Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δαμάζω δα-μά-ζω ρ. (μτβ.) {δάμα-σα, δαμά-στηκε, -σμένος, δαμάζ-οντας} 1. (μτφ.) καταφέρνω να ελέγξω κάποιον ή κάτι, το(ν) συγκρατώ: ~ τον ατίθασο χαρακτήρα κάποιου (βλ. χειραγωγώ). ~ τον άνεμο/τη (μανιασμένη) θάλασσα/τα στοιχεία (/τις δυνάμεις) της φύσης (πβ. (καθ)υποτάσσω). Το τέρας της γραφειοκρατίας δεν ~εται εύκολα (πβ. καταστέλλω).|| ~ τον θυμό/τα πάθη/την πείνα/τα συναισθήματα. Πβ. κατανικώ, κοντρολάρω, κουμαντάρω. ΣΥΝ. χαλιναγωγώ (1) 2. (για άγριο ζώο) τιθασεύω. [< αρχ. δαμάζω]