Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • δίκαιος , η, ο δί-και-ος επίθ. 1. που είναι σύμφωνος με το δίκαιο: ~ος: αγώνας/διακανονισμός/όρος. ~η: αμοιβή/απαίτηση/αποζημίωση/διανομή (κληρονομιάς)/διεκδίκηση/δίκη/επιλογή/κρίση/μεταχείριση/ποινή/πολιτική/ρύθμιση. ~ο: αίτημα. Είναι ~ο να/που ... (: ορθό, πρέπον, σωστό). Αν θέλουμε να είμαστε ~οι, … Η διεθνής κοινότητα αναζητά μια ~η και βιώσιμη λύση/διευθέτηση του ζητήματος.|| (για πρόσ.) ~ος: εξεταστής/κριτής (= ακριβο~, αμερόληπτος, αντικειμενικός, ΑΝΤ. μεροληπτικός). ΑΝΤ. άδικος (1) 2. δικαιολογημένος: ~ος: εκνευρισμός/χαρακτηρισμός. ~η: αγανάκτηση/αντίδραση/αντιμετώπιση/αυστηρότητα/δυσφορία/έκρηξη οργής/επιθυμία. ~ο: παράπονο. ΑΝΤ. αδικαιολόγητος (1) 3. επάξιος: ~ος: έπαινος. ~η: αναγνώριση/επιτυχία/νίκη. ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο βλ. εμπόριο ● ΦΡ.: (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους (ΚΔ, λόγ.) & (εσφαλμ.) επί δικαίων και αδίκων: (συνήθ. για κάτι δυσάρεστο) προς όλους ανεξαιρέτως: Η υποψία αιωρείται ~ ~., κοιμάται τον ύπνο του δικαίου βλ. ύπνος, τίμια/δίκαια πράγματα! βλ. τίμιος ● βλ. δίκαια [< αρχ. δίκαιος]
  • δικαιοστάσιο δι-και-ο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. προσωρινή αναστολή εκδίκασης υποθέσεων, παραγραφών, οφειλών, που θεσπίζεται με νόμο, λόγω έκτακτων συνθηκών. Βλ. χρεοστάσιο, -στάσιο. ΣΥΝ. μορατόριουμ (2) [< λατ. justitium]
  • δικαιοσύνη δι-και-ο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) ΝΟΜ. 1. ύπαρξη και εφαρμογή του δικαίου: αίσθημα/απόδοση/απονομή/αρχές/η έννοια (της) ~ης. Θεία ~ (πβ. Θεία Δίκη). Αγωνίζομαι/μάχομαι/πολεμώ για (τη) ~. Εν ονόματι/στο όνομα της ~ης. Αποκαταστάθηκε η ~. Ζει με ~ (= δίκαια). Πβ. νομιμότητα. Βλ. ευθυκρισία.|| (ειρων.) Η ~ των ισχυρών. Tι ~ είναι αυτή; (: δεν υπάρχει ~). ΑΝΤ. αδικία 2. (συχνά με κεφαλ. Δ) το νομικό δίκαιο, η δικαστική εξουσία και οι φορείς της: αθλητική/ανταποδοτική/διεθνής/διοικητική/εκκλησιαστική/ηλεκτρονική (: διακίνηση μέσω του διαδικτύου δικογραφιών και άλλων δικαστικών εγγράφων)/ποινική/στρατιωτική/τακτική/φορολογική ~.|| Οι λειτουργοί της ~ης. Το Υπουργείο/ο Υπουργός ~ης. Η αμεροληψία/ανεξαρτησία της ~ης. Παρακώλυση της ~ης. Έχω εμπιστοσύνη/καταφεύγω στη ~. Παραπομπή/προσφυγή στη ~. Έχει μπλεξίματα με τη ~. Καταδικάστηκε από τη ~/με απόφαση της ~ης (: του δικαστηρίου). Αντιμέτωπος με τη ~ θα βρεθεί ο ... Κλήθηκε να λογοδοτήσει ενώπιον της ~ης. Η ~ θα αποφανθεί για ... Οδηγήθηκε/παραδόθηκε/(λόγ.) προσήχθη στη ~. Πβ. Θέμιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο ναός της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος: το δικαστήριο., αποκαταστατική δικαιοσύνη βλ. αποκαταστατικός, διανεμητική δικαιοσύνη βλ. διανεμητικός, κοινωνική δικαιοσύνη βλ. κοινωνικός, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης βλ. ήλιος, πολιτική δικαιοσύνη βλ. πολιτικός ● ΦΡ.: ο πέλεκυς της δικαιοσύνης: δικαστική τιμωρία: Βαρύς θα πέσει ~ ~ (: για αυστηρή ποινή, παραδειγματική τιμωρία). Αντιμετωπίζει τον ~υ ~., η δικαιοσύνη είναι τυφλή βλ. τυφλός [< 1: αρχ. δικαιοσύνη 2: γαλλ. justice]

αποκαταστατικός

αποκαταστατικός, ή, ό [ἀποκαταστατικός] α-πο-κα-τα-στα-τι-κός επίθ.: που έχει ως σκοπό την αποκατάσταση: (ΝΟΜ.) ~ή: νομοθεσία. Διατάξεις με αμιγώς ~ό χαρακτήρα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: θεραπεία. ~ά: μέσα. ● ΣΥΜΠΛ.: αποκαταστατική δικαιοσύνη & επανορθωτική δικαιοσύνη : ΝΟΜ. διαδικασία με την οποία τα εμπλεκόμενα σε μία υπόθεση μέρη αποφασίζουν από κοινού για τον τρόπο επίλυσης της διαφοράς, συνήθ. με κάποιας μορφής διαμεσολάβηση. [< μτγν. ἀποκαταστατικός, γαλλ. réparateur, αγγλ. restorative]

διανεμητικός

διανεμητικός, ή, ό δι-α-νε-μη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη διανομή: ~ή: εταιρεία/πολιτική. ~ό: εμπόριο/κέντρο/σύστημα (ασφάλισης). ~ές: δραστηριότητες/συναλλαγές. Ειδικός ~ λογαριασμός (οικογενειακών επιδομάτων). Χρηματοδότηση σε ~ή βάση. Βλ. ανα~. ● ΣΥΜΠΛ.: διανεμητική δικαιοσύνη: ΦΙΛΟΣ. σύμφωνα με την οποία ο καθένας λαμβάνει αυτό που του αναλογεί, του αξίζει ή δικαιούται: ~ ~ υπέρ των ασθενέστερων. [< γαλλ. justice distributive] [< αρχ. διανεμητικός ‘αυτός που μοιράζει’]

δίκαια

δίκαιαδί-και-α επίρρ. & (λόγ.) δικαίως ΑΝΤ. άδικα 1. δικαιολογημένα, εύλογα ή δικαιωματικά: ~ ανησυχούν οι κάτοικοι της περιοχής για τη μόλυνση του περιβάλλοντος. (εμφατ.) Οι δικαιούχοι διαμαρτύρονται και δικαίως.|| Νικήσαμε/προκριθήκαμε ~. 2. σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου: Πρέπει να δικαστεί ~. Μοίρασε ~ τα κέρδη/την περιουσία του. ● βλ. δίκαιος

εμπόριο

εμπόριο[ἐμπόριο] ε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΟΙΚΟΝ. αγοραπωλησία αγαθών, υπηρεσιών ή οικονομικών τίτλων, με σκοπό το κέρδος: γενικό/διεθνές/θαλάσσιο (βλ. ναυτιλία) ~. Εξωτερικό/εισαγωγικό (= εισαγωγές)/εξαγωγικό (= εξαγωγές) ~. Εσωτερικό/λιανικό (= λιαν~)/χονδρικό (= χονδρ~) ~. ~ αυτοκινήτων/ειδών υγιεινής/κρασιού/μετάλλων/τροφίμων (ΣΥΝ. εμπορία). ~ και επιχειρήσεις. Γενική Γραμματεία ~ίου (ακρ. ΓΓΕ). Ασχολείται με το/κάνει ~ ρούχων (= εμπορεύεται ρούχα). Βλ. ΠΟΕ, GATT.|| Παράνομο ~ (= λαθρ~, παρα~). ~ ανθρώπων (κυρ. βρεφών ή παιδιών). ~ ναρκωτικών/όπλων (πβ. διακίνηση). ~ αρχαιοτήτων (= αρχαιοκαπηλία). ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο εμπόριο: που διενεργείται ελεύθερα μεταξύ των κρατών, χωρίς την επιβολή μέτρων προστατευτισμού, κυρ. δασμών: ~ ~ και ελεύθερη διακίνηση. Ζώνη ~ου ~ίου (= ελεύθερων συναλλαγών). Βλ. παρεμβατ-, (νεο)φιλελευθερ-ισμός. [< αγγλ. free trade] , εμπόριο ελπίδας/ελπίδων (αρνητ. συνυποδ.): συναλλαγές ή συμφωνίες, οι οποίες στηρίζονται στην εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου μέσα από τη δημιουργία ή παροχή συνήθ. ψεύτικων ελπίδων ή υποσχέσεων σε άτομα που μειονεκτούν (π.χ. ασθενείς, ανέργους): ~ ~ σε βάρος των καρκινοπαθών., εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο & δίκαιο (και αλληλέγγυο) εμπόριο & εναλλακτικό εμπόριο: ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. νέα μορφή εμπορικής δραστηριότητας, οι φορείς της οποίας (συνεταιρισμοί και μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί) προμηθεύονται προϊόντα από μικρούς παραγωγούς των αναπτυσσόμενων χωρών, που σέβονται την ανθρώπινη εργασία και το περιβάλλον, και τα διαθέτουν στην αγορά σε συγκεκριμένα καταστήματα και σε δίκαιες τιμές· κατ΄επέκτ. το συγκεκριμένο κίνημα που αποσκοπεί στην καταπολέμηση της φτώχειας και τη βιώσιμη ανάπτυξη του αναπτυσσόμενου κόσμου. [< αγγλ. fair trade, 1947] , ηλεκτρονικό εμπόριο: που γίνεται μέσω κυρ. του διαδικτύου: ~ ~ μεταξύ επιχειρήσεων (και καταναλωτών). Πύλη ~ού ~ίου. Πβ. τηλεμπόριο. Βλ. ευρυζωνικότητα. [< αγγλ. electronic/e- commerce, 1993] , παράλληλο εμπόριο: που διεξάγεται με διαφορετικούς τρόπους και διαδικασίες σε σχέση με το συνηθισμένο εμπόριο, ταυτόχρονα όμως με αυτό., διαμετακομιστικό εμπόριο βλ. διαμετακομιστικός, εμπόριο/εμπορία οργάνων βλ. όργανο ● ΦΡ.: του εμπορίου: χαρακτηρισμός προϊόντων, συνήθ. τροφίμων και ποτών, που παρασκευάζονται σε βιομηχανικές μονάδες και προορίζονται για μαζική κατανάλωση: λάδι ~ ~ (= συσκευασμένο· ΑΝΤ. χύμα)., εκτός εμπορίου βλ. εκτός, έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου βλ. στάση, εμπόριο λευκής σαρκός βλ. σαρξ [< αρχ. ἐμπόριον, γαλλ. commerce, αγγλ. trade]

ευθυκρισία

ευθυκρισία[εὐθυκρισία] ευ-θυ-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σωστή και δίκαιη κρίση, αντίληψη, σκέψη: πολιτική ~ (: ορθοφροσύνη). Αντικειμενικότητα/διορατικότητα/οξυδέρκεια και ~. Η ~ των δικαστών. Πβ. δικαιοκρισία. Βλ. ακρισία.

ήλιος

ήλιος[ἥλιος] ή-λιος ουσ. (αρσ.) {-ιου (λόγ.) -ίου} 1. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Η) μέσος (νάνος) αστέρας, ο πλησιέστερος στη Γη και κέντρο του Ηλιακού Συστήματος, που είναι μια φωτεινή σφαίρα θερμού πλάσματος, αποτελούμενη από υδρογόνο, ήλιο και βαρέα στοιχεία, περίπου 70 συνολικά, στο κέντρο της οποίας γίνονται τεράστιες θερμοπυρηνικές αντιδράσεις, με αποτέλεσμα την παραγωγή μεγάλης ποσότητας ενέργειας, η οποία αποτελεί πηγή ζωής και φωτός για τον πλανήτη μας: ~ και Σελήνη. Οι διαβάσεις/η δομή (: πυρήνας, ζώνη ακτινοβολίας, ζώνη μεταφοράς, φωτό-, χρωμό-σφαιρα, στέμμα)/οι εκλάμψεις/η θερμοκρασία/η περιστροφή του ~ιου. Εκρήξεις/κηλίδες στην επιφάνεια του ~ιου. Βλ. ηλιακός. 2. (συνεκδ.) το συγκεκριμένο ουράνιο σώμα ως προς τη λάμψη, την ακτινοβολία ή/και τη θερμότητα που εκπέμπει: δυνατός/εκτυφλωτικός/καλοκαιρινός/καυτός/λαμπρός/μεσημεριανός ~. ~ και φεγγάρι. Ανατολή/δύση του ~ιου. Γυαλιά/ομπρέλα ~ίου. Ο ~ βγήκε (= ανέτειλε)/κρύφτηκε/μεσουρανεί. Καίει ο ~ (: κάνει πολλή ζέστη)!|| (το φως του ~ιου:) Τράβηξε τις κουρτίνες να μπει ο/λίγος ~. Με τυφλώνει ο ~.|| (οι ακτίνες του ~ιου:) Προστασία/προφύλαξη από τον ~ιο (= ηλιοπροστασία). Μην κάθεσαι πολλή ώρα στον/κάτω από τον ~ιο (βλ. ηλιοθεραπεία, λιάζομαι)! Κάηκε/μαύρισε από τον ~ιο (βλ. ηλιοκαμένος). Βλ. αντηλιά.|| (μτφ.-οικ., ως προσφών.) ~ιε μου! 3. (συνεκδ.) ηλιόλουστη μέρα, λιακάδα: Έχει ~ιο σήμερα (: καλοκαιρία, είναι χαρά θεού). 4. (συνεκδ.) σχέδιο ή απεικόνιση του άστρου αυτού: ο ~ της Βεργίνας. 5. ΑΣΤΡΟΝ. καθένα από τα αυτόφωτα αστέρια που συνιστά το κέντρο ηλιακών συστημάτων: οι αμέτρητοι ~ιοι του Σύμπαντος. 6. ΒΟΤ. ηλίανθος. ● ΣΥΜΠΛ.: η χώρα του ανατέλλοντος ηλίου: η Ιαπωνία., ο Ήλιος της Δικαιοσύνης (πρόφ. Ή-λι-ος) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ο Ιησούς Χριστός. 2. (λογοτ.) η Δικαιοσύνη., έκλειψη Ηλίου βλ. έκλειψη, ο ήλιος του μεσονυκτίου βλ. μεσονύκτιο ● ΦΡ.: δεν έχει στον ήλιο μοίρα & χωρίς στον ήλιο μοίρα (προφ.): βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση· είναι άπορος, άστεγος ή άνεργος, χωρίς κανένα στήριγμα ή περιουσιακό στοιχείο: ορφανά/φτωχοί χωρίς ~ ~. Πβ. δεν έχω πού την κεφαλήν κλίνη., ήλιος με δόντια (προφ.): ηλιόλουστη μέρα με παγωνιά., μια θέση στον ήλιο: μια δουλειά ή αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης: χιλιάδες υποψήφιοι για ~ ~. Νέοι που διεκδικούν/ζητούν ~ ~. Αγωνίζονται/μάχονται/παλεύουν για ~ ~., το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος: είναι εκτεθειμένο(ς) στον ήλιο ή την ακτινοβολία του: Δωμάτιο/σημείο που το ~ ~ (= ηλιόλουστο).|| (για πρόσ.) Βγες λίγο έξω να σε δει ο ~! (αρνητ. συνυποδ.) Βάλε καπέλο, θα σε χτυπήσει ~!, τον έπιασε ο ήλιος (προφ.): έχει μαυρίσει ή κοκκινίσει από τον ήλιο., είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, ηλίου φαεινότερον βλ. φαεινός, μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα βλ. κέρατο, ο ύπνος τρέφει τα παιδιά κι ο ήλιος τα μοσχάρια βλ. ύπνος, ουδέν καινόν υπό τον ήλιον βλ. καινός, ουδέν κρυπτόν (υπό τον ήλιον) βλ. κρυπτός, φρίξον ήλιε! βλ. φρίττω [< αρχ. ἥλιος, γαλλ. soleil, αγγλ. sun, γερμ. Sonne]

κοινωνικός

κοινωνικός, ή, ό κοι-νω-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κοινωνία και τα μέλη της: ~ός: θεσμός/πολιτισμός/ρατσισμός/τομέας/φορέας/χαρακτήρας. ~ή: αλλαγή/αλληλεπίδραση/ανάπτυξη/άνοδος/βελτίωση/διαστρωμάτωση/διαφοροποίηση/ειρήνη/ελίτ/ευημερία/ζωή/ιεραρχία/καταξίωση/κρίση/μειονότητα/οργάνωση/παθογένεια/πραγματικότητα/πρόοδος/προσαρμογή/συμπεριφορά. ~ό: αγαθό/ζήτημα/θέμα/σύνολο/σύστημα. ~οί: δεσμοί/παράγοντες. ~ές: αντιθέσεις/δεξιότητες/εντάσεις/εξελίξεις/συγκρούσεις/συμβάσεις/σχέσεις/υποθέσεις. ~ά: δεδομένα/στρώματα/φαινόμενα. Βλ. ατομικός, ψυχο~.|| Ο άνθρωπος αποτελεί ~ό όν (: έχει την τάση να δημιουργεί κοινωνίες και να ζει σε αυτές). ~ά: έντομα (π.χ. οι μέλισσες). 2. που αναφέρεται ή στοχεύει στη βελτίωση της ζωής σε μια κοινωνία: ~ός: εθελοντισμός/σχεδιασμός/φιλελευθερισμός/χάρτης (: που περιέχει τα θεμελιώδη ~ά δικαιώματα των εργαζομένων). ~ή: απασχόληση/ατζέντα/βοήθεια/δράση/έρευνα/ευαισθητοποίηση/μέριμνα/νομοθεσία/προσφορά/συνεισφορά/υγεία/φροντίδα. ~ό: έργο/ίδρυμα/κίνημα/πρόγραμμα. ~οί: αγώνες. ~ές: κατακτήσεις/παροχές/υπηρεσίες/υποδομές. ~ά: μέτρα. Δίκτυο ~ής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών. Ευρωπαϊκό ~ό Ταμείο (ακρ. ΕΚΤ). Τμήμα ~ής Διοίκησης/Εργασίας. Ο ~ ρόλος της επιστήμης και της Ανώτατης Εκπαίδευσης.|| (για τη στήριξη ευπαθών ομάδων) ~ό: ιατρείο/παντοπωλείο/φαρμακείο. 3. (για πρόσ.) που έχει πολλές (κοινωνικές) συναναστροφές ή που χαρακτηρίζεται από τάση και επιθυμία για γνωριμία με άλλους ανθρώπους: ~ός: τύπος/χαρακτήρας. Είναι πολύ ~, κάνει πολύ εύκολα φίλους. Πβ. κοσμικός. ΣΥΝ. εξωστρεφής ΑΝΤ. ακοινώνητος (1), αντικοινωνικός (2), απόμακρος (2), μονόχνοτος 4. που αναφέρεται σε κοινωνικά θέματα ή/και προβλήματα: ~ή: (τηλεοπτική) σειρά/ταινία. ~ό: μυθιστόρημα/σίριαλ. Μήνυμα ~ού περιεχομένου. ● Ουσ.: κοινωνικά (τα): (στον έντυπο ή ηλεκτρονικό Τύπο) στήλη με αγγελίες γεννήσεων, γάμων, θανάτων ή άλλων κοινωνικών γεγονότων. ● επίρρ.: κοινωνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αποδεκτός/αποκλεισμένος/απομονωμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικά δίκτυα/μέσα & μέσα κοινωνικής δικτύωσης & κοινωνική δικτύωση & σόσιαλ μίντια: ΔΙΑΔΙΚΤ. τρόπος διαδραστικότητας που επιτρέπει στους χρήστες να επικοινωνούν εικονικά, να δημιουργούν περιεχόμενο στο διαδίκτυο και να το μοιράζονται με άλλους χρήστες: ιστότοποι/κοινότητες/μέσα/πλατφόρμες/υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης. Προφίλ σε κοινωνικά δίκτυα/μέσα (βλ. ίνσταγκραμ, τουίτερ, φέισμπουκ). Βλ. ιμέιλ, τσατ. [< αγγλ. social networking, 1998, social media, 2004] κοινωνικές επιστήμες: που έχουν ως αντικείμενο τους θεσμούς, τη δομή και τη λειτουργία των (ανθρώπινων) κοινωνιών καθώς και τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών τους. Βλ. ανθρωπο-, κοινωνιο-, ψυχο-λογία., κοινωνική δικαιοσύνη: ισότητα μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας (στην οικονομία, τη μόρφωση)· ειδικότ. η κατανομή των υλικών αμοιβών με βάση ηθικές και κοινώς αποδεκτές αρχές: αγώνας για ~ ~. Πολιτική ~ής ~ης, κοινωνική δομή: η μορφή της εσωτερικής οργάνωσης μιας κοινωνίας (με θεσμούς, οικονομικά συστήματα, κοινωνικές τάξεις): η ~ ~ μιας αρχαιοελληνικής πόλης/της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας/ενός ευρωπαϊκού κράτους., κοινωνική εργασία 1. εφαρμοσμένη επιστήμη που έχει ως αντικείμενο την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων και αναγκών με στόχο την κοινωνική ευημερία· συνεκδ. το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού: Τμήμα ~ής ~ας. 2. υπηρεσία που προσφέρουν οι αντιρρησίες συνείδησης στα πλαίσια της εναλλακτικής θητείας και γενικότ. κάθε εθελοντική εργασία που παρέχεται συνήθ. σε νοσοκομεία, κοινωφελή ιδρύματα και φυλακές., κοινωνική θέση: η θέση ενός ατόμου ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας με βάση τον κοινωνικό ρόλο που έχει ή σύμφωνα με κοινώς αποδεκτά κριτήρια (π.χ. οικονομική κατάσταση, επάγγελμα, μόρφωση): υψηλή/χαμηλή ~ ~. Η ~ ~ της γυναίκας σήμερα., κοινωνική κινητικότητα: η μεταβολή της κοινωνικής θέσης ενός ατόμου κατά τη διάρκεια της ζωής του (π.χ. ένας φτωχός που γίνεται πλούσιος και αντίστροφα). [< αγγλ. social mobility, 1927] , κοινωνική συνείδηση: το ενδιαφέρον για τα προβλήματα της κοινωνίας και των μελών της, που συχνά συνοδεύεται από ανάληψη δράσης για την αντιμετώπισή τους., κοινωνική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. ψυχοκοινωνιολογία. Βλ. δυναμική της ομάδας. [< αγγλ. social psychology] , κοινωνικοί εταίροι : ΠΟΛΙΤ. (κυρ. για συλλογικές διαπραγματεύσεις) οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι ή συχνότ. οι εκπρόσωποί τους: εθνικοί/Ευρωπαίοι ~ ~. Οικονομικοί και ~ ~. Διάλογος με ~ούς ~ους. Βλ. συνομιλητής., κοινωνικοί κανόνες: που περιέχουν πρότυπα αποδεκτής από την κοινωνία συμπεριφοράς και δράσης: άγραφοι ~ ~., κοινωνικός διάλογος: που γίνεται μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων για την επίλυση εργασιακών ζητημάτων: ~ ~ για την προώθηση της απασχόλησης., κοινωνικός τουρισμός: κρατικός θεσμός με τον οποίο παρέχονται φτηνές ή δωρεάν διακοπές σε ορισμένες κατηγορίες ατόμων (οικονομικά ασθενείς, άτομα με ειδικές ανάγκες): εσωτερικός/ευρωπαϊκός ~ ~. Δελτίο/εισιτήρια/πρόγραμμα ~ού ~ού. ~ ~ για αγρότες/για την τρίτη ηλικία., (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας βλ. περιθώριο, αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, εναλλακτική (κοινωνική) θητεία βλ. θητεία, εταιρική κοινωνική ευθύνη βλ. ευθύνη, κοινωνικές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, κοινωνικές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, κοινωνική αλληλεγγύη βλ. αλληλεγγύη, κοινωνική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, κοινωνική ανισότητα βλ. ανισότητα, κοινωνική αντίληψη βλ. αντίληψη, κοινωνική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, κοινωνική ασφάλιση βλ. ασφάλιση, κοινωνική ένταξη βλ. ένταξη, κοινωνική μητέρα βλ. μητέρα, κοινωνική οικονομία βλ. οικονομία, κοινωνική ομάδα βλ. ομάδα, κοινωνική πολιτική βλ. πολιτική, κοινωνική πρόνοια βλ. πρόνοια, κοινωνική προστασία βλ. προστασία, κοινωνική συνοχή βλ. συνοχή, κοινωνική τάξη βλ. τάξη, κοινωνικό κεφάλαιο βλ. κεφάλαιο, κοινωνικό κράτος βλ. κράτος, κοινωνικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, κοινωνικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, κοινωνικό συμβόλαιο βλ. συμβόλαιο, κοινωνικό φύλο βλ. φύλο, κοινωνικός αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός, κοινωνικός αυτοματισμός βλ. αυτοματισμός, κοινωνικός δαρβινισμός βλ. δαρβινισμός, κοινωνικός έλεγχος βλ. έλεγχος, κοινωνικός ιστός βλ. ιστός, κοινωνικός λειτουργός βλ. λειτουργός, κοινωνικός/έμμεσος μισθός βλ. μισθός, λαϊκή/κοινωνική συναίνεση βλ. συναίνεση [< αρχ. κοινωνικός, γαλλ. social, sociable]

πολιτικός

πολιτικός, ή, ό πο-λι-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πολιτική: ~ός: διάλογος/λόγος. ~ή: ανάλυση/αντιπαράθεση/διαφήμιση/ενημέρωση/εξουσία/ζωή/θεωρία/κάλυψη/καριέρα/κίνηση/κρίση/ομιλία/παρέμβαση/πλατφόρμα/σκέψη/σκηνή/στήριξη/συνεργασία/ωριμότητα. ~ό: αδιέξοδο/άρθρο/θερμόμετρο/κλίμα/παρασκήνιο/ρεπορτάζ/συμβούλιο. ~ές: αποφάσεις/διασυνδέσεις/διαφορές/εξελίξεις/θέσεις/οργανώσεις (: κόμματα, νεολαίες, φοιτητικές παρατάξεις)/πιέσεις/συζητήσεις. Η ~ή ζωή/ηγεσία του τόπου. Αλλαγή του ~ού σκηνικού/τοπίου. Ανέλαβε την ~ή ευθύνη για το σκάνδαλο. Απαιτείται ~ή συναίνεση για αλλαγές. Θέμα που αποτελεί ~ή προτεραιότητα. Παραιτήθηκε για λόγους ~ής ευθιξίας. ~ά παιχνίδια σε βάρος των ...|| (με τη σημ. του ~ού κόμματος:) ~ές: δυνάμεις. ~ός σχηματισμός/~ό σχήμα.|| ~ό: θέατρο/τραγούδι (πβ. στρατευμένος).|| ~ός: αντίπαλος/συντάκτης. ~οί: αρχηγοί/κύκλοι. ~ά: πρόσωπα (= πολιτικοί). || ~ός: επιστήμονας (: ειδικός στις πολιτικές επιστήμες, πβ. πολιτειολόγος). Bλ. α~, αντι~, γεω~, ηθικο~, ιδεολογικο~, κοινωνικο~, μετα~, μικρο~, οικονομικο~, παρα~, βουλευτ-, κομματ-, κυβερνητ-ικός. 2. που υπάρχει ή γίνεται για λόγους πολιτικής: ~ός: κρατούμενος (βλ. ποινικός)/όμηρος/φυγάς. ~ή: δίκη. 3. που αναφέρεται στην Πολιτεία, σε αντιδιαστολή με στρατιωτικούς, εκκλησιαστικούς θεσμούς ή εξουσίες: ~ός: συνταξιούχος. ~ή: αεροπορία/υπηρεσία. ~ό: προσωπικό. ~οί: υπάλληλοι.|| ~ός: όρκος. ~ή: κηδεία/ονοματοδοσία. ΑΝΤ. θρησκευτικός. 4. που αφορά τον πολίτη: ~ός: δικαστής. Μέτρα που θίγουν τις ~ές ελευθερίες. Βλ. μητρο~. ● Ουσ.: πολιτικός (ο/η): πρόσωπο που ασχολείται με την πολιτική: επαγγελματίες ~οί. Βλ. βουλευτής. ● επίρρ.: πολιτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ σκεπτόμενος/υπεύθυνος. ~ ασταθή κράτη/ευαίσθητα ζητήματα. Δρω/ενεργώ ~.|| (ΝΟΜ.) ~ώς ενάγων. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτικά δικαστήρια (κ. με κεφαλ. Π, Δ): στα οποία εκδικάζονται ιδιωτικές διαφορές και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (Ειρηνοδικείο, Μονομελές και Πολυμελές Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος). [< γερμ. Zivilgerichte] , πολιτικές επιστήμες: ΠΟΛΙΤ. κλάδος των κοινωνικών επιστημών που έχει ως αντικείμενό του τη μελέτη των πολιτικών φαινομένων και των πολιτικών δομών στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας. Βλ. διεθνο-, κοινωνιο-λογία. [< γαλλ. sciences politiques, αγγλ. political sciences], πολιτική ανθρωπολογία: ΑΝΘΡΩΠ. κλάδος που μελετά τις απαρχές, τις μορφές και την εξέλιξη της πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών. [< αγγλ. political anthropology, 1970], πολιτική ανυπακοή: παθητική αντίσταση σε κυβερνητικά μέτρα, π.χ. άρνηση πληρωμής φόρων, καταβολής διοδίων σε επικίνδυνους αυτοκινητόδρομους. [< γαλλ. désobéissance civile], πολιτική γεωγραφία (κ. με κεφαλ. Π, Γ): ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά την αλληλεπίδραση της πολιτικής δράσης και των πολιτικών αποφάσεων με τον γεωγραφικό χώρο. Βλ. γεωπολιτική. [< αγγλ. political geography], πολιτική δικαιοσύνη (κ. με κεφαλ. Π, Δ): ΝΟΜ. αυτή που κατοχυρώνει τα δικαιώματα των πολιτών, προστατεύει τα συμφέροντά τους και αποτρέπει την παρανομία στις ιδιωτικές σχέσεις. [< γερμ. Zivilgerichtsbarkeit], πολιτική κουλτούρα & (συχνότ.) πολιτικός πολιτισμός: αξίες, απόψεις και στάσεις (ήθος, διαφάνεια, καταπολέμηση της διαπλοκής, σεβασμός του πολίτη και του πολιτικού αντιπάλου, αρμονική σχέση του πολίτη με το κράτος και συμμετοχή του στα κοινά) σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να λειτουργεί ένα πολιτικό σύστημα. [< αγγλ. civic culture, 1963, political culture], πολιτική οικονομία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Π, Ο): ΟΙΚΟΝ. κλάδος των κοινωνικών επιστημών που μελετά την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτικών και των κοινωνικών θεσμών· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα: αστική/διεθνής/ευρωπαϊκή/κλασική/μαρξιστική/σύγχρονη ~ ~. [< αγγλ. political economy], πολιτική φιλοσοφία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Π, Φ): ΦΙΛΟΣ. τομέας που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως πολιτικό ον και εξετάζει τη νομιμότητα των θεσμών· συνεκδ. το σχετικό μάθημα. [< αγγλ. political philosophy], πολιτικό σύστημα: πολίτευμα. [< γαλλ. système politique] , πολιτικός μηχανικός (κ. με κεφαλ. Π, Μ): απόφοιτος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών (του Πολυτεχνείου), ο οποίος ασχολείται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση δομικών, συγκοινωνιακών, υδραυλικών και γεωτεχνικών έργων, καθώς και έργων προστασίας του περιβάλλοντος. Βλ. αρχιτέκτονας. [< γαλλ. ingénieur civil], πολιτικός στίχος: ΦΙΛΟΛ. ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος., πολιτικός χάρτης 1. τα σύνορα των γεωγραφικών περιοχών (σε αντιδιαστολή με τον γεωφυσικό). 2. (μτφ.) πολιτικό πλαίσιο, σκηνικό: διαμόρφωση ενός νέου ~ού ~η. Αλλαγές/ανακατατάξεις στον ~ό ~η. Κόμμα που κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τον ~ό ~η (της χώρας). [< αγγλ. political map], αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο/Πολιτική Δικονομία βλ. δίκαιο, πολιτικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, πολιτική αγωγή βλ. αγωγή, πολιτική άμυνα βλ. άμυνα, πολιτική βούληση βλ. βούληση, πολιτική επιστράτευση βλ. επιστράτευση, πολιτική ημέρα βλ. ημέρα, πολιτική οικολογία βλ. οικολογία, πολιτική ορθότητα βλ. ορθότητα, πολιτική προστασία βλ. προστασία, πολιτική στέγη βλ. στέγη, πολιτική συγγένεια βλ. συγγένεια, πολιτικό άσυλο βλ. άσυλο, πολιτικό έγκλημα/αδίκημα βλ. έγκλημα, πολιτικό κόστος βλ. κόστος, πολιτικό χρήμα βλ. χρήμα, πολιτικό/εκτελεστικό γραφείο βλ. γραφείο, πολιτικοί πρόσφυγες βλ. πρόσφυγας, πολιτικός αμοραλισμός βλ. αμοραλισμός, πολιτικός γάμος βλ. γάμος, πολιτικός επιστήμονας βλ. επιστήμονας ● ΦΡ.: πολιτικά ορθός βλ. ορθός [< 1: αρχ. πολιτικός 2: γαλλ. politique, αγγλ. political 3,4: γαλλ. civil]

τίμιος

τίμιος, α, ο τί-μι-ος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίου | (λόγ.) θηλ. τιμία} 1. που χαρακτηρίζεται από ευσυνειδησία και ηθικότητα, έντιμος: ~ος: πολιτικός. Έμπορος ~ στις συναλλαγές του. Είναι ~, κρατάει πάντα τον λόγο του (πβ. εντάξει, συνεπής). Φτωχός, αλλά/πλην ~. ΑΝΤ. άτιμος (1) 2. που γίνεται με δίκαιο, ευθύ, αξιοπρεπή ή νόμιμο τρόπο: ~α: λύση/μοιρασιά/συμφωνία. ~ο: παιχνίδι (= καθαρό· ΑΝΤ. άδικο, ύπουλο). Eίναι άνθρωπος ~ων (= αγαθών, αγνών) προθέσεων.|| ~α: απάντηση/συμπεριφορά. ~ες: κουβέντες (= ντόμπρες, σταράτες).|| ~α: δουλειά/ζωή (= χρηστή). ~ο: μεροκάματο. ~α: χρήματα. ΑΝΤ. ανέντιμος 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. με κεφαλ. Τ) ιερός, άγιος: ~ία: Εσθήτα (της Θεοτόκου)/κάρα/συνοδεία (ιεράρχη). ~α: λείψανα. Η Θεία Ευχαριστία είναι το ~ο Σώμα και Αίμα του Χριστού.|| (γενικότ.) Το ~ο λάβαρο του αγώνα. ● επίρρ.: τίμια & (λόγ.) -ίως: στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: Τίμια/Άγια δώρα (τα): ΕΚΚΛΗΣ. ο άρτος και ο οίνος (στο μυστήριο) της Θείας Ευχαριστίας., Αγία/Τιμία/Τίμια Ζώνη βλ. ζώνη, τίμιο/άγιο ξύλο βλ. ξύλο, Τίμιος Σταυρός βλ. σταυρός ● ΦΡ.: τίμια/δίκαια πράγματα! (προφ.): ως δήλωση ότι θα γίνει κάτι όπως πρέπει και είναι σωστό, χωρίς να υπάρξει αδικία ή κοροϊδία: Βάζεις το φαγητό, βάζω το κρασί, ~ ~!, η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) βλ. καίσαρας [< αρχ. τίμιος]

τυφλός

τυφλός, ή, ό τυ-φλός επίθ. 1. που δεν βλέπει, δεν έχει την ικανότητα της όρασης: Γεννήθηκε/έμεινε ~. Ήταν εντελώς/σχεδόν ~ή. ~ από το ένα μάτι.|| (ως ουσ.) Μερικώς/ολικώς ~οί. Συνοδοί/σχολή ~ών. Επίδομα ~ού. Μπαστούνι/πεζοδρόμια (: με χαρακτηριστικές ανάγλυφες κίτρινες πλάκες)/σύστημα γραφής (= Μπράιγ) για ~ούς. Πβ. αόμματος, γκαβός, στραβός. 2. (μτφ., για αρνητικά συνήθ. συναισθήματα) παράφορος, παράλογος: ~ός: έρωτας. ~ή: οργή. ~ό: μίσος/πάθος. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) απόλυτος, απεριόριστος, ολοκληρωτικός: ~ή: αφοσίωση/πίστη/προσήλωση/υπακοή. Βλ. εθελότυφλος. 4. (μτφ.) που ενεργεί άβουλα, χαρακτηρίζεται από απουσία κρίσης ή λογικής: ~ από φανατισμό/για εκδίκηση. ~ό όργανο της εξουσίας.|| Οι ~ές δυνάμεις της αγοράς. Πβ. άλογος. 5. (μτφ., για επιθετική ή τρομοκρατική ενέργεια) που δεν έχει συγκεκριμένο στόχο: ~ή: βομβιστική επίθεση/τρομοκρατία. ~ά: χτυπήματα. 6. (μτφ.) που δεν έχει έξοδο, αλλά μόνο είσοδο ή δεν έχει παράθυρο ή το άνοιγμά του είναι χτισμένο: ~ός: δρόμος (πβ. αδιέξοδος). ~ό: οικόπεδο.|| ~ός: διάδρομος/τοίχος. ~ό: δωμάτιο.|| ~ό: παράθυρο. 7. (μτφ.) που δεν επιτρέπει την ορατότητα: ~ή: προσπέραση/στροφή. 8. (μτφ., σε ομαδικά αθλήματα) που γίνεται από παίκτη με περιορισμένο οπτικό πεδίο: ~ή: απόκρουση/μπαλιά/πάσα. ● επίρρ.: τυφλά ● ΣΥΜΠΛ.: τυφλή μελέτη & τυφλή δοκιμασία/έρευνα: ΙΑΤΡ. κατά την οποία ασθενείς και ερευνητές γιατροί δεν γνωρίζουν ποιος λαμβάνει νέα θεραπεία, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αντικειμενικότητα στην κρίση τους: απλή (: αγνοούν μόνο οι άρρωστοι)/διπλή (: αγνοούν και οι δύο) ~ ~., τυφλή προσγείωση: που γίνεται αυτόματα, χωρίς ο πιλότος να έχει οπτική επαφή με τον διάδρομο προσγείωσης. [< αγγλ. blind landing, 1930] , τυφλό (έντερο): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το αρχικό τμήμα του παχέος εντέρου που βρίσκεται ανάμεσα στον ειλεό και το ανιόν κόλον και καταλήγει στη σκωληκοειδή απόφυση. , τυφλό σημείο 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. περιοχή του αμφιβληστροειδούς χιτώνα όπου καταλήγει το οπτικό νεύρο και η οποία αντιστοιχεί στην απουσία φωτοευαίσθητων κυττάρων, με αποτέλεσμα την ύπαρξη κενού στο οπτικό πεδίο, το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό υπό κανονικές συνθήκες. 2. περιοχή που δεν μπορεί να ελέγξει κάποιος με την όρασή του, στην οποία δεν μπορεί να δει: Το ~ ~ του καθρέφτη (του αυτοκινήτου)., τυφλό σύστημα (μτφ.): πληκτρολόγηση (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή γραφομηχανή) χωρίς ο χρήστης να κοιτά τα πλήκτρα., τυφλό τραύμα (μτφ.): με οπή μόνο στο σημείο εισόδου: Φέρει ~ ~ στο(ν) θώρακα. ΑΝΤ. διαμπερές τραύμα, Κυριακή του τυφλού βλ. Κυριακή, τυφλή βία βλ. βία, τυφλή πτήση βλ. πτήση ● ΦΡ.: η δικαιοσύνη είναι τυφλή & (σπάν.) η Θέμις είναι τυφλή: για να δηλωθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης γίνεται με αμεροληψία., στα τυφλά 1. (μτφ.) στην τύχη: Πηγαίναμε/ψάχναμε ~ ~ (= στα κουτουρού).|| Ραντεβού ~ ~ (: χωρίς να ξέρει και να έχει δει ποτέ ο ένας τον άλλον). 2. χωρίς κάποιος να βλέπει: Περπατούν τη νύχτα ~ ~ (: στο σκοτάδι)., εμπιστεύομαι κάποιον με κλειστά μάτια/τυφλά βλ. εμπιστεύομαι, έχω/δείχνω απόλυτη/τυφλή εμπιστοσύνη σε κάποιον/κάτι βλ. εμπιστοσύνη, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; βλ. φως, στους τυφλούς/στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος βλ. μονόφθαλμος [< αρχ. τυφλός, γαλλ. aveugle]

ύπνος

ύπνος[ὕπνος] ύ-πνος ουσ. (αρσ.) 1. περιοδική φυσιολογική κατάσταση των ανθρώπων και των ζώων κατά την οποία η συνείδηση υπολειτουργεί, οι μύες χαλαρώνουν, η κυκλοφορία του αίματος και η αναπνοή επιβραδύνονται και η ικανότητα αντίδρασης στα ερεθίσματα μειώνεται: ανεπαρκής/ανήσυχος/βαθύς/βαρύς/βραδινός/γλυκός/επαρκής/ήρεμος/μεσημεριανός (= σιέστα)/παρατεταμένος/πρωινός/σύντομος/τεχνητός (πβ. ύπνωση) ~. Απώλεια/προβλήματα/στέρηση ~ου. Δωμάτιο (= υπνοδωμάτιο)/εργαστήριο/μαξιλάρι/(κακή) στάση/στρώμα ~ου. Ρούχα (βλ. νυχτικό, πιτζάμα)/στάδια του ~ου. Ώρα για ~ο. Εν/σε ώρα ~ου. ~ με/χωρίς όνειρα. Παραμιλώ στον ~ο μου (πβ. υπνολαλία). Ο γιατρός μου συνέστησε ξεκούραση και ~ο. Χόρτασα ~ο. Πάμε/πέφτουμε για ~ο. Βρίσκεται σε κατάσταση ~ου. (προφ.) Έριξα έναν ~ο (: κοιμήθηκα πάρα πολύ ή/και πολύ καλά). Μόλις σηκώθηκα από τον ~ο (: μόλις ξύπνησα/σηκώθηκα από το κρεβάτι). (Για κάτι ευχάριστο ή επιθυμητό, αλλά μη αναμενόμενο:) Ούτε στον ~ο του δεν φανταζόταν ότι θα έβρισκε τόσο καλή δουλειά. 2. (μτφ.) αδράνεια ή νωθρότητα: Καιρός να ξυπνήσουμε/σηκωθούμε από τον ~ο μας (= να δραστηριοποιηθούμε). Πβ. λήθαργος. ● Υποκ.: υπνάκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιος ύπνος (μτφ.): θάνατος: Ο μοναχός κοιμήθηκε τον ~ο ~ο. Πβ. αιώνια ανάπαυση. Βλ. αιώνιο σκοτάδι., ασθένεια/νόσος του ύπνου: ΙΑΤΡ. τροπική λοιμώδης νόσος που μεταδίδεται με τσίμπημα από μύγα τσε τσε και μπορεί να είναι θανατηφόρα. Πβ. τρυπανοσωμίαση., ελαφρύς ύπνος βλ. ελαφρύς, παράδοξος ύπνος βλ. παράδοξος, υπνική άπνοια/άπνοια του ύπνου βλ. άπνοια1, χειμερία νάρκη βλ. χειμέριος ● ΦΡ.: είμαι από τον ύπνο: δεν έχω συνέλθει ακόμα από τον ύπνο: ~ ~ και δεν μπορώ να σκεφτώ τι μου λες., καλόν ύπνο(!): ευχή σε κάποιον που πάει για ύπνο. ΣΥΝ. όνειρα γλυκά!, κοιμάται τον ύπνο του δικαίου 1. (μτφ.) για άνθρωπο που χαρακτηρίζεται από αφέλεια, που δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του και ειδικότ. τις ενέργειες εις βάρος του: Οι συνάδελφοί του συνωμοτούν για να τον διώξουν κι αυτός ~ ~. 2. κοιμάται βαθιά, ήρεμα: Αν και έχει τόση φασαρία, αυτός ~ ~ (= του καλού καιρού). [< γαλλ. dormir du sommeil du juste] , ο ύπνος τρέφει τα παιδιά κι ο ήλιος τα μοσχάρια (γνωμ.): για να τονιστεί η ευεργετική επίδραση του ύπνου κατά την παιδική ηλικία ή ειρων. για άνθρωπο που του αρέσει να κοιμάται πολύ., πιάνω (κάποιον) στον ύπνο (μτφ.): αιφνιδιάζω, βρίσκω κάποιον απροετοίμαστο: Ο ξαφνικός χιονιάς έπιασε τον κρατικό μηχανισμό ~. Οι παίκτες έπιασαν ~ την άμυνα των αντιπάλων και σκόραραν., στον ύπνο σου το είδες/έβλεπες/'βλεπες; (προφ.-ειρων.): σε περίπτωση που κάτι το οποίο δεν ισχύει παρουσιάζεται ως πραγματικό ή όταν κάποια ενέργεια εκτελείται πολύ νωρίς το πρωί: Πώς και μου τηλεφωνείς πρωί πρωί, ~ με έβλεπες;, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) (ειρων.): για κάποιον που νυστάζει σε ασυνήθιστη ώρα ή ακατάλληλο μέρος ή που είναι νωθρός., βλέπω κάποιον/κάτι στο όνειρό μου/στον ύπνο μου βλ. βλέπω, δεν μου κολλάει ύπνος βλ. κολλώ, με παίρνει/πιάνει (ο) ύπνος βλ. παίρνω [< αρχ. ὕπνος]

χρεοστάσιο

χρεοστάσιοχρε-ο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) {χρεοστασί-ου} & χρεωστάσιο: ΟΙΚΟΝ. προσωρινή αναστολή (με απόφαση του κράτους) της απόσβεσης χρεών ή των διώξεων για χρέη, λόγω έκτακτων συνθηκών, όπως πόλεμος ή οικονομική κρίση: κήρυξη ~ου. Βλ. δικαιοστάσιο, μορατόριουμ, -στάσιο. [< γαλλ. moratorium]