Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δεδικαίωται δε-δι-καί-ω-ται ρ. (αρχαιοπρ.): έχει δικαιωθεί· μόνο στη ● ΦΡ.: ο νεκρός/ο αποθανών δεδικαίωται & (σπάν.) ο τεθνεώς δεδικαίωται: μην κρίνεις αρνητικά κάποιον που έχει πεθάνει, μη σπιλώνεις τη μνήμη του. [αρχική σημ. στην ΚΔ, Πρὸς Ρωμαίους 6,7: ὁ γὰρ ἀποθανών δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας: ο νεκρός λυτρώνεται από την αμαρτία, δεν μπορεί πλέον να αμαρτήσει] [< αρχ. δικαιοῦμαι]