Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δασμοφοροδιαφυγή δα-σμο-φο-ρο-δι-α-φυ-γή ουσ. (θηλ.): παράνομη πράξη που συνίσταται στη διακίνηση προϊόντων χωρίς την καταβολή των απαιτούμενων δασμών. Βλ. λαθρεμπόριο.

λαθρεμπόριο

λαθρεμπόριολα-θρε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (επίσ.) λαθρεμπορία (η): εμπόριο αγαθών ή γενικότ. ειδών για τα οποία υπάρχει νομική απαγόρευση ή για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί οι απαραίτητοι δασμοί: ~ ανθρωπίνων οργάνων/αρχαιοτήτων/ναρκωτικών. ~ καυσίμων/όπλων/τσιγάρων. Πλοία/Τμήμα Δίωξης Λ~ου. Πβ. κοντραμπάντο. Βλ. νηοψία.|| ~ μεταναστών. Βλ. -εμπόριο. [< γαλλ. contrebande]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.