Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • δίκροκος , η, ο δί-κρο-κος επίθ.: (για αβγό) που έχει δύο κρόκους. [< μεσν. δίκροκος]