Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δαχτυλίδι δα-χτυ-λί-δι ουσ. (ουδ.) {δαχτυλιδ-ιού} & δακτυλίδι 1. μικρό, συνήθ. μεταλλικό, κόσμημα με κυκλικό σχήμα, που φοριέται στο δάχτυλο: ασημένιο/διαμαντένιο/μονόπετρο/χρυσό ~. ~ από πλατίνα. ~ αρραβώνων/γάμου. ~ δεκαοχτώ καρατίων. ~ με πολύτιμους λίθους. Βλ. -ίδι. 2. (μτφ.) οτιδήποτε έχει το σχήμα δαχτυλιδιού: ~ια κρεμμυδιού. Το ~ του πούρου (: από χαρτί, για την αναγραφή της μάρκας). Μαλλιά/μπούκλες ~ια (: για σγουρά μαλλιά). Έβγαζε ~ια καπνού απ΄ το στόμα του (: για κάποιον που καπνίζει).|| Τα ~ια του πλανήτη Κρόνου. Πβ. δακτύλιος. ● Υποκ.: δαχτυλιδάκι (το) ● ΦΡ.: άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, μέση δαχτυλίδι βλ. μέση, το δαχτυλίδι της διαδοχής/της εξουσίας βλ. διαδοχή [< μεσν. δαχτυλίδι(ον), αγγλ. ring]

βέρα

βέραβέ-ρα ουσ. (θηλ.): το δαχτυλίδι του αρραβώνα ή του γάμου και συνεκδ. ο γαμήλιος δεσμός: κλασική/λευκόχρυση/τετράγωνη/τετραγωνισμένη/χρυσή ~. Φοράει ~ (= είναι παντρεμένος/η).|| Σέβεται/τιμά τη ~ (= τον γάμο) του. ● ΦΡ.: άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) (λαϊκό): αρραβωνιάστηκαν. Πβ. λογοδίνομαι. [< βεν.-ιταλ. vera]

διαδοχή

διαδοχήδι-α-δο-χή ουσ. (θηλ.) 1. μεταβίβαση εξουσίας (θέσης ή αξιώματος) σε τρίτο πρόσωπο: η ~ του προέδρου/του πρωθυπουργού. ~ στην ηγεσία του κόμματος/στον θρόνο. 2. συνεχής, αλλεπάλληλη σειρά γεγονότων, στοιχείων, καταστάσεων, φαινομένων: ιστορική (= των ιστορικών περιόδων) ~. ~ αριθμών/εικόνων. ~ των γενεών. Η ~ μέρας και νύχτας. Η ~ των εποχών/των μηνών. Αρμονική ~ χρωμάτων. Πβ. ακολουθία, συνέχεια. Βλ. αλληλο~.|| (ΜΟΥΣ.) ~ές συγχορδιών. 3. ΝΟΜ. μεταφορά δικαιώματος από τον δικαιοπάροχο στον δικαιοδόχο. ● ΣΥΜΠΛ.: αποστολική διαδοχή: ΕΚΚΛΗΣ. αδιάκοπη συνέχεια του επισκοπικού αξιώματος στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας, μέσω του μυστηρίου της ιεροσύνης (χειροτονίας)., κληρονομική διαδοχή: ΝΟΜ. μεταβίβαση της περιουσίας εκείνου που πέθανε στους κληρονόμους του: αναγκαστική ~ ~ (: από τον νόμο). ~ ~ εκ διαθήκης/εξ αδιαθέτου (: χωρίς διαθήκη)., κούρσα διαδοχής: αγώνας μεταξύ των υποψηφίων για την ανάληψη θέσης ή αξιώματος: ~ ~ για την καρέκλα. Οι υποψήφιοι μπαίνουν στην ~ της ~., οικολογική διαδοχή: το σύνολο των προβλέψιμων συνήθ. μεταβολών που γίνονται σε ένα οικοσύστημα, καθώς αυτό ωριμάζει ή εξελίσσεται προς μια σταθερή κατάσταση, κυρ. μετά από διαταραχή (φωτιά, θύελλα, δασική εκμετάλλευση). [< αγγλ. ecological succession] ● ΦΡ.: το δαχτυλίδι της διαδοχής/της εξουσίας (μτφ.): το χρίσμα της διαδοχής: Πήρε ~ ~ στην ηγεσία του κόμματος. [< αρχ. διαδοχή, γαλλ. succession]

-ίδι

-ίδιεπίθημα ουδέτερων ουσιαστικών∙ δηλώνει 1. υποκορισμό: βαρ~. Βλ. -ίδιο. 2. αποτέλεσμα, ό,τι γίνεται ή μένει από τη σχετική ενέργεια: (περιληπτ.-κυρ. προφ.) καρβουν~/ξεφτ~ (πβ. ξέφτι)/πριον~. Κεντ-ίδια. Αποκα-ΐδι.|| Φτιασ-ίδια.|| (επιτατ.) Σκοτ~ (= πάρα πολύ σκοτάδι). (ως επίρρ.) Mουσκ~ (πβ. μούσκεμα). 3. επανάληψη κίνησης, συνήθ. με ταχύτητα, απανωτά: κλοτσ~/μπουν~/σπρωξ~.|| (συνεχείς βολές:) Kανον~ (πβ. κανονιο-βολισμός)/πιστολ~/τουφεκ~.

μέση

μέσημέ-ση ουσ. (θηλ.) 1. το τμήμα του ανθρώπινου σώματος που βρίσκεται ανάμεσα στον θώρακα και τα ισχία· συνεκδ. το αντίστοιχο μέρος ενδύματος: λεπτή ~. Ανατομικό μαξιλάρι/ορθοπεδική ζώνη ~ης. Ασκήσεις για τη ~. Πόνοι στη ~ (πβ. οσφυαλγία). Από τη ~ και κάτω/πάνω. Πιάστηκε η ~ μου. Στάθηκε με τα χέρια στη ~. Μ' έπιασε από τη ~. Πβ. οσφύς.|| Το σακάκι μού είναι λίγο στενό στη ~ (βλ. μεσάτος). 2. το μεσαίο ή το κεντρικό τμήμα ενός αντικειμένου, μιας έκτασης: καρπούζι/λεμόνι κομμένο στη ~ (: στα δύο). Φόρμα του κέικ με τρύπα στη ~. Στη ~ (= κέντρο) του δωματίου. Γέμισε το ποτήρι μέχρι/ως τη ~.|| Ιστορία με αρχή, ~, τέλος. ΣΥΝ. μέσο (2) 3. το μέσο χρονικού διαστήματος, διαδικασίας: στη ~ (= στα μέσα) της σχολικής χρονιάς/του χειμώνα (= μεσοχείμωνο). Έφυγε στη ~ του μαθήματος. Είναι στη ~ της θητείας του. ● Υποκ.: μεσούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: τσαντάκι μέσης βλ. τσάντα ● ΦΡ.: αφήνω/παρατάω στη μέση (μτφ.-προφ.): δεν ολοκληρώνω κάτι που έχω ξεκινήσει να κάνω: ~ει ~ όποιο βιβλίο δεν του αρέσει. ~ησε ~ το φαγητό του κι έφυγε βιαστικά., βγάζω από τη μέση (μτφ.-προφ.) 1. δολοφονώ, σκοτώνω: Οι μαφιόζοι απείλησαν να τον βγάλουν από τη ~. ΣΥΝ. καθαρίζω (4) 2. εκτοπίζω, εξουδετερώνω: Αποκάλυψε το σκάνδαλο, βγάζοντας από τη ~ τους πολιτικούς του αντιπάλους., λυγίζω τη μέση (μου) (σπάν.-μτφ.): συμπεριφέρομαι με δουλοπρέπεια. Πβ. έχει εύκαμπτη μέση., μέση δαχτυλίδι (μτφ.): (για γυναίκα) πολύ λεπτή και κομψή μέση: Αποκτήστε/έχει ~ ~., μου βγήκε η μέση (μτφ.-προφ.): κουράστηκα πάρα πολύ, ταλαιπωρήθηκα: Μου ~ ~ να κουβαλήσω τα βιβλία! ΣΥΝ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι, μου βγαίνει ο κώλος, μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος, μπαίνω στη μέση (μτφ.-προφ.): παρεμβαίνω σε υπόθεση που συνήθ. δεν με αφορά άμεσα ή εμφανίζομαι ως εμπόδιο: Μπήκε στη ~ προσπαθώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα. Πβ. μεσολαβώ.|| Πώς να κρατήσει μια σχέση, όταν ~ει στη ~ το εγώ;, τον έβαλαν στη μέση 1. τον περικύκλωσαν: ~ ~ και τον χτυπούσαν όλοι μαζί. 2. (μτφ.) τον ανάγκασαν να παίξει διαμεσολαβητικό ρόλο: Τον βάλανε ~ ν' αποφασίσει/να πάρει το μέρος ενός από τους δύο., φεύγω/βγαίνω απ' τη μέση (μτφ.-προφ.): σταματώ να διαδραματίζω σημαντικό ρόλο, απομακρύνομαι: Ποιοι είχαν συμφέρον να φύγει/να βγει από τη ~ ο πρόεδρος;, βρίσκομαι/είμαι στο πουθενά/στη μέση του πουθενά βλ. πουθενά, μένει στη μέση βλ. μένω, μέσες άκρες βλ. άκρη, στη μέση του δρόμου βλ. δρόμος, χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση βλ. χτύπημα [< αρχ. μέση]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.