη/φύλαξη/χαρτογράφηση ενός ~ου. Άποψη/διαμόρφωση του περιβάλλοντος ~ου. ~οι αθλοπαιδιών. Πβ. περιοχή.|| (ΦΥΣ.) Ο κοσμικός/συμπαντικός ~. Τετραδιάστατος ~ (: χωρόχρονος). ~ και χρόνος.|| Ηπειρωτικός/θαλάσσιος/νησιωτικός/ορεινός ~. Ο ελληνικός/ευρωπαϊκός ~. Παρεμβάσεις στον αστικό και αγροτικό ~ο. Ζώα που ζουν ελεύθερα στον φυσικό τους ~ο. Πβ. περιβάλλον, τόπος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ηλεκτρονικός ~. Εικονικός ~ επικοινωνίας/συζήτησης/συνάντησης (: φόρουμ). Ενιαίος ~ πληρωμών σε ευρώ. Βλ. κυβερνο~. 2. έκταση με εγκαταστάσεις· κτίριο, διαμέρισμα, αίθουσα, θάλαμος ή δωμάτιο, που έχει ορισμένη λειτουργία: εκθεσιακός/εργοστασιακός/θεατρικός/κατασκηνωτικός/πολιτιστικός/ σκηνικός/συναυλιακός ~. Αθλητικοί/βιομηχανικοί ~οι. Ο ~ του αεροδρομίου/λιμανιού/πανεπιστημίου/σχολείου. Κάμερα παρακολούθησης του ~ου.|| Αποθηκευτικός/γραφειακός/ιδιωτικός ~. Ανακαινισμένοι/εργαστηριακοί/κύριοι και βοηθητικοί/μαζικοί ~οι. ~ αποσκευών/διαμονής/(μη) καπνιστών/ξεκούρασης/υποδοχής. Ο ~ της εκδήλωσης/του πιλοτηρίου (= κόκπιτ)/του συνεδρίου. Κάτοψη του ~ου. ~οι διασκέδασης/διδασκαλίας/εστιάσεων/υγιεινής. Ο ωφέλιμος ~ του ισογείου/υπογείου. Ειδικά διαμορφωμένος ~ με υπολογιστές. Ειδικός ~ αναμονής. Ο ~ κλιματίζεται. Παρενόχληση στον ~ο εργασίας. ~οι σύγχρονων προδιαγραφών. Αναζητώ/ψάχνω τον ιδανικό/κατάλληλο ~ο κατοικίας. Επισκέπτομαι τον ~ο κάποιου. Μέσα σε περιορισμένο ~ο. Αγοράζω/εκμισθώνω επαγγελματικούς ~ους. Ξενάγηση/περιήγηση στους ~ους του μουσείου.|| Ο προσωπικός μου ~. Σπίτι με ανεξάρτητους/άνετους/ζεστούς/καθαρούς/καλαίσθητους/λειτουργικούς ~ους. Βλ. πολυ~. 3. κενό τμήμα τρισδιάστατου συνόλου: λόγω έλλειψης/(λόγ.) ελλείψει ~ου, ... Άνεση ~ου. Δεν έχει μείνει καθόλου ~ για ... Υπάρχει ~ για να αφήσετε τα πράγματά σας/παρκάρετε το αυτοκίνητο/για να γράψετε σχόλια. Δεν υπάρχει άλλος/αρκετός/πολύς ~ στην αποθήκη (: είναι γεμάτη). Εξοικονομώ ~ο. Πβ. θέση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Διαθέσιμος ~ στον σκληρό δίσκο (βλ. χωρητικότητα). 4. (μτφ.) γνωστικός ή επαγγελματικός τομέας· γενικότ. πεδίο δράσης: ακαδημαϊκός/ειδησεογραφικός/επιστημονικός/επιχειρηματικός/καλλιτεχνικός ~. Ειδήσεις από τον ~ο του αθλητισμού/των θετικών επιστημών. Εμβόλιο που έφερε επανάσταση στον ~ο της ιατρικής/υγείας. Δραστηριοποιείται στον ~ο του εμπορίου/των επενδύσεων. Πβ. κλάδος, περιοχή.|| Ανήκει στον αριστερό/δεξιό/κεντρώο ~ο. Εξελίξεις στον οικονομικό/πολιτικό ~ο. Ανακατατάξεις/μεταρρυθμίσεις στον ~ο της εκπαίδευσης. ~ ανταλλαγής απόψεων/έκφρασης. ~ για διάλογο. Ο ~ της οικογένειας (= περιβάλλον). 5. το εσωτερικό μέρος συσκευής, οχήματος, σκάφους· (στον πληθ.) τα μικρότερα τμήματα στα οποία αυτό χωρίζεται: ο ~ του ψυγείου. Οι ~οι του αυτοκινήτου/πλοίου. 6. ΜΑΘ. σύνολο σημείων με γεωμετρικές ιδιότητες: ορθογώνιος/τοπολογικός ~. Γεωμετρία/τοπολογία του ~ου. Οι διαστάσεις/συντεταγμένες του ~ου. Ορίζω ευθεία στον ~ο. 7. ΙΑΤΡ. μέρος του ανθρώπινου κυρ. οργανισμού: κοιλιακός ~. Ο ~ του εγκεφάλου. ● ΣΥΜΠΛ.: αγωνιστικός χώρος: η συγκεκριμένη έκταση εντός των ορίων της οποίας διεξάγεται αθλητικός αγώνας· ο ίδιος ο αγώνας: (στο ποδόσφαιρο) άσχημος/κακός/λασπωμένος/χωμάτινος ~ ~. Ο χλοοτάπητας του ~ού ~ου. Πβ. γήπεδο.|| Επιστροφή στους ~ούς ~ους. Ποινή αποκλεισμού από τους ~ούς ~ους., αίσθηση του χώρου: αντίληψη, συναίσθηση του χώρου, ως τρισδιάστατου διαστήματος: καλή ~ ~. Δεν έχει την ~ ~ (: δεν μπορεί να προσανατολιστεί). Βλ. αίσθηση του χρόνου., αρχαιολογικός χώρος: που έχει αρχαιολογικά μνημεία: ο ~ ~ της Ακρόπολης/της Βεργίνας/των Δελφών/της Κνωσού., δημόσιος χώρος 1. κοινόχρηστη υπαίθρια έκταση ή κτίριο υπηρεσίας: ο ~ ~ της (σύγχρονης) πόλης/της πλατείας. Απαγόρευση του καπνίσματος στους ~ους ~ους. 2. (μτφ.) πεδίο ανοιχτό σε όλα τα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου: ~ ~ επαφής/προβολής αιτημάτων., ιερός χώρος: μέρος, έκταση ή κτίσμα με θρησκευτική και γενικότ. ηθική σημασία: βεβήλωση/παραβίαση/προστασία ενός ~ού ~ου., όνομα χώρου/τομέα & δικτυακό όνομα χώρου: ΔΙΑΔΙΚΤ. μοναδικό όνομα κόμβου που αποτελείται από μια συμβολοσειρά δηλωτική του ονόματος του οργανισμού ή της επιχείρησης στην οποία ανήκει, μια τελεία και το όνομα του τομέα ανώτατου επιπέδου: εκχώρηση/κατοχύρωση ~ατος ~. [< αμερικ. domain name, 1982] , χώρος στάθμευσης: όπου σταθμεύουν οχήματα: επίγειος/κλειστός/υπαίθριος/υπόγειος ~ ~ αυτοκινήτων (πβ. γκαράζ, πάρκινγκ). ~ ~ αεροσκαφών/αναπηρικών οχημάτων/ποδηλάτων., (εθνικός) εναέριος χώρος βλ. εναέριος, ακάλυπτος (χώρος) βλ. ακάλυπτος, βάση διανυσματικού χώρου βλ. βάση, δειγματικός χώρος βλ. δειγματικός, διάσταση διανυσματικού χώρου βλ. διάσταση, δικτυακός τόπος/χώρος βλ. δικτυακός, έντυπος χώρος βλ. έντυπος, ζωτικός χώρος βλ. ζωτικός, ημιυπαίθριος (χώρος) βλ. ημιυπαίθριος, προαύλιος χώρος βλ. προαύλιος ● ΦΡ.: αφήνω χώρο 1. αφήνω ένα μέρος κενό, ελεύθερο, ώστε να μπορεί κάποιος να το αξιοποιήσει ή να το εκμεταλλευτεί: Άσε μου λίγο ~! Δεν μας έχουν αφήσει ~ για παρκάρισμα. 2. (μτφ.) επιτρέπω: Διδακτικές μέθοδοι που ~ουν ~ για διάλογο/συνεργασία., ο χώρος μου/ο δικός μου χώρος: το σπίτι, η κατοικία μου ή το ιδιόκτητο επαγγελματικό μου περιβάλλον: Υποδέχτηκε τους φίλους του στον ~ο του. Απέκτησε/ψάχνει τον δικό του ~ο., πιάνει χώρο: καταλαμβάνει μεγάλη επιφάνεια εξαιτίας των διαστάσεων, του μεγέθους του: Ρούχα που ~ουν ~ στη ντουλάπα. Αρχεία που διαγράφηκαν, γιατί έπιαναν ~ στον σκληρό δίσκο (του Η/Υ). Συσκευή που δεν ~ (πολύ) ~., κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο βλ. κάνω [< αρχ. χῶρος, γαλλ. espace, place, domaine, αγγλ. space, room, area, γερμ. Raum]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.