Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δακτυλοδεικτούμενος , η, ο δα-κτυ-λο-δει-κτού-με-νος επίθ. & (σπάν.) δαχτυλοδεικτούμενος: που προσελκύει την αρνητική συνήθ. προσοχή και ειδικότ. που έχει κακή φήμη: Ήταν ~ στο σχολείο/χωριό του.|| ~η: χώρα. ~ες: εξαιρέσεις (= ελάχιστες, σπάνιες). Πβ. τον δείχνουν με το δάχτυλο. [< μτγν. δακτυλοδεικτοῦμαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.