Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δασοπονία δα-σο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος της δασολογίας που έχει ως στόχο την ανάπτυξη και αξιοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων: τεχνολόγος ~ας. Βλ. φυτοτεχνία. [< γερμ. Forstwirtschaft]

φυτοτεχνία

φυτοτεχνίαφυ-το-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. το σύνολο των καλλιεργητικών μεθόδων και τεχνικών που εφαρμόζονται στη φυτική παραγωγή· ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος. Βλ. δασοπονία, δενδροκομία, κηπουρική, -τεχνία. [< γαλλ. phytotechnie, αγγλ. phytotechny]