Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • δασοκτονία δα-σο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δράση με καταστροφικές συνέπειες για το δάσος. Βλ. -κτονία.

-κτονία

-κτονία(λόγ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει φόνο, θάνατο, εξόντωση: αδελφο~/ανθρωπο~/γενο~/γυναικο~/μητρο~/παιδο~/πατρο~/τεκνο~.|| Λιμο~.|| Ζωο~. Mυο~.